Το τέλος των αμερικανικών ψευδαισθήσεων στη Μέση Ανατολή
Η έλλειψη συνοχής υπονόμευσε εξαρχής τις πιθανότητες επιτυχίας
Η πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν εξελίσσεται πλέον σε μιαν από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Δύο μήνες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με μια στρατιωτική και οικονομική φθορά, αλλά και με μια βαθύτερη αμφισβήτηση της ίδιας της στρατηγικής αντίληψης που κυριάρχησε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η κρίση δεν αφορά μόνο το Ιράν ή τη Μέση Ανατολή. Αναλυτές Διεθνών Σχέσεων υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος αυτός αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής ισχύος σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο πολυπολικός. Την ίδια ώρα, η σύγκρουση προκαλεί τεράστια αναστάτωση στις αγορές ενέργειας, επηρεάζει τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και δημιουργεί φόβους για μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων
Η συζήτηση στις ΗΠΑ περιστρέφεται πλέον γύρω από το εάν η Ουάσιγκτον επανέλαβε τα ίδια στρατηγικά λάθη που οδήγησαν στις επεμβάσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η αμερικανική ηγεσία παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική του «τέλειου πολέμου», δηλαδή στην πεποίθηση ότι η τεχνολογική υπεροχή, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και οι επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων αρκούν για να επιβάλουν πολιτικά αποτελέσματα χωρίς παρατεταμένο κόστος.
Σύμφωνα με ανάλυση του Foreign Police, πολιτικοί σχολιαστές και think tanks που υποστήριξαν την εισβολή στο Ιράκ το 2003 βρίσκονται και σήμερα στην πρώτη γραμμή της υποστήριξης του πολέμου με το Ιράν. Ο γερουσιαστής Lindsey Graham, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν, εμφανίζεται τώρα να υποστηρίζει ότι η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποκτήσουν πρόσβαση στα τεράστια ενεργειακά αποθέματα του Ιράν.
Ανάλογη στάση τηρούν και συντηρητικοί αναλυτές, αλλά και οργανισμοί εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσιγκτον, οι οποίοι εδώ και χρόνια απορρίπτουν κάθε μορφή διπλωματικής συνεννόησης με την Τεχεράνη. Οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι πρόκειται για τους ίδιους κύκλους που προώθησαν την ιδέα ότι ο πόλεμος στο Ιράκ θα ήταν σύντομος, εύκολος και στρατηγικά επωφελής.
Το βασικό επιχείρημα όσων αμφισβητούν τη σημερινή στρατηγική της Ουάσιγκτον είναι ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν ν’ αντιμετωπίζουν τον πόλεμο ως μια τεχνολογική διαδικασία που μπορεί να ελεγχθεί απόλυτα. Η αντίληψη αυτή, σύμφωνα με ειδικούς στρατηγικής, βασίζεται στην αμερικανική εμπειρία των δεκαετιών του 1980 και του 1990, όταν επιχειρήσεις όπως στον Παναμά, στον Πόλεμο του Κόλπου και στο Κόσοβο δημιούργησαν την εικόνα μιας υπερδύναμης ικανής να επιβάλλει γρήγορες νίκες με σχετικά μικρό κόστος.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του πολέμου με το Ιράν αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Παρά τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, ούτε υπήρξε εσωτερική εξέγερση που θα οδηγούσε σε αλλαγή καθεστώτος. Αντιθέτως, το Ιράν αξιοποίησε το σημαντικότερο στρατηγικό του όπλο, τη γεωγραφική του θέση.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτέλεσε το πιο ισχυρό πλήγμα προς τη Δύση και τις παγκόσμιες αγορές. Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διέρχεται τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μετά την απόφαση της Τεχεράνης να περιορίσει τη ναυσιπλοΐα, οι διεθνείς αγορές βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη σοβαρότερη ενεργειακή αναστάτωση των τελευταίων δεκαετιών.
Οι ΗΠΑ απάντησαν με την επιχείρηση «Project Freedom», αποστέλλοντας αντιτορπιλικά και ενισχύοντας τη ναυτική παρουσία τους στον Περσικό Κόλπο. Στόχος της επιχείρησης ήταν η προστασία εμπορικών πλοίων και η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, τα αποτελέσματα υπήρξαν περιορισμένα.
Σύμφωνα με στοιχεία της S&P Global Market Intelligence, μόλις έξι πλοία πέρασαν από τα Στενά του Ορμούζ την πρώτη ημέρα της νέας αμερικανικής επιχείρησης, ενώ τις επόμενες ημέρες η κίνηση παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλή. Πριν από την κρίση, περίπου 130 πλοία διέρχονταν καθημερινά από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό.
Ο αναλυτής ναυτιλίας Naveen Das της εταιρείας Kpler υποστήριξε ότι η αμερικανική στρατηγική δεν αλλάζει ουσιαστικά την κατάσταση, καθώς οι ναυτιλιακές εταιρείες εξακολουθούν να θεωρούν εξαιρετικά επικίνδυνη τη διέλευση από την περιοχή. Όπως σημείωσε, ακόμη και αν ένα μόνο πλοίο δεχθεί επίθεση, το πλήγμα στην αξιοπιστία της εταιρείας θα είναι τεράστιο.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έδειξε ότι μπορεί να προκαλεί δυσανάλογη ζημιά χωρίς να διαθέτει την ίδια στρατιωτική ισχύ με τις ΗΠΑ. Με πυραυλικές επιθέσεις, drones και μικρά ταχύπλοα σκάφη, η Τεχεράνη κατάφερε να διατηρήσει ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που αρκεί για να αποτρέψει την επιστροφή της κανονικότητας στις θαλάσσιες μεταφορές.
Ο Bryan Clark, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, εκτίμησε ότι η Ουάσιγκτον έχει πλέον περιορισμένα εργαλεία πίεσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ΗΠΑ έχουν ήδη φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο στρατιωτικής κλιμάκωσης, χωρίς όμως να αναγκάσουν το Ιράν να υποχωρήσει.
Το κατακερματισμένο Δυτικό μέτωπο
Η σύγκρουση έχει αναδείξει και μια βαθύτερη στρατηγική αδυναμία της Δύσης, που δεν είναι άλλη από την έλλειψη σαφών και ενιαίων στόχων. Στην αρχή του πολέμου, η αμερικανική κυβέρνηση δήλωνε ότι στόχος ήταν η αποτροπή της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Στη συνέχεια, όμως, προστέθηκαν στόχοι όπως η αλλαγή καθεστώτος, η εξουδετέρωση των βαλλιστικών πυραύλων και η αποδυνάμωση των ιρανικών συμμάχων στη Μέση Ανατολή.
Ο Christian Emery, ειδικός στις αμερικανοϊρανικές σχέσεις στο University College London, χαρακτήρισε ολόκληρη την επιχείρηση «κολοσσιαία στρατηγική αποτυχία», επισημαίνοντας ότι η έλλειψη συνοχής υπονόμευσε εξαρχής τις πιθανότητες επιτυχίας.
Παρόμοια θέση εκφράζουν και οι ειδικοί διεθνούς ασφάλειας Bamo Nouri και Inderjeet Parmar από το City St George’s University of London. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπέθεσαν λανθασμένα ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκούσε για να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση. Στην πράξη, όμως, το Ιράν δεν χρειαζόταν να νικήσει στρατιωτικά. Χρειαζόταν μόνο να αντέξει την πίεση.
Οι δύο αναλυτές υποστηρίζουν ότι η «φαντασίωση της αποφασιστικής νίκης» κατέρρευσε κάτω από το βάρος της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας. Όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο αυξάνεται το κόστος για όλες τις πλευρές.
Το οικονομικό κόστος για τις ΗΠΑ είναι ήδη τεράστιο. Το αμερικανικό Πεντάγωνο εκτίμησε ότι μέχρι τα τέλη Απριλίου το κόστος της επιχείρησης «Epic Fury» είχε φθάσει τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ άλλοι αξιωματούχοι ανεβάζουν το ποσό ακόμη και στα 50 δισεκατομμύρια.
Παράλληλα, η αύξηση στις τιμές των καυσίμων επηρεάζει άμεσα την αμερικανική οικονομία και ενισχύει τον πληθωρισμό. Το γεγονός αυτό δημιουργεί πολιτική πίεση προς τον Τραμπ, καθώς η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη από παρατεταμένες στρατιωτικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετά στελέχη της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης είχαν στο παρελθόν εκφραστεί ανοιχτά κατά ενός πολέμου με το Ιράν. Ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε προειδοποιήσει ότι μια σύγκρουση με την Τεχεράνη θα ήταν «δαπανηρή» για τις ΗΠΑ, ενώ η διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών, Tulsi Gabbard, είχε δηλώσει ότι ένας τέτοιος πόλεμος θα έκανε τις συγκρούσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν να μοιάζουν «με πικνίκ». Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, και οι δύο στηρίζουν πλέον δημόσια τη στρατηγική της κυβέρνησης. Αναλυτές θεωρούν ότι αυτή η μεταστροφή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική πολιτική ελίτ εγκλωβίζεται επανειλημμένα στη λογική ότι κάθε νέα σύγκρουση μπορεί να διεξαχθεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα από τις προηγούμενες.
Η κρίση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Αρκετοί Δημοκρατικοί γερουσιαστές κατηγορούν τον Τραμπ ότι προχώρησε σε πόλεμο χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, ενώ άλλοι επικρίνουν κυρίως τον τρόπο διεξαγωγής της σύγκρουσης και όχι την ίδια την απόφαση για στρατιωτική επέμβαση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι αυτή ακριβώς η στάση δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει στις ΗΠΑ η ιδέα ότι ένας «καλύτερα οργανωμένος» πόλεμος θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Η λογική αυτή, σύμφωνα με τους επικριτές της, αγνοεί ότι ακόμη και οι «δίκαιοι» πόλεμοι είναι απρόβλεπτοι, αιματηροί και πολιτικά επικίνδυνοι.
Οι διεθνείς ισορροπίες
Παράλληλα, η σύγκρουση επηρεάζει και τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος. Η Κίνα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Το Πεκίνο έχει ξεκαθαρίσει ότι επιθυμεί την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την άμεση αποκλιμάκωση της κρίσης.
Ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε το Πεκίνο για συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του, ο οποίος επανέλαβε ότι η Κίνα στηρίζει το δικαίωμα του Ιράν στην ειρηνική χρήση πυρηνικής ενέργειας.
Ο ειδικός σε θέματα Κίνας, Tom Harper, εκτιμά ότι το Πεκίνο βλέπει και γεωπολιτικά οφέλη σε μια παρατεταμένη αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, καθώς αυτή αποσπά την προσοχή και τους πόρους της Ουάσιγκτον από την Ασία και τον Ειρηνικό.
Αναλυτές επισημαίνουν ακόμη ότι η κρίση επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν πιο πολυπολικό κόσμο, όπου περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να αμφισβητούν πιο αποτελεσματικά την αμερικανική κυριαρχία. Το Ιράν, παρά τις στρατιωτικές απώλειες που υπέστη, κατάφερε να δείξει ότι μπορεί να προκαλεί σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος στους αντιπάλους του.
Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον διαπιστώνει ότι ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου δεν μπορεί εύκολα να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα μέσω της χρήσης βίας. Η πραγματικότητα αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τα παλιά ερωτήματα γύρω από τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και την αποτελεσματικότητα των επεμβάσεων αλλαγής καθεστώτος.
Το συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν πολλοί ειδικοί είναι ότι ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν δεν έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει σε ξεκάθαρη νίκη καμίας πλευράς. Αντίθετα, έχει αποκαλύψει τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής, τη δυνατότητα του Ιράν να αξιοποιεί τη γεωγραφία του ως όπλο και τη δυσκολία των σύγχρονων υπερδυνάμεων να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε πολιτική επιτυχία. Καθώς οι εχθροπραξίες συνεχίζονται και η διεθνής οικονομία παραμένει υπό πίεση, το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει αυτή η κρίση, αλλά και τι θα αφήσει πίσω της για το μέλλον της αμερικανικής ισχύος και της παγκόσμιας τάξης.