Η θητεία ξαναμπαίνει στον ευρωπαϊκό χάρτη
Γερμανία, Δανία και σκανδιναβικές χώρες επαναφέρουν μοντέλα στρατιωτικής υπηρεσίας και εφεδρείας
Η Ευρώπη ξοδεύει ξανά για την άμυνα, όμως τα δισεκατομμύρια δεν αρκούν για να ξαναχτιστεί η στρατιωτική ισχύς μιας ηπείρου. Χρειάζονται στρατιώτες, έφεδροι, εκπαιδευμένο προσωπικό και κοινωνίες που ν’ αποδέχονται ότι η ασφάλεια επιστρέφει ως υπόθεση της καθημερινότητας. Μετά από δεκαετίες, κατά τις οποίες πολλές χώρες περιόρισαν στρατούς, έκλεισαν υποδομές και αντιμετώπισαν την άμυνα ως υπόθεση κυρίως των επαγγελματικών ενόπλων δυνάμεων, η στρατιωτική υπηρεσία μπαίνει ξανά στον ευρωπαϊκό χάρτη.
Δεν επιστρέφει παντού με την παλιά μορφή της υποχρεωτικής θητείας. Σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται πιο προσεκτικά: ως εθελοντική κατάταξη, ως ενίσχυση εφεδρειών, ως υποχρεωτική καταγραφή νέων, ως αξιολόγηση δεξιοτήτων ή ως επέκταση της στράτευσης και στις γυναίκες. Η κατεύθυνση, όμως, είναι κοινή. Η Ευρώπη αναζητά ανθρώπινο δυναμικό για μια νέα εποχή άμυνας, στην οποία τα οπλικά συστήματα από μόνα τους δεν αρκούν.
Από τα κονδύλια στο προσωπικό
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέτρεψε βεβαιότητες δεκαετιών. Η ήπειρος που είχε συνηθίσει να στηρίζεται στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και σε μικρότερους επαγγελματικούς στρατούς, βρέθηκε μπροστά σε ένα πολύ πιο σκληρό περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσα από το ReArm Europe / Readiness 2030, μιλά για δυνατότητα κινητοποίησης έως 800 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της άμυνας, με μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, δάνεια, κοινές προμήθειες και στήριξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Πίσω από τα ποσά, όμως, βρίσκεται το πιο πρακτικό πρόβλημα. Οι στρατοί δεν λειτουργούν μόνο με προμήθειες, συμβόλαια και εργοστάσια. Χρειάζονται ανθρώπους για να επανδρώσουν μονάδες, να συντηρήσουν συστήματα, να εκπαιδευτούν σε νέες τεχνολογίες και να σχηματίσουν εφεδρείες με πραγματική αξία. Εκεί αρχίζει η δυσκολία για κυβερνήσεις που επί χρόνια προσπαθούσαν να κρατήσουν την άμυνα μακριά από την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση.
Το γερμανικό καμπανάκι
Η Γερμανία είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Η χώρα που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδόμησε τη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση ως στοιχείο πολιτικής ταυτότητας, καλείται σήμερα να μεγαλώσει τη Bundeswehr. Το Βερολίνο έχει θέσει στόχο για 260.000 ενεργούς στρατιώτες, ενώ η ανάγκη για περισσότερους εφέδρους γίνεται ολοένα και πιο πιεστική. Η υποστελέχωση, ο ανταγωνισμός με την αγορά εργασίας και τα δημογραφικά δεδομένα αποτελούν πλέον βασικό εμπόδιο στην αμυντική αναβάθμιση της χώρας.
Η γερμανική κυβέρνηση κινείται, σε αυτήν τη φάση, με προσεκτικά βήματα. Δεν επαναφέρει άμεσα την υποχρεωτική θητεία, αλλά προωθεί μοντέλο εθελοντικής στρατιωτικής υπηρεσίας, με καταγραφή των 18χρονων και προσπάθεια δημιουργίας μεγαλύτερης δεξαμενής νέων που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν. Η λογική είναι να δοκιμαστεί πρώτα η εθελοντική προσέλευση, πριν η συζήτηση περάσει σε πιο δεσμευτικά μέτρα.
Η αντίδραση, ωστόσο, έχει ήδη φανεί. Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νεανικές οργανώσεις κινητοποιήθηκαν κατά της πολιτικής επανεξοπλισμού, συνδέοντας τη στρατιωτική στροφή με την καθημερινή πίεση που βιώνει η νέα γενιά. Για πολλούς νέους, η άμυνα δεν εμφανίζεται ως αφηρημένη γεωπολιτική ανάγκη, αλλά ως πιθανή διακοπή σπουδών, καθυστέρηση επαγγελματικών σχεδίων και ακόμη μία υποχρέωση σε μια περίοδο στεγαστικής και οικονομικής ανασφάλειας.
Το δανέζικο μοντέλο
Στη Δανία, η αλλαγή είναι πιο συγκεκριμένη. Η Κοπεγχάγη επέκτεινε τη στρατιωτική υπηρεσία και στις γυναίκες, με υποχρεωτική συμμετοχή στη διαδικασία αξιολόγησης για όσες κλείνουν τα 18 μετά την 1η Ιουλίου 2025. Παράλληλα, από το 2026 η διάρκεια της υπηρεσίας αυξάνεται από τέσσερεις σε έντεκα μήνες, ενώ ο αριθμός των κληρωτών αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
Η δανέζικη κυβέρνηση παρουσιάζει την απόφαση ως συνδυασμό ισότητας και αμυντικής ανάγκης. Στην πράξη, όμως, η Δανία δείχνει μια ευρύτερη μετατόπιση. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν αναζητούν μόνο περισσότερους επαγγελματίες στρατιωτικούς. Αναζητούν μεγαλύτερη κοινωνική δεξαμενή ετοιμότητας, με πολίτες που μπορούν να εκπαιδευτούν, να καταγραφούν και να κληθούν σε περίπτωση κρίσης.
Οι σκανδιναβικές χώρες είχαν ανέκαθεν διαφορετική αντίληψη για την άμυνα. Λόγω γεωγραφίας, γειτνίασης με τη Ρωσία και ιστορικής εμπειρίας, αντιμετωπίζουν τη στρατιωτική ετοιμότητα ως μέρος της συνολικής ανθεκτικότητας του κράτους. Δεν πρόκειται μόνο για στρατόπεδα και μονάδες, αλλά για την ικανότητα του κράτους να ξέρει ποιους μπορεί να καλέσει, σε ποιον ρόλο και με ποιες δεξιότητες.
Η κοινωνία στο επίκεντρο
Η νέα ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική δεν περνά μόνο μέσα στα Υπουργεία Άμυνας. Περνά και κρίνεται και στην κοινωνία. Η επιστροφή της συζήτησης για θητεία, εφεδρείες και εθνική υπηρεσία βρίσκει τους πολίτες ήδη πιεσμένους από ακρίβεια, στεγαστικό, κόστος ενέργειας, αδυναμίες στα συστήματα υγείας και χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οι κυβερνήσεις μπορούν να παρουσιάσουν τις αμυντικές δαπάνες ως αναγκαιότητα. Είναι πολύ δυσκολότερο να πείσουν μια νέα γενιά ότι η στράτευση πρέπει ξανά να θεωρηθεί φυσιολογικό μέρος της ζωής.
Γι’ αυτό και οι περισσότερες χώρες κινούνται σταδιακά. Αποφεύγουν τη βαριά πολιτικά λέξη «υποχρεωτική» και προτιμούν όρους όπως εθελοντική υπηρεσία, ετοιμότητα, ανθεκτικότητα, καταγραφή και δεξιότητες. Η στρατιωτική υπηρεσία δεν επιστρέφει με έναν ενιαίο ευρωπαϊκό κανόνα. Επανέρχεται χώρα με χώρα, ανάλογα με τις ανάγκες, τις πολιτικές αντοχές και το επίπεδο απειλής που αισθάνεται κάθε κοινωνία.
Η Ευρώπη μπαίνει σε μια περίοδο όπου η άμυνα δεν θα περιορίζεται πλέον σε εξοπλιστικά προγράμματα και ανακοινώσεις κορυφής. Θα αγγίζει τον προϋπολογισμό, την εκπαίδευση, την εργασία, την οικογένεια και τον χρόνο των νέων. Η μεγάλη αλλαγή δεν είναι μόνο ότι οι ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν περισσότερα για όπλα. Είναι ότι ξανασυζητούν τον ρόλο του πολίτη μέσα στο αμυντικό σύστημα.
Η θητεία ξαναμπαίνει στον ευρωπαϊκό χάρτη επειδή η εποχή των μικρών στρατών και της βεβαιότητας ότι η ειρήνη είναι μόνιμη έχει κλείσει. Το αν αυτή η νέα αμυντική εποχή θ’ αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα θα φανεί όχι μόνο από τα δισεκατομμύρια που θα εγκριθούν, αλλά από το κατά πόσον οι πολίτες θα πειστούν ότι η ασφάλεια είναι πια υπόθεση που τους αφορά άμεσα.