Αναλύσεις

Η Στρατηγική Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού ως διαφορικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων

Η Στρατηγική Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού (ΣΔΑΔ) ανέκαθεν αποτελούσε ορόσημο για την προσέλκυση, διατήρηση, και ανάπτυξη ταλέντων, εξασφαλίζοντας παράλληλα την οριζόντια ολοκλήρωση με τους ευρύτερους στόχους του οργανισμού. Ιστορικά, η ΔΑΔ έχει μετεξελιχθεί σημαντικά, με αφετηρία την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης ως απλή Διοίκηση Απασχόλησης και Προσωπικού, και εξελίχθηκε στη σύγχρονη, ολοκληρωμένη Στρατηγική Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού.

Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η προσέγγιση αυτή είναι ύψιστης σημασίας. Καθώς οι ανθρώπινοι πόροι είναι περιορισμένοι, υπάρχει αδήριτη ανάγκη για άριστη και στοχευμένη διαχείριση. Οι επιχειρήσεις αυτές συνήθως δεν έχουν την πολυτέλεια ενός πολυμελούς τμήματος HR. Ωστόσο, η ηγεσία οφείλει να κατέχει τις απαραίτητες γνώσεις για να διαχειρίζεται στρατηγικά το ανθρώπινο δυναμικό της και να προσαρμόζεται άμεσα στις ραγδαίες τάσεις που αναδιαμορφώνουν το σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον.

Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο ιδιοκτήτης ή/και ο γενικός διευθυντής καλείται συχνά να αναλάβει, έστω και άτυπα, τον ρόλο του στρατηγικού διαχειριστή ανθρωπίνων πόρων. Η πρόκληση εδώ δεν είναι η απλή διεκπεραίωση γραφειοκρατικών διαδικασιών. Αντίθετα, η ΔΑΔ πρέπει πλέον να λειτουργεί ως πραγματικός στρατηγικός συνεργάτης που καινοτομεί, δημιουργεί συνοχή και ευθυγραμμίζει το όραμα της εταιρίας με τους ανθρώπους της. Ένας εργαζόμενος που κατανοεί πώς η δουλειά του συμβάλλει στη συνολική επιτυχία του οργανισμού, μετατρέπεται από απλός υπάλληλος σε στρατηγικός εταίρος.

Αφενός, για να μπορέσει ένας οργανισμός να παραμείνει ανταγωνιστικός, οφείλει να αφουγκράζεται τις παγκόσμιες τάσεις. Η λήψη αποφάσεων αποκλειστικά βάσει ενστίκτου ανήκει πλέον στο παρελθόν. Πλέον, τα ψηφιακά εργαλεία και οι εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης επιτρέπουν ακόμη και στις μικρότερες επιχειρήσεις να αξιολογούν την απόδοση και να εντοπίζουν ικανά στελέχη. Το κλειδί, ωστόσο, είναι η διαφάνεια. Δηλαδή, τα συστήματα λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι ξεκάθαρα και εξηγήσιμα στους εργαζομένους, ώστε να καλλιεργείται κλίμα εμπιστοσύνης.

Επιπροσθέτως, η τηλεργασία και τα υβριδικά μοντέλα δεν αποτελούν απλώς ένα κατάλοιπο της πανδημίας (COVID-19), αλλά μια παγιωμένη κοινωνική απαίτηση. Για τη ΔΑΔ, το μεγάλο στοίχημα είναι η διατήρηση της εταιρικής κουλτούρας, της συνοχής και της ομαδικότητας, όταν τα μέλη δεν συνυπάρχουν καθημερινά στον ίδιο φυσικό χώρο.

Η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη καθιστά τις υπάρχουσες γνώσεις γρήγορα παρωχημένες. Η στοχευμένη επένδυση στην επανεκπαίδευση (re-skilling) του υφιστάμενου προσωπικού αποδεικνύεται πολύ πιο αποδοτική στρατηγικά και οικονομικά, από τη διαρκή αναζήτηση νέων ταλέντων στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, η σύγχρονη διοίκηση καλείται να αντιμετωπίσει και έντονες δημογραφικές προκλήσεις, διαχειριζόμενη αποτελεσματικά τη διαφορετικότητα και τα σύνθετα διλήμματα που σχετίζονται με την εργοδότηση εγχώριου και αλλοδαπού δυναμικού. Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ο ρόλος της Πράσινης και Βιώσιμης ΔΑΔ, η οποία δεν περιορίζεται στο οικονομικό κέρδος, αλλά εστιάζει στο «τριπλό αποτέλεσμα» (οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό) με γνώμονα το κοινό καλό.

Τέλος, η ψυχική υγεία και η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής αποτελούν πλέον βασικά κριτήρια επιλογής εργοδότη. Φαινόμενα όπως η σιωπηρή παραίτηση (quiet quitting) και η επαγγελματική εξουθένωση (burnout) μπορούν να αποτραπούν μόνο μέσα από ένα εργασιακό περιβάλλον που δείχνει έμπρακτη ενσυναίσθηση.

Κλείνοντας, η Στρατηγική Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού δεν αποτελεί επουδενί «πολυτέλεια» που αφορά στην παγκόσμια αγορά εργασίας ή στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες. Αξίζει να τοποθετηθεί ως η καρδιά της βιωσιμότητας κάθε σύγχρονης επιχείρησης. Σε ένα αδυσώπητα ανταγωνιστικό περιβάλλον, τα προϊόντα, οι υπηρεσίες και οι διαδικασίες μπορούν εύκολα να αντιγραφούν και να γίνουν καλύτερες από τον ανταγωνισμό. Το μοναδικό πραγματικό και μη αντιγράψιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ενός οργανισμού είναι οι Άνθρωποί του. Στην ουσία, ο χρυσός κανόνας είναι ότι μόνο όσοι νιώθουν ότι έχουν αξία, μπορούν πραγματικά να προσθέσουν αξία (only those who feel valued can truly add value).

*Λιμενοφύλακας στην Αρχή Λιμένων Κύπρου, φοιτητής του Προπτυχιακού Προγράμματος Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου