Η υπόθεση «Σάντη»: Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος έχει δίκαιο, αλλά ποιος ερευνά
Τώρα που η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση «Σάντη» φαίνεται να έχει καταλαγιάσει και προτού αυτή προστεθεί στον μακρύ κατάλογο υποθέσεων που ξεχνιούνται γρήγορα στην Κύπρο, θεωρούμε αναγκαίο να καταθέσουμε ορισμένες σκέψεις οι οποίες αφορούν όχι την ουσία των καταγγελιών, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το κράτος επέλεξε να τις διαχειριστεί.
Η υπόθεση αυτή δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο υπό το πρίσμα του κατά πόσον οι καταγγελίες είναι αληθείς ή ψευδείς. Πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως υπό το πρίσμα της θεσμικής αξιοπιστίας του κράτους δικαίου.
Ο ρόλος του Μακάριου Δρουσιώτη
Ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης, έχοντας - όπως ο ίδιος υποστήριξε - στην κατοχή του πληροφορίες και έγγραφα που αφορούσαν πρόσωπα τα οποία κατείχαν ή κατέχουν κορυφαίες δημόσιες θέσεις, βρέθηκε ενώπιον ενός ιδιαίτερα δύσκολου διλήμματος.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, η απλή παράδοση του υλικού στην Αστυνομία δεν αποτελούσε, κατά την άποψή μας, μια αυτονόητα ασφαλή επιλογή.
Και αυτό διότι μεταξύ των προσώπων που κατονομάζονταν στις δημόσιες αναφορές συγκαταλεγόταν και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Ως γνωστόν, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Γενικός Εισαγγελέας αποτελεί τον νομικό σύμβουλο του κράτους και έχει καθοριστικό ρόλο στην εποπτεία των ποινικών διώξεων.
Κατά συνέπεια, δημιουργούνταν τουλάχιστον η εικόνα ενός θεσμικού παράδοξου: η Αστυνομία θα καλείτο να διερευνήσει καταγγελίες που αφορούσαν τον ίδιο τον συνταγματικό αξιωματούχο ο οποίος, στο πλαίσιο των θεσμικών του αρμοδιοτήτων, αποτελεί τον νομικό της σύμβουλο.
Ανεξάρτητα από το κατά πόσον στην πράξη υπήρξε ή όχι οποιαδήποτε παρέμβαση, η ίδια αυτή θεσμική πραγματικότητα αρκούσε ώστε να δημιουργεί εύλογα ερωτήματα στην κοινή γνώμη.
Το ζήτημα δεν ήταν η ενοχή ή η αθωότητα
Η θέση μας δεν είναι ότι οι καταγγελίες ήταν αληθείς.
Ούτε υποστηρίζουμε ότι οι έρευνες της Αστυνομίας διεξήχθησαν κακόπιστα ή ότι τα συμπεράσματά τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Αυτό που υποστηρίζουμε είναι κάτι διαφορετικό.
Σε τόσο σοβαρές υποθέσεις, στις οποίες εγείρονται ισχυρισμοί που αγγίζουν την κορυφή της κρατικής πυραμίδας, δεν αρκεί να αποδίδεται δικαιοσύνη. Πρέπει και να φαίνεται ότι αποδίδεται.
Η αρχή αυτή αποτελεί θεμελιώδη κανόνα κάθε κράτους δικαίου.
Η ανάγκη ανεξάρτητης διερεύνησης
Ακριβώς γι' αυτό θεωρούμε ότι από την πρώτη στιγμή η Κυβέρνηση όφειλε να διορίσει έναν πραγματικά ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή ή ανεξάρτητη ερευνητική αρχή, χωρίς οποιαδήποτε θεσμική σύνδεση με πρόσωπα που ενδεχομένως θα αποτελούσαν αντικείμενο της διερεύνησης.
Μια τέτοια επιλογή δεν θα προστάτευε μόνο τους καταγγέλλοντες.
Θα προστάτευε εξίσου και τα ίδια τα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφονταν οι καταγγελίες, διότι οποιοδήποτε πόρισμα προερχόταν από έναν πλήρως ανεξάρτητο μηχανισμό θα απολάμβανε πολύ μεγαλύτερης αξιοπιστίας στα μάτια της κοινωνίας.
Οι μεταγενέστερες εξελίξεις
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, όπως η έκδοση και εκτέλεση ενταλμάτων έρευνας και κατάσχεσης ηλεκτρονικών συσκευών από το γραφείο και την οικία του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, προκάλεσαν έντονες δημόσιες αντιδράσεις και νομικές συζητήσεις σχετικά με ζητήματα δικηγορικού απορρήτου και αναλογικότητας των ανακριτικών ενεργειών.
Ανεξάρτητα από τη νομιμότητα των συγκεκριμένων ενεργειών, η δημόσια αμφισβήτηση που δημιουργήθηκε είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί περαιτέρω η εικόνα αντικειμενικότητας της διαδικασίας.
Όταν η κοινωνία αρχίζει να αμφιβάλλει για τον τρόπο διεξαγωγής μιας έρευνας, η ζημιά στους θεσμούς είναι συχνά μεγαλύτερη από την ίδια την υπόθεση.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι εξίσου σημαντική με το αποτέλεσμα
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι σε υποθέσεις όπου υπάρχουν ισχυρισμοί εναντίον υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, πολλές δημοκρατίες επιλέγουν μηχανισμούς ανεξάρτητης διερεύνησης, ακριβώς για να αποφεύγεται οποιαδήποτε πραγματική ή φαινομενική σύγκρουση συμφερόντων.
Η ανεξαρτησία της έρευνας δεν αποτελεί ένδειξη δυσπιστίας προς την Αστυνομία ή τη Νομική Υπηρεσία.
Αντιθέτως, αποτελεί ασπίδα προστασίας τόσο για τους ίδιους τους θεσμούς όσο και για όσους διερευνώνται.
Συμπέρασμα
Η υπόθεση «Σάντη» ίσως ολοκληρωθεί δικαστικά ή ανακριτικά.
Το σημαντικότερο όμως ερώτημα θα παραμείνει:
Έπραξε το κράτος ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε κανένας πολίτης να μην μπορεί εύλογα να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία της διερεύνησης;
Κατά την άποψή μας, η απάντηση είναι αρνητική.
Δεν υποστηρίζουμε ότι υπήρξε συγκάλυψη.
Δεν υποστηρίζουμε ότι η Αστυνομία δεν εργάστηκε με επαγγελματισμό.
Υποστηρίζουμε όμως ότι, από την πρώτη ημέρα, η Πολιτεία όφειλε να δημιουργήσει εκείνες τις θεσμικές εγγυήσεις που θα απέκλειαν κάθε υπόνοια ότι το κράτος ερευνά τον εαυτό του.
Διότι σε μια σύγχρονη δημοκρατία, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δεν οικοδομείται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα μιας έρευνας, αλλά και από τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της ίδιας της διαδικασίας.
*Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος