Αναλύσεις

1η Ιουνίου: Τα παιδιά της Κύπρου δεν χρειάζονται άλλες γιορτές. Χρειάζονται δικαιώματα.

Την 1η Ιουνίου η Κύπρος τιμά την Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού. Παρότι η φετινή επέτειος συμπίπτει με το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, τις μέρες αυτές θα ακουστούν ξανά όμορφα λόγια για το μέλλον του τόπου, για την αξία της οικογένειας και για την ανάγκη στήριξης των παιδιών.

Όμως, μετά τις εκδηλώσεις, τις δηλώσεις και τις φωτογραφίες, παραμένει ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα:

Αν πραγματικά πιστεύουμε ότι τα παιδιά είναι το μέλλον της χώρας, γιατί η πολιτική στήριξης των παιδιών παραμένει ουσιαστικά παγωμένη εδώ και δεκατέσσερα χρόνια;

Η Κύπρος σήμερα καταγράφει οικονομική ανάπτυξη, δημοσιονομικά πλεονάσματα και συνεχείς αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Τα δημόσια οικονομικά είναι ισχυρότερα από ποτέ μετά την κρίση του 2013.

Κι όμως, όταν η συζήτηση φτάνει στα παιδιά και στις οικογένειες, η χώρα εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να λειτουργεί με τα μνημονιακά δεδομένα του 2012. Ενώ πολλές μνημονιακές περικοπές και περιορισμοί έχουν κατά καιρούς αναθεωρηθεί ή καταργηθεί, η βασική φιλοσοφία στήριξης των οικογενειών με παιδιά παραμένει ουσιαστικά η ίδια.

Τα εισοδηματικά κριτήρια του επιδόματος τέκνου παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα, ενώ και το ύψος πολλών παροχών παραμένει ουσιαστικά παγωμένο, παρά τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής, της στέγασης, της εκπαίδευσης και της ανατροφής των παιδιών.

Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες οικογένειες να αποκλείονται από τη στήριξη όχι επειδή είναι εύπορες, αλλά επειδή η νομοθεσία εξακολουθεί να αξιολογεί τις ανάγκες τους με οικονομικά δεδομένα μιας άλλης εποχής.

Μπορεί μια οικογένεια με ένα παιδί να κρίνεται με τα ίδια μέτρα με μια οικογένεια με οκτώ παιδιά;

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στις μεγάλες οικογένειες. Δεν είναι λογικό η συνεχής πρόσβαση στη σημαντικότερη παροχή για τα παιδιά, το επίδομα τέκνου, να βασίζεται σχεδόν στα ίδια κριτήρια είτε μια οικογένεια μεγαλώνει ένα παιδί είτε οκτώ. Σήμερα, η συνεχής στήριξη προϋποθέτει ουσιαστικά οικογενειακό ακαθάριστο εισόδημα κάτω από €49.000 και περιουσία κάτω από €1,2 εκατομμύρια, ανεξάρτητα από τον αριθμό των παιδιών.

Με άλλα λόγια, η Πολιτεία αξιολογεί σχεδόν με τα ίδια οικονομικά μέτρα μια οικογένεια με ένα παιδί και μια οικογένεια με οκτώ παιδιά.

Η προσέγγιση αυτή αγνοεί το πραγματικό κόστος ανατροφής, επιβαρύνει δυσανάλογα τις μεγάλες οικογένειες και λειτουργεί αποτρεπτικά για τα νέα ζευγάρια που επιθυμούν περισσότερα παιδιά.

Η εικόνα αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Σύμφωνα με στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή, οι κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες που λάμβαναν κρατική στήριξη μειώθηκαν από 10.065 το 2012 σε μόλις 3.166 το 2024. Πρόκειται για μια μείωση σχεδόν 70%, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε και τα δημόσια οικονομικά παρουσίασαν θεαματική βελτίωση.

Ταυτόχρονα, η πρόσβαση στη στήριξη βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε χαμηλά εισοδηματικά όρια τα οποία παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα από το 2012. Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποια παιδιά λαμβάνουν στήριξη. Το πρόβλημα είναι ότι η «γραμμή» πρόσβασης στη στήριξη παρέμεινε καθηλωμένη για δεκατέσσερα χρόνια, παρά τον πληθωρισμό, την αύξηση των μισθών και τη συνολική μεταβολή του κόστους ζωής.

Ως αποτέλεσμα, ολοένα και περισσότερες κυπριακές οικογένειες βρίσκονται πάνω από τα παρωχημένα αυτά όρια και αποκλείονται από τη στήριξη, παρότι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές πιέσεις για τη στέγαση, την εκπαίδευση και την ανατροφή των παιδιών τους. Αντίθετα, οι οικογένειες που παραμένουν κάτω από τα όρια εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις παροχές.

Το ζήτημα επομένως δεν αφορά την καταγωγή κανενός παιδιού. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τα εισοδηματικά κριτήρια δεν ακολουθούν πλέον την πραγματική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας. Έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά ένα σύστημα που στηρίζει κυρίως όσους βρίσκονται κάτω από τα όρια του 2012 και αποκλείει όλο και περισσότερες οικογένειες της σημερινής μεσαίας τάξης.

Η εμπειρία των τελευταίων δεκατεσσάρων ετών δείχνει ότι η σύνδεση της στήριξης σχεδόν αποκλειστικά με χαμηλά εισοδηματικά όρια δημιούργησε στην πράξη μια πραγματική «παγίδα φτώχειας». Πολλές οικογένειες και ιδιαίτερα πολλές μητέρες βλέπουν ότι κάθε επαγγελματική και εισοδηματική πρόοδος συνοδεύεται από απώλεια παροχών για τα παιδιά τους. Η εργασία και η εξέλιξη δεν θα έπρεπε ποτέ να λειτουργούν ως λόγος αποκλεισμού από τη στήριξη.

Η συζήτηση για τα δικαιώματα του παιδιού όμως δεν περιορίζεται στα επιδόματα. Αφορά τη στέγαση, τους βρεφοκομικούς σταθμούς, τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τις δομές ειδικής εκπαίδευσης, τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας και τη δυνατότητα κάθε παιδιού να έχει ίσες ευκαιρίες ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν ληφθεί υπόψη ότι η Κύπρος κατατάσσεται διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τις δημόσιες δαπάνες για οικογένειες και παιδιά, παρά τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και τις θετικές επιδόσεις της οικονομίας. Η αντίφαση είναι προφανής: την ώρα που η χώρα ευημερεί δημοσιονομικά, οι επενδύσεις στα παιδιά και στην οικογένεια παραμένουν δυσανάλογα χαμηλές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η δημογραφική πολιτική οφείλει να στηρίζει όλα τα παιδιά που ζουν νόμιμα στην Κύπρο, αλλά ταυτόχρονα να εξασφαλίζει ότι οι κυπριακές οικογένειες έχουν τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν και όχι τον αριθμό παιδιών που τους επιτρέπουν οι οικονομικές συνθήκες.

Η στήριξη των παιδιών δεν είναι κοινωνική δαπάνη. Είναι εθνική επένδυση.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει σήμερα ένα από τα σοβαρότερα δημογραφικά προβλήματα της ιστορίας της. Σε μια περίοδο όπου οι γεννήσεις των Κυπρίων μειώνονται, η επένδυση στα παιδιά δεν θα έπρεπε να θεωρείται κοινωνική δαπάνη αλλά εθνική επένδυση.

Κάθε παιδί που γεννιέται, μορφώνεται και παραμένει στην Κύπρο αποτελεί μελλοντικό εργαζόμενο, φορολογούμενο, δημιουργό και στήριγμα του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει τη σοβαρότητα του δημογραφικού προβλήματος και έχουν γίνει ορισμένα θετικά βήματα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το μέγεθος της πρόκλησης απαιτεί πλέον πιο τολμηρές αποφάσεις. Η Κύπρος χρειάζεται μια νέα στρατηγική για το παιδί, με αναθεώρηση των εισοδηματικών κριτηρίων, στήριξη ανάλογη με το πραγματικό μέγεθος της οικογένειας, ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών και ουσιαστική επένδυση στις επόμενες γενιές.

Την 1η Ιουνίου ας μην αρκεστούμε σε ακόμη μία γιορτή.

Τα παιδιά της Κύπρου δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν ίσες ευκαιρίες.

Ζητούν μια Πολιτεία που να επενδύει σε αυτά με την ίδια αποφασιστικότητα που επενδύει στην οικονομία και στην ανάπτυξη.

Γιατί η πραγματική δύναμη μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τους οικονομικούς δείκτες της, αλλά από το αν δίνει στα παιδιά της τη δυνατότητα να ζήσουν, να προοδεύσουν και να δημιουργήσουν το μέλλον τους στον τόπο τους.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της Ημέρας του Παιδιού.

* Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων