Πολιτισμός

Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet, Γράμμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη (Αθήνα, Κουκκίδα, 2025)

Είναι μεγάλη η χαρά μου, πρώτον, διότι θα μιλήσω για μια ποιήτρια, την Κλ. Μακρίδου-Robinet, η οποία, πριν από δύο χρόνια, τιμήθηκε από τον Όμιλο Λογοτεχνίας και Κριτικής (Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή της με τίτλο: Τα δόντια της βροχής, 2023), δεύτερον, διότι με το Γράμμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη έφτασε αισίως τις δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές, καλύπτοντας ένα χρονικό άνυσμα 33 ετών (από το 1992 έως το 2025), και, τρίτον, διότι η υπό παρουσίαση συλλογή της απευθύνεται στον μείζονα ποιητή Κυρ. Χαραλαμπίδη (η σπάνια στον χώρο της λογοτεχνίας συναδελφική αλληλεγγύη της Κλ. Μακρίδου-Robinet επιρρωνύεται και από τις σχετικά πρόσφατες «ομότεχνες» ποιητικές συλλογές της: Δώρος Λοΐζου - Ο ωραίος της επανάστασης, 2020· και Πίτσα Γαλάζη, 2024).

Το βιβλίο εκτείνεται σε 51 σελίδες, ενώ το εξώφυλλο διανθίζεται με φωτογραφία του Ρ. Χαρίση στην οποία απεικονίζεται ο Κυρ. Χαραλαμπίδης. Πάντως, σε μια επανέκδοση του βιβλίου αυτού θα ταίριαζε να προστεθούν ως υπότιτλος οι εξής στίχοι: «Και το μάτι μου δάκρυσε/σαν συνάντησε το δικό σου» (σ. 39, στ. 9-10). Στο προλογικό σημείωμα, γραμμένο από την πανεπιστημιακό Τζίνα Καλογήρου, επιχειρείται μια χρήσιμη για τον αναγνώστη αποτίμηση της συλλογής της Κλ. Μακρίδου-Robinet, όπου, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι ο Κυρ. Χαραλαμπίδης λειτουργεί ως εξωκειμενικός αλλά και ως ενδοκειμενικός παραλήπτης του έμμετρου γράμματος. Ας αναφερθεί, τέλος ότι το γράμμα αυτό απαρτίζεται από εφτά – δηλωμένα με λατινική αρίθμηση – μέρη και 668 στίχους.

Όσον αφορά τη θεματολογία, θα λέγαμε ότι ο παραλήπτης του γράμματος λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο εθνικής συνείδησης. Δεσπόζουν, βέβαια, η εισβολή του 1974, οι αγνοούμενοι και η αέναη αίσθηση της απώλειας, ενώ η πατρίδα παρουσιάζεται ως ιερός τόπος μνήμης και ταυτότητας. Επιπλέον, είναι έκδηλος ο καταγγελτικός τόνος για την παρατηρούμενη τάση εσωτερικής παραίτησης και την κυριαρχία μιας παγκοσμιοποιημένης νοοτροπίας που επέφερε την αλλοτρίωση. Είναι σαφές ότι η ποίηση προβάλλεται ως ηθικό χρέος και πράξη μνήμης, αλλά και ως ένας αγώνας για διατήρηση της πιο ατόφιας ρωμιοσύνης. Πάνω απ’ όλα για την Κλ. Μακρίδου-Robinet ίσταται η πατρίδα, η οποία στη συλλογή γράφεται με κεφαλαίο αρκτικό γράμμα.

Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα προσθέταμε τα εξής:

(α) Στη συλλογή δεν υπάρχουν τυπογραφικά και τυποτεχνικά ολισθήματα, σε αντίθεση με τις πλείστες εκδόσεις κύπριων λογοτεχνών, όπου τα λάθη, δυστυχώς, δεν αποτελούν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα – κάποτε, επομένως, οι λογοτέχνες είναι αδήριτη ανάγκη να αντιληφθούν ότι, όταν απευθύνονται σε έναν εκδοτικό οίκο, προκειμένου αυτός να εκδώσει το έργο τους, οφείλουν να απαιτούν επώνυμη φιλολογική επιμέλεια.

(β) Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση (όχι μόνο στα ρήματα αλλά και στις προσωπικές αντωνυμίες β΄ προσώπου) προσδίδει θεατρικότητα και, ταυτόχρονα, δημιουργεί αίσθηση οικειότητας. Οι κλητικές προσφωνήσεις προς τον ποιητή είναι αρκετά συχνές και παρουσιάζουν τις ακόλουθες μορφές: «Φίλε ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη» (αναφέρεται μία φορά), «ποιητή» (δύο φορές), «Ποιητά (μου)» (τρεις φορές) και «Κυριάκο» (δεκαπέντε φορές).

(γ) Λέμε συχνά ότι η γλώσσα ενός ποιητή, π.χ., μοιάζει με την καθημερινή κουβέντα ή ότι είναι δύσκολη ή και ακατανόητη κ.τλ. Στη συλλογή αυτή, ωστόσο, η γλώσσα της δημιουργού φαίνεται να γειτνιάζει περισσότερο με τη γλώσσα της λογοτεχνικής κριτικής.

(δ) Είναι ασφαλώς ευδιάκριτη η ευτολμία της ποιήτριας, τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις: αφενός, όταν εκφράζει ανοικτά το παράπονό της ότι οι κύπριοι ποιητές είναι απομονωμένοι από το εθνικό κέντρο· και, αφετέρου, όταν κάνει ρητή αναφορά στο επικίνδυνο για την ελληνικότητά μας κίνημα των Νεοκυπρίων: «Τον Ονήσιλο και τον Ευαγόρα να παλεύουν σαν τα θεριά/θυμίζαμε στους Νεοκύπριους/και κλαίγαμε για την κατάντια του Νησιού» (σ. 17, στ. 13-15). Σε αυτά, ως τρίτη, ίσως, περίπτωση ευτολμίας, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και ένα δίστιχο όπου γίνεται μνεία στην αντιχαραλαμπίδεια κριτική: «Γνώριζε καλά πως σε Μυστικούς Δείπνους/δεν απουσίαζαν ποτέ οι προδότες μαθητές» (σ. 17, στ. 19-20).

(ε) Στη συλλογή παρελαύνουν διάφοροι ήρωες της εντοπιότητας και του ευρύτερου ιστορικού και μυθολογικού χώρου, καθώς και αρκετά τοπωνύμια, που συνιστούν την πνευματική ανθρωπογεωγραφία της ποιήτριας.

(στ) Οι λιγοστές υπερρεαλιστικές εικόνες είναι επιτυχημένες: «Καταπίναμε τα κουκούτσια νομίζοντας/πως θα φυτρώσουν στάχυα στα σωθικά μας» (σ. 13, στ. 15-16).

(ζ) Ο χαρακτηρισμός «προφήτης» για τον Κυρ. Χαραλαμπίδη είναι και εύστοχος και δίκαιος, ειδικά στο θέμα των αγνοουμένων (βλ. κυρίως σ. 14, στ. 1-9).

(η) Πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε την ευρηματικότητα, άρα, ίσως, και το ταλέντο, ενός ποιητή: αξιολογώντας πώς αυτός συνεχίζει τους στίχους εκεί όπου άλλοι ομότεχνοί του δεν θα κατέληγαν σε αισθητικά ισόβαθμες επιλογές. Για παράδειγμα, στους στίχους «Οι φοβερές λαίλαπες του ’74 /πάγωσαν το ποιητικό σου αίμα» (σ. 17, στ. 7-8) επιτάσσεται ο αξεπέραστος, κατά τη γνώμη μας, στίχος «σε κρύσταλλο συνείδησης φοβερών γεγονότων» (ό.π., στ. 9).

(θ) Στους στίχους που ακολουθούν η δημιουργός, με έξοχο τρόπο, συμπυκνώνει την αγάπη και τον θαυμασμό της για τον Κυρ. Χαραλαμπίδη: «γίνεσαι συναισθηματικό αηδόνι/σπάνιου δραματικού λυρισμού/μιας ακανόνιστης/αλλά φροντισμένης γλώσσας» (σ. 15, στ. 13-16)· όπου το επίθετο «ακανόνιστης», με θετικό πάντα πρόσημο, μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως.

(ι) Η δημιουργός, σαφώς επηρεασμένη από τη χαραλαμπίδεια ποίηση, υιοθετεί βασικά συντακτικά σχήματα που μετέρχεται ο σημαντικός ομότεχνός της, όπως, για παράδειγμα, την πρόταξη της γενικής κτητικής και την επίταξη του αντικειμένου (προφανώς για τη δημιουργία ποιητικότροπου βηματισμού): «που θα κάψει των κοράκων τα φτερά» (σ. 19, στ. 7), αντί του (πιο) αναμενόμενου: «που θα κάψει τα φτερά των κοράκων».

(ια) Χρήση επιτυχημένων αναβαθμών: η πατρίδα, σύμφωνα με την ποιήτρια, έχει μετατραπεί σε «χαλίκι», έπειτα, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, σε «δέντρο» και, στη συνέχεια, σε «καράβι», ενώ αμέσως παρακάτω η πατρίδα ακολουθεί κατιούσα πορεία: από το «ναυάγιο» κατεβαίνει στο «χώμα», μετά στο «δάκρυ» και καταλήγει στην «προσφυγιά» (σ. 20, στ. 4-7).

(ιβ) Στη συλλογή αυτή η Κλ. Μακρίδου-Robinet «συνομιλεί», εκτός από τον Κυρ. Χαραλαμπίδη, και με τους Π. Μηχανικό, Γ. Σεφέρη, Οδ. Ελύτη, Δ. Σολωμό, Μ. Αναγνωστάκη κ.ά. Ενδεικτικά μπορούμε να παραβάλουμε τους στίχους της «Με πέτρες δεμένες στον λαιμό/να κρατηθούμε στο χώμα» (σ. 41, στ. 1-2) με τους γνωστούς στίχους του Μ. Αναγνωστάκη «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. / Να μην τις παίρνει ο άνεμος», ή ο στίχος της «λευκανθισμένη στου Ρωμιού την πέτρα» (σ. 29, στ. 11) με την ελύτικη «Ωδή ι΄» (μολονότι η μετοχή «λευκανθισμένη» απαντά αυτούσια στο Άσμα ασμάτων).

(ιγ) Στους ακόλουθους στίχους μπορεί να διαβάσει κανείς το ποιητολογικό μανιφέστο της Κλ. Μακρίδου-Robinet, τον δικό της αυτεπίστροφο ετασμό: «Η ποίηση είναι απόδραση των αισθημάτων/είναι δραπέτευση προσωπικότητας./ Αλλά για να δραπετεύσεις σημαίνει ότι την κατέχεις» (σ. 23, στ. 19-21)· ενώ οι παρακάτω στίχοι – ίσως οι καλύτεροι ολόκληρης της συλλογής – μπορούν να λειτουργήσουν και συνθηματικά:

Σε μας είναι να κάνουμε την ήττα της Κύπρου

νίκη και παρελθόν

για να έχει μέλλον…

(σ. 45, στ. 23-25)

Κλείνοντας, θα προτρέπαμε την Κλ. Μακρίδου-Robinet να προχωρήσει σε συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών της, έτσι ώστε οι μελετητές και οι αναγνώστες της να έχουν πιο συνολική και πιο ευρυγώνια άποψη για το έργο της. Πάντως, ο στίχος της, σύμφωνα με τον οποίο ο Κυρ. Χαραλαμπίδης «δίπλα στους μεγάλους κείται» (σ. 26, στ. 17), ενδεχομένως να μην αποτυπώνει πλέον την πραγματικότητα, με το επιχείρημα ότι ο Κυρ. Χαραλαμπίδης έχει ήδη ξεπεράσει ορισμένους από τους μεγάλους αυτούς ποιητές, ανεξαρτήτως τού εάν το ποιητικό έργο του δεν έχει ακόμα συμπεριληφθεί στον διαδικτυακό Παρνασσό της (ευρύτερης) νεοελληνικής λογοτεχνίας.

*Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας

Πρόεδρος Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής