Συνταξιοδοτική Μεταρρύθμιση 2027: Θεραπεύοντας το σύμπτωμα, αγνοώντας τη δημογραφική ρίζα
Η επικείμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που εξήγγειλε ο Υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας, με ορίζοντα εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2027, αποτελεί αναμφίβολα μια αναγκαία και θετική κίνηση. Η ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων, η άμβλυνση του πέναλτι του 12% για την πρόωρη αφυπηρέτηση και η εισαγωγή κοινωνικών πιστώσεων για τις μητέρες που μένουν στο σπίτι είναι μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα των κυβερνητικών εξαγγελιών, παραμένει μια σοβαρή αντίφαση: το κράτος επιχειρεί να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα της γήρανσης του πληθυσμού, αποφεύγοντας πεισματικά να αγγίξει τη ρίζα του προβλήματος, που είναι η δημογραφική κατάρρευση.
Κάθε συνταξιοδοτικό σύστημα βασίζεται σε μια απλή και αδιαμφισβήτητη αρχή: για να πληρώνονται οι συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, χρειάζονται νέοι εργαζόμενοι που να εισφέρουν στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ).
Στην Κύπρο, όμως, η κρατική πολιτική λειτουργεί αποτρεπτικά προς τη δημιουργία μεγάλων οικογενειών. Αντί να στηρίζει ουσιαστικά τις οικογένειες που γεννούν και ανατρέφουν τους μελλοντικούς εργαζόμενους και φορολογούμενους του τόπου, τις αποδυναμώνει οικονομικά μέσω αυστηρών και παρωχημένων κριτηρίων.
Τα εισοδηματικά όρια που εφαρμόζονται από το 2012 απαιτούν για συνεχή πρόσβαση στη στήριξη ακαθάριστο οικογενειακό εισόδημα μέχρι €49.000 και περιουσία μέχρι €1,2 εκατ., ανεξαρτήτως αν μια οικογένεια έχει ένα ή δέκα παιδιά. Το παράλογο είναι ότι τα ίδια ουσιαστικά μνημονιακά κριτήρια παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα εδώ και 14 χρόνια, παρά τον πληθωρισμό και τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες εργαζόμενοι γονείς μεσαίων εισοδημάτων τίθενται πλήρως εκτός του επιδόματος τέκνου. Και μαζί με αυτό, χάνουν πρόσβαση σε φοιτητικές χορηγίες, μειωμένα τιμολόγια ρεύματος και νερού, καθώς και σε άλλες μορφές κρατικής στήριξης.
Στην πράξη, το κράτος απαιτεί από μια μεγάλη οικογένεια να βρίσκεται κοντά στα όρια της φτώχειας για να θεωρείται άξια συνεχούς στήριξης.
Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής δεν είναι θεωρητικά. Αποτυπώνονται πλέον στα ίδια τα επίσημα στοιχεία του κράτους. Σε απαντητική επιστολή του Υπουργού Εργασίας προς τον Βουλευτή Πρόδρομο Αλαμπρίτη, καταγράφεται ότι οι πολύτεκνες κυπριακές οικογένειες που λάμβαναν κρατική στήριξη μειώθηκαν κατά περίπου 70%, από 10.065 το 2012 σε μόλις 3.166 το 2024.
Το ερώτημα πλέον είναι αμείλικτο:
Αν δεν γεννηθούν παιδιά από οικογένειες που θα ζήσουν, θα μορφωθούν και θα εργαστούν στην Κύπρο, ποιος θα στηρίξει το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τις επόμενες δεκαετίες;
Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα χωρίς νέα παιδιά είναι μαθηματικά καταδικασμένο, όσο ισχυρά και αν εμφανίζονται σήμερα τα δημόσια οικονομικά.
Καμία επενδυτική διαχείριση και καμία λογιστική βελτίωση των αποθεματικών δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δημογραφική ανανέωση.
Γι’ αυτό και η επικείμενη συζήτηση των νομοσχεδίων στη Βουλή το ερχόμενο φθινόπωρο δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε τεχνικές και λογιστικές παρεμβάσεις. Η νέα Βουλή και τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι το συνταξιοδοτικό και το δημογραφικό αποτελούν πλέον αλληλένδετα ζητήματα εθνικής σημασίας.
Απαιτείται ουσιαστικός επανασχεδιασμός της πολιτικής στήριξης της οικογένειας. Τα εισοδηματικά κριτήρια του επιδόματος τέκνου πρέπει να εκσυγχρονιστούν και να υπολογίζονται κατά κεφαλήν, ανάλογα με τον αριθμό των μελών, ώστε η πολυτεκνία να πάψει να λειτουργεί ως παράγοντας οικονομικής πίεσης και αποκλεισμού.
Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά μια ουσιαστική και ιστορική μεταρρύθμιση για το 2027, τότε οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει το δημογραφικό ως δευτερεύον θέμα και να στηρίξει έμπρακτα τη γέννηση και την ανατροφή των παιδιών αυτού του τόπου.
Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων