Αναλύσεις

Από το Νέο Δελχί στην κυπριακή πραγματικότητα: Οι ευημερούντες δείκτες και οι «αφανισμένες» οικογένειες

Αυτές τις μέρες που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πραγματοποιεί την επίσημη επίσκεψή του στην Ινδία συνοδευόμενος από ισχυρή επιχειρηματική αποστολή, αποτυπώνονται ξεκάθαρα και οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών: ενίσχυση επενδύσεων, επιχειρηματικότητας και μεγάλων οικονομικών τομέων.

Η εικόνα που εκπέμπεται προς τα έξω είναι σαφής. Η κυπριακή οικονομία αναβαθμίζεται, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης επιβραβεύουν τη χώρα, οι τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις καταγράφουν υψηλά κέρδη, ενώ σημαντικοί τομείς όπως ο τουρισμός, τα ακίνητα και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να ενισχύονται μέσα από στοχευμένες πολιτικές και κίνητρα.

Και πράγματι, κανένας σοβαρός πολίτης δεν επιθυμεί μια αδύναμη οικονομία. Η ανάπτυξη, οι επενδύσεις και η διεθνής αναβάθμιση της χώρας είναι θετικά στοιχεία που πρέπει να αναγνωρίζονται.

Το πραγματικό ερώτημα όμως που αρχίζει να κυριαρχεί μέσα στην κοινωνία είναι άλλο:

Πότε αυτή η οικονομική επιτυχία θα μεταφερθεί ουσιαστικά και στην ίδια την κυπριακή οικογένεια;

Από το 2012 και μετά, η κρατική πολιτική αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευέλικτη όταν επρόκειτο να στηρίξει την οικονομία, τις τράπεζες, τις μεγάλες επιχειρήσεις και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Το είδαμε στο παρελθόν με τις πολιτογραφήσεις, οι οποίες τόνωσαν σημαντικά την αγορά ακινήτων και συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς. Το βλέπουμε και σήμερα με φορολογικά κίνητρα προς αλλοδαπούς υψηλόμισθους εργαζόμενους και διεθνείς εταιρείες, αλλά και με κρατικά σχέδια εκατομμυρίων προς μεγάλους επιχειρηματικούς κλάδους.

Όλες αυτές οι πολιτικές ενίσχυσαν αναμφίβολα την οικονομική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα όμως αύξησαν σημαντικά τη ζήτηση κατοικιών, εκτόξευσαν τις τιμές ακινήτων και ενοικίων και έκαναν ολοένα δυσκολότερη τη στέγαση για τις νέες κυπριακές οικογένειες.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος της οικονομικής ανάπτυξης βασίζεται πλέον στην παρουσία εκτεταμένου ξένου εργατικού δυναμικού χαμηλού κόστους, το οποίο εξυπηρετεί σημαντικές ανάγκες της οικονομίας και ενισχύει την κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων. Το μοντέλο αυτό μπορεί να αυξάνει βραχυπρόθεσμα την οικονομική δραστηριότητα, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα σοβαρές πιέσεις στη στέγαση, στους μισθούς και στη δημογραφική ισορροπία της χώρας.

Και ενώ η οικονομία μετασχηματίζεται με γρήγορους ρυθμούς, η κοινωνική πολιτική προς τις κυπριακές οικογένειες παραμένει ουσιαστικά παγωμένη στο 2012.

Τα εισοδηματικά κριτήρια του επιδόματος τέκνου παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα εδώ και δεκατρία χρόνια, παρά τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής. Την ίδια στιγμή, ακόμη και το ύψος των παροχών για όσες οικογένειες εξακολουθούν να τις λαμβάνουν παραμένει ουσιαστικά παγωμένο και δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές οικονομικές πραγματικότητες και στις αυξημένες ανάγκες ανατροφής και μόρφωσης των παιδιών.

Παράλληλα, σημαντικά δικαιώματα και σχέδια που υπήρχαν πριν το 2012 δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ, όπως το σχέδιο χορηγίας πολυτεκνικού αυτοκινήτου, το οποίο στήριζε πρακτικά όλες τις μεγάλες οικογένειες.

Η πιο τραγική εικόνα αποτυπώνεται στις πολύτεκνες οικογένειες.

Το 2012 οι κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες που λάμβαναν στήριξη ανέρχονταν σε 10.065.

Το 2024 απέμειναν μόλις 3.166.

Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αργό δημογραφικό αφανισμό της μεγάλης κυπριακής οικογένειας, την ώρα που η Κύπρος εμφανίζει οικονομικά πλεονάσματα και ισχυρούς δείκτες ανάπτυξης.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας:

Η οικονομία ισχυροποιείται, αλλά ο ίδιος ο πολίτης αισθάνεται ολοένα πιο αδύναμος να αποκτήσει σπίτι, να δημιουργήσει οικογένεια και να μεγαλώσει παιδιά με ασφάλεια και προοπτική.

Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη αποστασιοποίηση της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα και τα παραδοσιακά κόμματα ενόψει των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών. Οι πολίτες δεν αμφισβητούν την οικονομική πρόοδο της χώρας. Ζητούν όμως να νιώσουν και οι ίδιοι ότι η ανάπτυξη μεταφράζεται σε καλύτερη καθημερινότητα και πραγματική προοπτική ζωής.

Η κοινωνία δεν ζητά να σταματήσουν οι επενδύσεις ούτε να ανακοπεί η ανάπτυξη.

Ζητά όμως επιτέλους να υπάρξει ισορροπία.

Να μεταφερθεί μέρος αυτής της οικονομικής επιτυχίας και προς τις ίδιες τις κυπριακές οικογένειες. Να υπάρξει πραγματική στεγαστική πολιτική, ουσιαστική στήριξη των παιδιών, σύγχρονες κοινωνικές δομές, δημόσιοι βρεφοκομικοί σταθμοί και προϋποθέσεις ώστε ένας νέος άνθρωπος να μπορεί να δημιουργήσει την οικογένεια που επιθυμεί χωρίς να αισθάνεται οικονομικά εγκλωβισμένος.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τις διεθνείς συμφωνίες, τις επενδύσεις και τους οικονομικούς δείκτες, αλλά και από το αν οι ίδιοι οι πολίτες της μπορούν να χτίσουν με αξιοπρέπεια το μέλλον των παιδιών τους στον τόπο τους.

*Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων