«Κολλημένες» στα ύψη οι τιμές των καυσίμων
Αυξήσεις μετά τη μείωση φόρου, στρεβλώσεις στην αγορά και νέα πίεση στα νοικοκυριά
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος παραμένουν οι τιμές των καυσίμων στην Κύπρο, καθώς ακόμη και μικρές μεταβολές τους έχουν άμεσο αντίκτυπο στο κόστος μετακίνησης, αλλά και ευρύτερα στην οικονομική δραστηριότητα. Παρά τη φορολογική ελάφρυνση που τέθηκε σε εφαρμογή στις αρχές Απριλίου, η αγορά φαίνεται να επανέρχεται σε ανοδική τροχιά, με τις αυξήσεις να καταγράφονται σταδιακά και να παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις από επαρχία σε επαρχία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται, συνδέεται και με τα όσα επισημαίνει ο πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, Μάριος Δρουσιώτης, ο οποίος κάνει λόγο για σταθεροποίηση των τιμών από τη Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά σε επίπεδα ιδιαίτερα υψηλά, μετά και από δύο διαδοχικές αυξήσεις. Όπως υπογραμμίζει, η αγορά δεν έχει επιστρέψει σε συνθήκες ομαλοποίησης, ενώ καταγράφονται και στρεβλώσεις σε σχέση με τη μετακύλιση της φορολογικής μείωσης στους καταναλωτές.
Σε παγκύπρια βάση, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 ανέρχεται σήμερα στα 1,543 ευρώ το λίτρο, με τη φθηνότερη να διαμορφώνεται στα 1,458 ευρώ και την ακριβότερη στα 1,618 ευρώ, έναντι 1,514, 1,444 και 1,599 ευρώ αντίστοιχα στις αρχές Απριλίου. Αντίστοιχα, η μέση τιμή της αμόλυβδης 98 φτάνει τα 1,613 ευρώ, με εύρος από 1,528 έως 1,799 ευρώ, σε σύγκριση με 1,582, 1,494 και 1,703 ευρώ στις αρχές του ίδιου μήνα.
Στο πετρέλαιο κίνησης, η μέση τιμή διαμορφώνεται πλέον στα 1,888 ευρώ το λίτρο, με τη χαμηλότερη τιμή στα 1,785 ευρώ και την υψηλότερη στα 1,978 ευρώ, έναντι 1,843, 1,747 και 1,898 ευρώ αντίστοιχα στις αρχές Απριλίου.
Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν ότι, παρά τα μέτρα ελάφρυνσης, οι τιμές όχι μόνο δεν αποκλιμακώθηκαν ουσιαστικά, αλλά ακολουθούν εκ νέου ανοδική πορεία, διατηρώντας την πίεση στα νοικοκυριά και εντείνοντας τον προβληματισμό για τη λειτουργία της αγοράς και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Νέες αυξήσεις και αβεβαιότητα στην αγορά καυσίμων
Μιλώντας στη «Σημερινή», ο Μάριος Δρουσιώτης περιγράφει μια εικόνα συγκρατημένης σταθερότητας στην αγορά καυσίμων το τελευταίο διάστημα, η οποία, ωστόσο, δεν συνεπάγεται μείωση του κόστους για τους πολίτες.
Όπως αναφέρει, οι τιμές παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες από τη Μεγάλη Εβδομάδα, παρά το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα καταγράφηκαν δύο αυξήσεις. Η σταθεροποίηση αυτή, σημειώνει, έχει επέλθει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, γεγονός που συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά τους καταναλωτές.
Σε ό,τι αφορά τη βενζίνη, η μέση παγκύπρια τιμή δεν έχει ακόμη ξεπεράσει το ιστορικό υψηλό που καταγράφηκε στις 12 Ιουλίου 2022, όταν είχε φτάσει το 1,880 ευρώ το λίτρο. Σήμερα διαμορφώνεται γύρω στο 1,543 ευρώ, παραμένοντας ωστόσο σε επίπεδα που προκαλούν πίεση στα νοικοκυριά.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο, αν και χαμηλότερο σε σχέση με το 1,989 ευρώ του Ιουλίου 2022, εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα, περίπου στο 1,888 ευρώ. Το πετρέλαιο θέρμανσης παρουσιάζει επίσης μείωση σε σχέση με τα 1,515 ευρώ του 2022, φτάνοντας σήμερα γύρω στο 1,385 ευρώ, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ουσιαστική αποκλιμάκωση του κόστους για τους καταναλωτές.
Ερωτηθείς κατά πόσον αναμένονται νέες αυξήσεις, ο κ. Δρουσιώτης ανέφερε ότι δεν μπορεί να τις προβλέψει, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως μόλις την προηγούμενη εβδομάδα συγκεκριμένη εταιρεία προχώρησε σε αύξηση τιμών, κυρίως στη βενζίνη, γεγονός που διατηρεί την αβεβαιότητα στην αγορά.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι παρατηρούνται τιμές που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των καταναλωτών, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη μη ορθή εφαρμογή της μείωσης του συντελεστή φόρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, 19 πρατήρια δεν προχώρησαν σε καμία μείωση, διατηρώντας το όφελος για τους ίδιους, ενώ επιπλέον 97 πρατήρια εφάρμοσαν μειώσεις μικρότερες από το προβλεπόμενο 8,33%.
«Αυτό δεν είναι δικαιολογημένο, καθώς η μείωση θεσπίστηκε για να περάσει στον καταναλωτή», τονίζει χαρακτηριστικά.
Την ίδια ώρα, προκαλεί αντιδράσεις η στάση της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, θεωρεί τις συγκεκριμένες περιπτώσεις δικαιολογημένες.
Σε σχέση με τους λόγους που επηρεάζουν την πορεία των τιμών, ο πρόεδρος του Συνδέσμου αποδίδει τις αυξήσεις κυρίως στην ανησυχία που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, θέτει ερωτήματα κατά πόσον οι αυξήσεις που έχουν ήδη καταγραφεί αντανακλούν πραγματικά τις διεθνείς εξελίξεις ή αν θα μπορούσαν να είναι πιο περιορισμένες.
Καταληκτικά, σημειώνει ότι το ζητούμενο για την αγορά είναι η διατήρηση των τιμών σε σταθερά επίπεδα, χωρίς περαιτέρω επιβαρύνσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δοκιμάζονται από το υψηλό κόστος ενέργειας.
Πού «χάνεται» η μείωση στην αντλία
Η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στην αντλία δεν είναι απλώς η διεθνής τιμή του πετρελαίου συν τον φόρο. Είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης αλυσίδας: τιμές εισαγωγής, αποθέματα, κόστος μεταφοράς, λειτουργικά έξοδα, περιθώρια εταιρειών και πρατηρίων, ειδικοί φόροι και ΦΠΑ. Γι’ αυτό και μια φορολογική μείωση δεν μεταφράζεται πάντα αυτόματα και ομοιόμορφα σε αντίστοιχη μείωση στην τελική τιμή.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο η πολυπλοκότητα της τιμολόγησης. Είναι η διαφάνεια. Όταν το κράτος μειώνει τον φόρο κατά 8,33 σεντ το λίτρο, ο καταναλωτής αναμένει να δει το όφελος καθαρά στην αντλία. Αν την ίδια περίοδο υπάρχουν αυξήσεις από τις εταιρείες, ανατιμήσεις στα φορτία ή διαφοροποιήσεις ανά πρατήριο, τότε το πραγματικό αποτέλεσμα θολώνει. Η μείωση μπορεί να απορροφηθεί μερικώς, να συμψηφιστεί με νέες αυξήσεις ή να φτάσει στον πολίτη κουτσουρεμένη.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η βασική αδυναμία των προσωρινών μέτρων. Μπορούν να περιορίσουν μέρος της πίεσης, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους αν δεν συνοδεύονται από αυστηρή παρακολούθηση της αγοράς και σαφή εικόνα για το πώς διαμορφώνεται η τελική τιμή. Διαφορετικά, η φορολογική ανάσα κινδυνεύει να χαθεί στη διαδρομή από την κρατική απόφαση μέχρι την αντλία.
Το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά
Η ανοδική πορεία των τιμών αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια όταν μεταφραστεί σε καθημερινά έξοδα για τα νοικοκυριά. Από τις αρχές Μαρτίου μέχρι τις 20 Απριλίου, ένα γέμισμα 50 λίτρων βενζίνης ακρίβυνε κατά €10,65, ενώ στο ντίζελ η επιβάρυνση έφτασε τα €22,50. Την ίδια στιγμή, η κρατική μείωση των 8,33 σεντ ανά λίτρο αντιστοιχεί σε μόλις €4,17 ανά γέμισμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η φορολογική παρέμβαση περιόρισε μόνο μέρος της αύξησης, χωρίς να ανατρέψει τη συνολική τάση ακρίβειας.
Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, όπου η χρήση αυτοκινήτου αποτελεί καθημερινή αναγκαιότητα και όχι επιλογή, οι αυξήσεις αυτές αποκτούν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα το πετρέλαιο κίνησης, το οποίο καταγράφει αύξηση σχεδόν 32% σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών, εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα πίεσης, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τους οδηγούς αλλά και το κόστος μεταφορών, διανομών και τελικά τις τιμές βασικών αγαθών.
Ενδεικτικά, για ένα νοικοκυριό με ένα αυτοκίνητο βενζίνης και μηνιαία κατανάλωση περίπου 70 λίτρων, η αύξηση κατά 21,3 σεντ ανά λίτρο μεταφράζεται σε επιπλέον €15 τον μήνα ή σχεδόν €180 σε ετήσια βάση, εφόσον οι τιμές παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα.
Για οικογένεια με δύο οχήματα και συνολική κατανάλωση 140 λίτρων τον μήνα, η επιβάρυνση στη βενζίνη ανέρχεται περίπου στα €30 μηνιαίως ή €358 ετησίως.
Στην περίπτωση του πετρελαίου κίνησης, η επιβάρυνση είναι αισθητά μεγαλύτερη. Ένας οδηγός με κατανάλωση 60 λίτρων τον μήνα καταβάλλει περίπου €27 περισσότερα σε σχέση με τις αρχές Μαρτίου, ενώ για κατανάλωση 100 λίτρων το επιπλέον κόστος αγγίζει τα €45 τον μήνα ή €540 σε ετήσια βάση.
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στο πετρέλαιο θέρμανσης. Μια παραγγελία 500 λίτρων, που στις αρχές Μαρτίου κόστιζε περίπου €475, έφτασε στις 20 Απριλίου τα €684,50, δηλαδή €209,50 περισσότερα για την ίδια ποσότητα.
Σε υψηλά επίπεδα η βενζίνη στις ΗΠΑ
Την ίδια ώρα, η ανοδική πίεση στις τιμές των καυσίμων δεν αποτελεί μόνο κυπριακό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές σκηνικό αβεβαιότητας και ανατιμήσεων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή της βενζίνης στα πρατήρια καυσίμων κατέγραψε το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, σύμφωνα με στοιχεία της American Automobile Association. Συγκεκριμένα, η μέση τιμή ανήλθε στα 4,18 δολάρια ανά γαλόνι (3,785 λίτρα), σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με τα 2,98 δολάρια που ίσχυαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης - μια άνοδος που προσεγγίζει το 40%.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις ανησυχίες για τη διακίνηση ενεργειακών πόρων, ιδιαίτερα μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τους σημαντικότερους διαύλους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως.