Αναλύσεις

Τρία επίπεδα επαναπροσέγγισης και το δίλημμα της ψήφου

Πέρασαν 23 χρόνια από το (τουρκικής κίνησης) άνοιγμα των οδοφραγμάτων και την έναρξη της ‘επίσημης επαναπροσέγγισης’, η οποία ξεκίνησε χρόνια πριν με πρωτοβουλίες διαφόρων ξένων, κύπριων διπλωματών και επιχειρηματιών. Στα περίπου 30 χρόνια επαναπροσέγγισης, καταγράφω κάποιες σκέψεις όσον αφορά στη συγκεκριμένη πολιτική.

Το πρώτο επίπεδο είναι η γνωριμία και οι δεσμοί φιλίας οι οποίοι αναπτύσσονται μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου και τους οποίους κανείς δεν μπορεί να κρίνει αρνητικά γιατί έχουν τη μορφή ανθρώπινης επαφής ανάμεσα σε κατοίκους του ίδιου νησιού. Απλώς θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτές οι ανιδιοτελείς φιλίες δεν πρέπει να τυγχάνουν εκμετάλλευσης από κάποιους κύκλους ως μέσο υψηλής πολιτικής, το οποίο θα δράσει ως καταλύτης για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και τον τερματισμό της κατοχής. Οι πολιτικές των σεισμών, των κουμπαριών, των ζεϊμπέκικων και των διακηρύξεων των Αθηνών έχουν ως αποτέλεσμα η Τουρκία να ασκεί κυριαρχία στο μισό Αιγαίο και το ελληνικό πολιτειακό κατεστημένο να χαίρεται για τα ήρεμα νερά. Οι Τούρκοι τίποτα δεν κάνουν τυχαία και προφανώς, αντιλαμβάνονται τις κινήσεις φιλίας ως κινήσεις δουλικότητας.

Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό της συστηματικής ενοχοποίησης των Ελλήνων με το σύνθημα ‘εκάμαμέν τους τζιαι εμείς’, ένα έωλο και ακατανόητο επιχείρημα. Δηλαδή δημιουργώντας το αίσθημα της ενοχής, σιωπήστε και δεχτείτε οποιαδήποτε λύση σάς επιβάλουν οι ξένοι και οι Τούρκοι κατακτητές. Όλοι οι κακοί Έλληνες έχουν κάνει κακό σε όλους τους καλούς Τούρκους. H τουρκική βάρβαρη εισβολή δεν ήταν αρκετή για να πληρώσετε για αυτά τα εγκλήματα και πρέπει να πληρώνετε με την υποταγή σας εις το διηνεκές. Εξισώνεται η επίσημη πολιτική συστηματικής εθνοκάθαρσης της Τουρκίας με τα εγκλήματα μεμονωμένων ομάδων Ελλήνων. Πολλές φορές αναρωτιέμαι, αφού υπάρχει τόσο πολύ έντονο το αίσθημα δικαιοσύνης σε ό,τι αφορά στα εγκλήματα που έγιναν από Έλληνες προς Τούρκους, γιατί τρεις Πρόεδροι, εκφραστές αυτής της πολιτικής της επαναπροσέγγισης μετά το 1974, δεν προσπάθησαν να οδηγήσουν αυτούς τους εγκληματίες ενώπιον της δικαιοσύνης; Η κατάντια αυτής της πολιτικής είναι η αυτομαστίγωσή μας μπροστά σε ξένους διπλωμάτες και σε διεθνείς οργανισμούς όπως η ΕΕ, όπου ‘επαΐοντες’ πολιτικοί, ευρωβουλευτές και μη, ομολογούν ‘εκάμαμέν τους τζιαι εμείς’. Από μόνοι μας οι Έλληνες απενοχοποιούμε την Τουρκία διαγράφοντας και ακυρώνοντας τα εγκλήματα και την εθνοκάθαρση εις βάρος των Ελλήνων. Φαντάζομαι υπάρχει και αντίστοιχα πληθώρα Τούρκων πολιτικών που σεργιανίζει και αναγνωρίζει τα εγκλήματα που διαπράττουν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Έχουμε ακόμη αλλάξει και το λεξιλόγιο, με την απελευθέρωση να γίνεται επανένωση και ο αγώνας να γίνεται διεκδίκηση! Τελικά, όντως, η ιστορία γράφεται από τους νικητές.

Το τρίτο επίπεδο και, κατά τη γνώμη μου, το πιο αισχρό είναι η προσπάθεια αλλοίωσης της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας των Κυπρίων. Ένα συνονθύλευμα αριστερών και δεξιών, πανεπιστημιακών και μη με τα λεφτά διαφόρων ΜΚΟ, προγραμμάτων και επιχειρηματιών βάλθηκαν να μας πείσουν ότι δεν είμαστε Έλληνες αλλά Κύπριοι με δική μας κυπριακή γλώσσα και πολιτισμό. Το πρώτο Κυπριακό Κρατικό Πανεπιστήμιο μάς βγήκε δικοινοτικό (αλήθεια, πόσα δικοινοτικά πανεπιστήμια υπάρχουν στα κατεχόμενα;), το Υφυπουργείο Πολιτισμού δηλώνει άγνοια για προώθηση του νεοκυπριακού-τουρκικού αφηγήματος σε διεθνή έκθεση και πάει λέγοντας. Εύχομαι να μην επαληθευτούν οι επιφυλάξεις του αείμνηστου πρώην Υπουργού Κωνσταντίνου Σπυριδάκι ότι η δημιουργία κυπριακών πανεπιστημίων θα έχει ως αποτέλεσμα την αποκοπή των νέων από τον εθνικό κορμό.

Δύο χαρακτηριστικά που παρατηρεί κανείς στους θιασώτες της επαναπροσέγγισης είναι το πώς λουφάζουν όταν συνεχώς προκαλεί η Τουρκία και πώς εξεγείρονται όταν μιλήσει κάποιος για ελληνισμό στην Κύπρο. Επιπλέον, κάνουν χρήση της διαλέκτου μας σε όλα τα πλαίσια (επίσημα και μη) χωρίς καμία διάκριση (π.χ. η χρήση της κοινής ελληνικής στον δημόσιο λόγο), ενώ ταυτόχρονα δείχνουν ιδιαίτερη σπουδή όταν είναι να μιλήσουν την αγγλοσαξωνική! Θεωρώ ότι τόσο η διάλεκτός μας, όσο και η κοινή ελληνική έχουν τον χώρο και τον χρόνο που θα ομιληθούν. Εντυπωσιάστηκα όταν είχα δει συνεντεύξεις Κυπρίων πριν από το 1974, όπου ο λόγος τους, στο πλαίσιο της τηλεόρασης, ήταν στην κοινή ελληνική. Δυστυχώς τα κατεχόμενα εδάφη μας τουρκοποιούνται-εξισλαμίζονται και οι ελεύθερες κυπροποιούνται (ό,τι και να σημαίνει αυτό!).

Στα πιο πάνω αν προστεθούν η ενθοκάθαρση στα κατεχόμενα και μετά το 1974 (20.000 εγκλωβισμένοι και σήμερα μερικές εκατοντάδες), η καταστροφή της ελληνικής ιστορικής και θρησκευτικής κληρονομιάς, οι χιλιάδες των παράνομων μεταναστών (με την αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης στις ελεύθερες περιοχές), η διακίνηση ναρκωτικών και διενέργεια άλλων εγκλημάτων, τα θέματα δημόσιας υγείας (π.χ. αφθώδης πυρετός), οι συνεχείς προκλήσεις των Τούρκων (π.χ. Πύλα), αντιλαμβάνεται κανείς ότι η επιβίωση του ελληνισμού στην Κύπρο θα πρέπει να αποτελεί πρώτιστο στόχο στις θέσεις των κομμάτων.

Από τα τέσσερα ιστορικά κόμματα, τα δύο μεγάλα έχουν από καιρό υιοθετήσει την αδιέξοδη πολιτική της επαναπροσέγγισης και τα δύο μικρότερα, χωρίς τους ιστορικούς τους ηγέτες, παλεύουν να επιβιώσουν στον αναπνευστήρα. Στις προγραμματικές δηλώσεις των νεοφανών κομμάτων η λέξη Ελληνισμός απουσιάζει παντελώς, ενώ με ινδάλματα δισεκατομμυριούχους μεσουρανεί ο ναρκισσισμός, ως αποτέλεσμα της χρήσης των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, και παντελής έλλειψης παιδείας. Πρότυπο δεν είναι ο νέος που έχει μελετήσει, έχει σπουδάσει, ή/και έχει εργαστεί και αποκτήσει γνώσεις, επαγγελματική εμπειρία και παιδεία, αλλά ο εθισμένος στην οθόνη με πρώτιστο στόχο την αύξηση των ‘likes’ μέσα από οποιαδήποτε χαζομάρα και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Βάσει των πιο πάνω και με γνώμονα την επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού, η προσπάθεια επιλογής υποψηφίου είναι τουλάχιστον τραγική.