Αναλύσεις

Περιουσιακό: Από νίκη σε στρατηγική διεκδίκηση

Η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης να απορρίψει τέσσερεις συνεχόμενες τουρκικές προσπάθειες τερματισμού της επιτήρησης της εκτέλεσης της απόφασης της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά μια σημαντική πολιτική, νομική και διπλωματική επιτυχία για τη Λευκωσία. Η Τουρκία επιδίωξε να πείσει τα κράτη-μέλη ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σε σχέση με το περιουσιακό και ότι δεν υφίσταται πλέον λόγος συνέχισης της παρακολούθησης της υπόθεσης. Η αποτυχία της προσπάθειας αυτής επιβεβαιώνει ότι η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να θεωρεί πως παραμένουν σοβαρά ζητήματα μη συμμόρφωσης της Άγκυρας με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα των υποθέσεων της ομάδας Ξενίδη-Αρέστη, που εδώ και δύο δεκαετίες αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής νομικής συζήτησης γύρω από τα περιουσιακά δικαιώματα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων. Οι αποφάσεις αυτές δεν περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Καθιερώνουν την αρχή ότι η Τουρκία, ως δύναμη που ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στα κατεχόμενα, φέρει ευθύνη για τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η σημασία τους είναι τεράστια, διότι διατηρούν ζωντανό το θεμελιώδες νομικό επιχείρημα ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν έχει παραγραφεί ούτε εξαντληθεί από το πέρασμα του χρόνου, ενώ έμμεσα τίθεται σε αμφισβήτηση η αποτελεσματικότητα της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας της Τουρκίας στα κατεχόμενα.

Η Άγκυρα, αντιλαμβανόμενη τη βαρύτητα αυτής της νομολογίας, ακολουθεί εδώ και χρόνια μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Στόχος της δεν είναι απλώς να κερδίσει μια διαδικαστική μάχη στο Στρασβούργο. Στόχος της είναι να παγιώσει διεθνώς την αντίληψη ότι το περιουσιακό έχει ουσιαστικά διευθετηθεί μέσω της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας στα κατεχόμενα. Αν αυτή η θέση γινόταν πλήρως αποδεκτή από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα δημιουργούσε μια νέα πραγματικότητα. Η Τουρκία θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ενώ ταυτόχρονα οι συνεχιζόμενες αγοραπωλησίες και αναπτύξεις σε ελληνοκυπριακή γη θα αποκτούσαν μεγαλύτερη πολιτική και νομική ασφάλεια.

Η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Υπουργών απέτρεψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν σοβαρό λάθος να θεωρηθεί ότι η Κύπρος βρίσκεται πλέον σε πλεονεκτική θέση. Η πραγματικότητα επί του εδάφους εξελίσσεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τις διαδικασίες των ευρωπαϊκών θεσμών. Κάθε χρόνο που περνά, νέες αναπτύξεις ανεγείρονται σε ελληνοκυπριακές περιουσίες, νέοι επενδυτές αποκτούν συμφέροντα στα κατεχόμενα και νέες οικονομικές δραστηριότητες δημιουργούν τετελεσμένα που καθιστούν δυσκολότερη την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών.

Το μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα για τη Λευκωσία είναι ότι η Τουρκία φαίνεται να εργάζεται με ορίζοντα δεκαετιών, ενώ η κυπριακή πολιτική συχνά κινείται με λογική διαχείρισης της επικαιρότητας. Η διατήρηση μιας υπόθεσης υπό επιτήρηση αποτελεί αναμφίβολα επιτυχία. Δεν συνιστά όμως από μόνη της στρατηγική. Η πραγματική πρόκληση είναι πώς αυτή η επιτυχία θα μετατραπεί σε εργαλείο άσκησης πίεσης και ανατροπής των κατοχικών τετελεσμένων.

Το πρώτο βήμα πρέπει να είναι η εντατικοποίηση της προσπάθειας για αξιοποίηση όλων των μηχανισμών που προβλέπει το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τόσο στη περίπτωση της Διακρατικής Προσφυγής, όσο και στις περιπτώσεις των ατομικών προσφυγών στην Ομάδα Ξενίδη-Αρέστη. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των διαδικασιών που επιτρέπουν στην Επιτροπή Υπουργών να ζητεί από το Δικαστήριο αξιολόγηση του βαθμού συμμόρφωσης ενός κράτους. Μια νέα δικαστική κρίση που θα επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία δεν έχει εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της και θα της επέβαλλε κυρώσεις και την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, θα ενίσχυε σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση της Λευκωσίας.

Δεύτερον, η Κύπρος χρειάζεται μια οργανωμένη και μόνιμη διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης. Μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση για το περιουσιακό παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη εντός της κυπριακής πραγματικότητας. Στο εξωτερικό, πολλοί επενδυτές, εταιρείες και αγοραστές ακινήτων αγνοούν το νομικό καθεστώς σημαντικού μέρους των ακινήτων που αγοράζουν στα κατεχόμενα. Η Λευκωσία πρέπει να δημιουργήσει μηχανισμούς ενημέρωσης σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σε αγορές ακινήτων και σε διεθνή επενδυτικά φόρουμ, ώστε να καταστεί σαφές ότι οι συγκεκριμένες περιουσίες αποτελούν αντικείμενο ενεργών και διατηρούμενων διεκδικήσεων.

Τρίτον, απαιτείται συστηματική καταγραφή όλων των περιπτώσεων παράνομης αξιοποίησης ελληνοκυπριακών περιουσιών. Η δημιουργία μιας ενισχυμένης εξειδικευμένης μονάδας με διεθνείς νομικούς, οικονομικούς αναλυτές και ειδικούς σε θέματα εταιρικών δομών θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για επενδυτές, εταιρείες ανάπτυξης γης, μεσάζοντες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που εμπλέκονται σε συναλλαγές πάνω σε περιουσίες εκτοπισμένων.

Τέταρτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να συνδέσει πολύ πιο αποτελεσματικά το περιουσιακό με την ευρωπαϊκή ατζέντα της Τουρκίας. Η Άγκυρα επιδιώκει αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και διευκολύνσεις στη διακίνηση πολιτών. Η Λευκωσία οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η ουσιαστική πρόοδος σε αυτά τα πεδία δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ και τον σεβασμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.

Πέμπτον, είναι αναγκαία η ενίσχυση των νομικών εργαλείων που ήδη διαθέτει η Δημοκρατία. Οι πρόσφατες ποινικές και αστικές διαδικασίες που σχετίζονται με παράνομες αγοραπωλησίες ελληνοκυπριακών περιουσιών έχουν δημιουργήσει νέο ενδιαφέρον και έχουν στείλει προειδοποιητικά μηνύματα σε ξένους επενδυτές. Αυτή η προσπάθεια δεν πρέπει να είναι αποσπασματική αλλά να αποκτήσει συστηματικό και μόνιμο χαρακτήρα, με σαφή στόχο την αύξηση του νομικού και οικονομικού κόστους για όσους επιλέγουν να επενδύσουν σε περιουσίες αμφισβητούμενης κυριότητας.

Έκτον, η Κύπρος πρέπει να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες. Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ψηφιακού μητρώου όλων των ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, με τεκμηρίωση τίτλων, αεροφωτογραφίες, δορυφορικά δεδομένα και καταγραφή των σημερινών χρήσεων, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο τόσο για τους ιδιοκτήτες όσο και για τις διεθνείς νομικές διαδικασίες.

Το σημαντικότερο όμως είναι η πολιτική διάσταση. Η Λευκωσία πρέπει να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους της ότι το περιουσιακό δεν αποτελεί απλώς μια πτυχή του Κυπριακού. Πρόκειται για ζήτημα εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιοπιστίας του ίδιου του ευρωπαϊκού συστήματος δικαιοσύνης. Αν γίνει αποδεκτό ότι μια χώρα μπορεί να αγνοεί επί δεκαετίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, τότε πλήττεται η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος.

Συμπερασματικά, η απόφαση του Στρασβούργου αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική νίκη για την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν αποτελεί όμως το τέλος της προσπάθειας. Αντιθέτως, σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, στην οποία η Κύπρος καλείται να μετατρέψει τη νομική και διπλωματική επιτυχία σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάκτησης πολιτικού, νομικού και ηθικού εδάφους. Η διατήρηση της πίεσης προς την Τουρκία είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Αυτό που απαιτείται πλέον είναι μια μακρόπνοη εθνική στρατηγική που θα συνδυάζει διπλωματία, δικαιοσύνη, τεχνολογία, οικονομικά εργαλεία και ευρωπαϊκές συμμαχίες. Μόνο έτσι η σημερινή επιτυχία θα μπορέσει να αποτελέσει πραγματικό σταθμό και όχι απλώς μία ακόμη θετική εξέλιξη στον μακρύ κατάλογο των αποφάσεων που δικαιώνουν την Κύπρο χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά την πραγματικότητα επί του εδάφους.

*Καθηγητής-Aνθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην Πρύτανης