Διεθνή

Τα χαμόγελα που έκρυψαν τη σύγκρουση: Η αθέατη «μάχη» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Σι Τζινπίνγκ αναφέρθηκε στην «παγίδα του Θουκυδίδη»

Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο μπορεί να προβλήθηκε ως μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης και επανεκκίνησης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο ισχυρότερες δυνάμεις του πλανήτη, ωστόσο πίσω από τις εικόνες διπλωματικής ευγένειας παραμένει ένας βαθύς και πολυεπίπεδος ανταγωνισμός. Οι ΗΠΑ και η Κίνα επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη συνεργασία και στη σύγκρουση, σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται ραγδαία και οι γεωπολιτικές εντάσεις εντείνονται. Από το εμπόριο και την τεχνολογία μέχρι την Ταϊβάν και τη στρατιωτική παρουσία στην Ασία, οι δύο υπερδυνάμεις δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια της μεταξύ τους σχέσης, γνωρίζοντας ότι ένα σοβαρό λάθος θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια αναταραχή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αναφορές στην «παγίδα του Θουκυδίδη» επανέρχονται όλο και πιο συχνά, ενισχύοντας τους φόβους ότι ο ανταγωνισμός Ουάσιγκτον και Πεκίνου ίσως αποτελέσει τη σημαντικότερη δοκιμασία για τη διεθνή σταθερότητα τις επόμενες δεκαετίες.

Οι συγκαλυμμένες διαφορές πίσω από τα χαμόγελα

Η νέα συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο παρουσιάστηκε δημοσίως ως μια επίδειξη διπλωματικής ευγένειας και πολιτικής σταθερότητας ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη. Οι εικόνες από τις τελετές υποδοχής, τα χαμόγελα μπροστά στις κάμερες και η ευπρέπεια στα επίσημα δείπνα δημιούργησαν την εντύπωση μιας σχέσης που εισέρχεται σε φάση εξομάλυνσης. Σύμφωνα με αναλυτές, όμως, πίσω από την επιμελώς σκηνοθετημένη ατμόσφαιρα, οι βαθιές στρατηγικές διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας παραμένουν ενεργές και ενδεχομένως πιο επικίνδυνες από ποτέ.

Η Ουάσιγκτον επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύνοδο ως μια προσπάθεια επαναφοράς των οικονομικών σχέσεων σε πιο προβλέψιμο πλαίσιο, με έμφαση στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στη διασφάλιση της πρόσβασης αμερικανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά. Αντίθετα, το Πεκίνο έδωσε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στη δημιουργία ενός ευρύτερου μηχανισμού «στρατηγικής σταθερότητας», μέσα από τον οποίο η κινεζική ηγεσία επιδιώκει να δεσμεύσει πολιτικά τον Τραμπ σε μια πιο συγκρατημένη στάση έναντι της Κίνας.

Για τον Σι Τζινπίνγκ, η σταθερότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ δεν αποτελεί απλώς διπλωματική επιλογή, αλλά και εσωτερική πολιτική ανάγκη. Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί ν’ αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις, από τη χαμηλή κατανάλωση μέχρι την κρίση στον τομέα των ακινήτων και τα προβλήματα χρηματοδότησης των τοπικών κυβερνήσεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια λιγότερο συγκρουσιακή σχέση με την Ουάσιγκτον λειτουργεί ως παράγοντας αποσυμπίεσης για το κινεζικό καθεστώς, το οποίο επιδιώκει ν’ αποφύγει νέους εμπορικούς πολέμους και οικονομικές αναταράξεις.

Η αμερικανική πλευρά, από την άλλη, θέλει να διατηρήσει την πίεση προς την Κίνα, χωρίς, όμως, να οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη ρήξη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να προβάλλει τον εαυτό του ως ηγέτη που μπορεί να πετύχει «καλύτερες συμφωνίες» για τις ΗΠΑ, τόσο στο εμπόριο όσο και στη γεωπολιτική. Ωστόσο, ακόμη και στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στο Πεκίνο. Ορισμένοι θεωρούν ότι απαιτείται σκληρότερη γραμμή, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι οι δύο οικονομίες είναι τόσο αλληλεξαρτώμενες, που μια συνολική σύγκρουση θα είχε τεράστιο κόστος.

Ωστόσο, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» παραμένει. Το ζήτημα της Ταϊβάν εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πηγή έντασης. Ο Σι φέρεται να ξεκαθάρισε στον Αμερικανό Πρόεδρο ότι η Ταϊβάν αποτελεί το σημαντικότερο ζήτημα για το Πεκίνο και ότι οποιαδήποτε «λανθασμένη διαχείριση» μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ευθεία σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων. Με αυτόν τον τρόπο, η Κίνα επιδιώκει να συνδέσει άμεσα το θέμα της Ταϊβάν με το συνολικό πλαίσιο των διμερών σχέσεων, στέλνοντας μήνυμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει στρατηγική σταθερότητα όσο η Ουάσιγκτον συνεχίζει να στηρίζει στρατιωτικά και πολιτικά την Ταϊπέι.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ απέφυγε δημόσια ν’ απαντήσει ευθέως στις προειδοποιήσεις του Σι. Η αμερικανική κυβέρνηση επανέλαβε ότι η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ταϊβάν δεν αλλάζει, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τόνισε πως θα ήταν «τεράστιο λάθος» οποιαδήποτε προσπάθεια της Κίνας να επιβάλει διά της βίας την επανένωση. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να στηρίζουν στρατιωτικά την Ταϊβάν μέσω εξοπλιστικών προγραμμάτων και στρατηγικής συνεργασίας, κάτι που το Πεκίνο θεωρεί άμεση πρόκληση.

Ειδικοί εξηγούν ότι η συνάντηση στο Πεκίνο αποκάλυψε έτσι μια βασική πραγματικότητα. Ουσιαστικά, οι δύο χώρες επιδιώκουν ταυτόχρονα συνεργασία και ανταγωνισμό. Η αποκλιμάκωση του εμπορικού πολέμου δεν σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι δομικές διαφορές, ενώ οι αντιπαραθέσεις γύρω από την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τις επενδύσεις, την ενεργειακή πολιτική και τη γεωπολιτική επιρροή συνεχίζουν να καθορίζουν τη σχέση.

Υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους;

Η εικόνα που συχνά παρουσιάζεται διεθνώς είναι απλοποιημένη, με μιαν Αμερική σε παρακμή απέναντι σε μιαν ασταμάτητα ανερχόμενη Κίνα. Στην πραγματικότητα, όμως, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα διαθέτουν ταυτόχρονα ισχυρά πλεονεκτήματα αλλά και σοβαρές αδυναμίες.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να κυριαρχεί σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι ιδιωτικές διαστημικές τεχνολογίες και οι υπερυπολογιστές. Τα αμερικανικά πανεπιστήμια και οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες εξακολουθούν να προσελκύουν σημαντικό μέρος του παγκόσμιου ταλέντου, διατηρώντας τις ΗΠΑ στην πρωτοπορία της καινοτομίας. Παράλληλα, όμως, η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται βαθιά πολωμένη. Η δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ συνοδεύεται από εντεινόμενες κατηγορίες περί αυταρχισμού, πολιτικής πόλωσης και υπονόμευσης θεσμών που παραδοσιακά θεωρούνταν ανεξάρτητοι.

Η επιθετική ρητορική απέναντι σε συμμάχους, οι εμπορικές πιέσεις προς ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες, αλλά και οι συχνές προσωπικές επιθέσεις κατά πολιτικών αντιπάλων έχουν προκαλέσει σημαντική φθορά στην αμερικανική «ήπια ισχύ». Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ προέβαλαν το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως παγκόσμιο πρότυπο. Σήμερα, όμως, ολοένα και περισσότεροι διεθνείς παρατηρητές αμφισβητούν κατά πόσον η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει το ηθικό πλεονέκτημα που επικαλούνταν στο παρελθόν.

Την ίδια ώρα, η Κίνα απέχει αρκετά από την εικόνα μιας ασταμάτητης υπερδύναμης χωρίς προβλήματα. Παρά τη σημαντική οικονομική και στρατιωτική άνοδο των τελευταίων δεκαετιών, η χώρα αντιμετωπίζει δομικές δυσκολίες. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, η αγορά ακινήτων βρίσκεται υπό πίεση, ενώ η δημογραφική γήρανση δημιουργεί μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Η ανεργία των νέων και οι πιέσεις στην εσωτερική κατανάλωση προκαλούν ανησυχία στην κινεζική ηγεσία, η οποία γνωρίζει ότι η κοινωνική σταθερότητα συνδέεται άμεσα με την οικονομική ευημερία.

Ακόμη και σε τομείς όπου η Κίνα θεωρείται πρωτοπόρος, όπως η ηλεκτροκίνηση και η πράσινη ενέργεια, υπάρχουν ενδείξεις υπερπαραγωγής, κρατικής σπατάλης και χαμηλής κερδοφορίας. Η τεράστια κρατική στήριξη δημιούργησε γιγαντιαίες βιομηχανικές δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε και σε υπερβολικό ανταγωνισμό μεταξύ κινεζικών εταιρειών. Πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν με εξαιρετικά χαμηλά περιθώρια κέρδους, ενώ ορισμένες επιβιώνουν κυρίως χάρη στις κρατικές επιδοτήσεις.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η Κίνα έχει εξελιχθεί σε ισχυρό αντίπαλο των ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην περιοχή του δυτικού Ειρηνικού. Το Ναυτικό της ενισχύεται διαρκώς με νέα αεροπλανοφόρα και υποβρύχια, ενώ οι πυραυλικές και αεροπορικές δυνατότητες της χώρας έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά, οι συνεχείς εκκαθαρίσεις ανώτερων αξιωματικών από τον Σι δημιουργούν ερωτήματα για το επίπεδο διαφθοράς και συνοχής στο εσωτερικό του κινεζικού στρατού. Το γεγονός ότι ο Κινέζος Πρόεδρος προχωρεί σε διαρκείς παρεμβάσεις στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων δείχνει πως εξακολουθεί να υπάρχει ανησυχία για την αξιοπιστία και την αφοσίωση του στρατιωτικού μηχανισμού.

Ανάλυση του Foreign Policy σημειώνει όμως ότι το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές φαίνεται να πιστεύουν υπερβολικά στις δυνατότητές τους. Στις ΗΠΑ, η πεποίθηση ότι η αμερικανική ισχύς μπορεί να επιβληθεί παντού παραμένει έντονη, ακόμη και μετά από αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις και στρατηγικά αδιέξοδα. Στην Κίνα, αντίστοιχα, η ενίσχυση του εθνικισμού και η αφήγηση περί «εθνικής αναγέννησης» ενισχύουν την αυτοπεποίθηση της ηγεσίας.

Αυτή η αμοιβαία υπερεκτίμηση δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον, στο οποίο ένα λάθος, μια κρίση ή ακόμη και ένα τυχαίο περιστατικό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Αναλυτές προειδοποιούν ότι όσο αυξάνεται η στρατιωτική παρουσία των δύο χωρών στην Ασία και όσο οξύνεται ο ανταγωνισμός τους στην τεχνολογία και στην οικονομία, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος ενός σοβαρού επεισοδίου.

Η παγίδα του Θουκυδίδη

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης στο Πεκίνο, ο Σι Τζινπίνγκ αναφέρθηκε στην «παγίδα του Θουκυδίδη», μια έννοια που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στις συζητήσεις για τις αμερικανοκινεζικές σχέσεις.

Η θεωρία αυτή βασίζεται στην ανάλυση του Πελοποννησιακού Πολέμου από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη. Σύμφωνα με αυτήν, όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κατεστημένη υπερδύναμη, αυξάνεται δραματικά ο κίνδυνος πολέμου.

Ο Θουκυδίδης είχε περιγράψει πως η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη οδήγησαν τελικά στη σύγκρουση. Στη σύγχρονη εκδοχή της θεωρίας, η Κίνα παρουσιάζεται ως η ανερχόμενη δύναμη που αμφισβητεί την αμερικανική κυριαρχία.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας προειδοποιούν ότι ακόμη και μικρές κρίσεις, όπως για παράδειγμα ένα εμπορικό επεισόδιο, μια κυβερνοεπίθεση ή ένα ναυτικό συμβάν στη Νότια Σινική Θάλασσα, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αφορμή για ευρύτερη αντιπαράθεση. Η ένταση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στις θαλάσσιες ζώνες της Ασίας, αλλά και η συνεχής στρατιωτική κινητικότητα γύρω από την Ταϊβάν, ενισχύουν αυτούς τους φόβους.

Το ζήτημα της Ταϊβάν θεωρείται το πιο πιθανό σημείο ανάφλεξης. Η Κίνα θεωρεί το νησί αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς της και δεν αποκλείει τη χρήση βίας για την επανένωση. Οι ΗΠΑ, από την άλλη, διατηρούν στρατηγική συνεργασία με την Ταϊπέι και συνεχίζουν να παρέχουν όπλα και υποστήριξη.

Η αμερικανική πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας», δηλαδή η αποφυγή ξεκάθαρης απάντησης για το αν οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν στρατιωτικά την Ταϊβάν, είχε στόχο επί δεκαετίες να αποτρέψει τόσο μια κινεζική εισβολή όσο και μια επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την Ταϊπέι.

Ωστόσο, η αυξανόμενη ένταση των τελευταίων ετών έχει ενισχύσει τις ανησυχίες ότι το ισοζύγιο αποτροπής γίνεται ολοένα πιο εύθραυστο. Η Κίνα πραγματοποιεί ολοένα συχνότερες στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, ενώ οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή και καλλιεργούν στενότερες σχέσεις με συμμάχους όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Παράλληλα, χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, αποφεύγοντας να ταυτιστούν πλήρως με κάποιαν από τις δύο πλευρές.

Παράλληλα, οι δύο χώρες συγκρούονται έμμεσα και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Η Κίνα επεκτείνει διαρκώς την οικονομική και διπλωματική της επιρροή μέσω επενδύσεων και μεγάλων έργων υποδομών, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν τα δικά τους δίκτυα επιρροής.

Παρά τις εντάσεις, ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Πεκίνο δείχνουν να επιθυμούν ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση. Το κόστος θα ήταν τεράστιο όχι μόνο για τις ίδιες αλλά και για ολόκληρο τον πλανήτη. Γι’ αυτό και οι συζητήσεις περί «στρατηγικής σταθερότητας» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Αναλυτές εκτιμούν ότι οι δύο υπερδυνάμεις αναζητούν πλέον τρόπους διαχείρισης του ανταγωνισμού τους χωρίς να ξεπεραστούν οι «κόκκινες γραμμές». Η πρόκληση όμως είναι τεράστια. Οι παγκόσμιες ισορροπίες μεταβάλλονται, νέες περιφερειακές δυνάμεις αναδύονται και το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο πολυκεντρικό.

Σε αυτό το αβέβαιο περιβάλλον, η σχέση ΗΠΑ – Κίνας θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της διεθνούς πολιτικής τα επόμενα χρόνια. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι δύο χώρες μπορούν ν’ αποφύγουν τη σύγκρουση, αλλά και αν μπορούν να συνυπάρξουν σε έναν κόσμο όπου καμία πλευρά δεν είναι πλέον απόλυτα κυρίαρχη. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα επηρεάσει όχι μόνο τις ίδιες τις υπερδυνάμεις, αλλά και τη σταθερότητα του παγκόσμιου συστήματος συνολικά.