Διεθνή

ΗΠΑ - Ιράν: Ειρήνη με αστερίσκους και προβλέψιμες «ανατροπές»

Το Ισραήλ εξακολουθεί να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη Χεζμπολάχ και δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις

Η συμφωνία που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ και το Ιράν ως το πλαίσιο για τον τερματισμό του πολέμου και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης παρουσιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ ως μια σημαντική διπλωματική νίκη με προοπτική να αλλάξει τα δεδομένα στη Μέση Ανατολή. Πίσω, ωστόσο, από τους πανηγυρικούς τόνους της ανακοίνωσης, το περιεχόμενο του μνημονίου κατανόησης εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το εύρος των παραχωρήσεων που προσφέρονται στο Ιράν, την εφαρμοσιμότητα των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει η Ουάσιγκτον και τις γεωπολιτικές συνέπειες που ενδέχεται να προκύψουν στην ευρύτερη περιοχή. Την ίδια στιγμή, η πρωτοβουλία Τραμπ φαίνεται να προκαλεί τριγμούς στις σχέσεις του με τον Βενιαμίν Νετανιάχου, καθώς οι δύο ηγέτες εμφανίζονται ν’ ακολουθούν ολοένα και πιο αποκλίνουσες στρατηγικές απέναντι στην Τεχεράνη, με τις διαφωνίες τους ν’ απειλούν να επηρεάσουν ακόμη και τη στενή αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία.

Η δεύτερη ανάγνωση της συμφωνίας

Η συμφωνία που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ και το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως μια σημαντική διπλωματική επιτυχία. Ωστόσο, η λεπτομερής ανάγνωση του μνημονίου κατανόησης που υπέγραψαν οι δύο πλευρές αποκαλύπτει ένα κείμενο γεμάτο πολιτικές παραχωρήσεις, αμφιλεγόμενες πρόνοιες και ερωτήματα για το κατά πόσον οι δεσμεύσεις που περιλαμβάνει μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη.

Το μνημόνιο περιλαμβάνει 14 βασικές παραγράφους και προβλέπει ως πρώτο βήμα την άμεση και μόνιμη παύση όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ιράν και των συμμάχων τους. Η συγκεκριμένη πρόνοια επεκτείνεται και στον Λίβανο, όπου γίνεται ρητή αναφορά στην ανάγκη διασφάλισης της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Η αναφορά αυτή θεωρείται από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της συμφωνίας, καθώς το Ισραήλ εξακολουθεί να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη Χεζμπολάχ και δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συγκεκριμένη διατύπωση. Ακόμα και η εξαγγελία για εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, δεν προεξοφλεί «ηρεμία» στη Μέση Ανατολή.

Η δεύτερη παράγραφος του κειμένου προβλέπει αμοιβαίο σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο χωρών, καθώς και δέσμευση για μη ανάμειξη στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Η πρόνοια αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι κατά την έναρξη του πολέμου η αμερικανική και η ισραηλινή ηγεσία είχαν αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος. Η εξέλιξη του πολέμου και η αντοχή της κυβέρνησης της Τεχεράνης φαίνεται ότι οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτού του στόχου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η τρίτη παράγραφος, η οποία καθορίζει περίοδο 60 ημερών για την ολοκλήρωση μιας τελικής συμφωνίας. Σε αυτό το χρονικό διάστημα αναμένεται να συζητηθούν τα πλέον δύσκολα ζητήματα, μεταξύ των οποίων το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και οι μηχανισμοί χρηματοδότησης της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Η πρόβλεψη αυτή ουσιαστικά μεταθέτει τις πλέον κρίσιμες αποφάσεις στο επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Κεντρικό σημείο της συμφωνίας αποτελεί η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αρχίσουν την άρση του ναυτικού αποκλεισμού αμέσως μετά την υπογραφή του μνημονίου και να τον τερματίσουν πλήρως εντός τριάντα ημερών. Παράλληλα, δεσμεύονται ότι μετά την επίτευξη τελικής συμφωνίας θα απομακρύνουν στρατιωτικές δυνάμεις από την ευρύτερη περιοχή του Ιράν. Η συγκεκριμένη πρόνοια θεωρείται η ουσία της συμφωνίας, καθώς επιτρέπει την επανεκκίνηση της εμπορικής ναυσιπλοΐας σε ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του κόσμου.

Από την πλευρά του, το Ιράν αναλαμβάνει να διασφαλίσει την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων μεταξύ Περσικού Κόλπου και Θάλασσας του Ομάν χωρίς επιβολή τελών για περίοδο εξήντα ημερών. Προβλέπεται επίσης ότι η Τεχεράνη θα συνεργαστεί με το Ομάν και τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής για το μελλοντικό καθεστώς διοίκησης και παροχής ναυτιλιακών υπηρεσιών στα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή έχει προκαλέσει ανησυχίες, καθώς αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι μετά τη λήξη του 60ημέρου το Ιράν θα μπορούσε να επιχειρήσει να επιβάλει νέους οικονομικούς όρους στη διέλευση των πλοίων.

Εξίσου σημαντική είναι η πρόβλεψη για τη δημιουργία σχεδίου ανοικοδόμησης ύψους τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το σχέδιο θα χρηματοδοτηθεί από περιφερειακούς εταίρους και θα στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη του Ιράν μετά τον πόλεμο. Παρότι η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει η ίδια το πρόγραμμα, δεσμεύεται να παράσχει όλες τις απαραίτητες άδειες και εξαιρέσεις, ώστε να καταστεί δυνατή η συμμετοχή διεθνών επενδυτών.

Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η πρόβλεψη αυτή μεταφέρει το βάρος στις χώρες του Περσικού Κόλπου, οι οποίες ενδέχεται να βρεθούν μπροστά στο δίλημμα είτε να συμβάλουν στην οικονομική ανασυγκρότηση του Ιράν είτε να αντιμετωπίσουν εκ νέου απειλές για τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή τους ασφάλεια. Το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή και ενισχύει την αβεβαιότητα για το μέλλον των σχέσεων μεταξύ των αραβικών κρατών και της Ουάσιγκτον.

Το μεγαλύτερο όμως αντάλλαγμα που προσφέρεται στην Τεχεράνη αφορά το καθεστώς των κυρώσεων. Η συμφωνία προβλέπει την άρση όλων των αμερικανικών κυρώσεων, καθώς και προσπάθεια για τερματισμό διεθνών περιοριστικών μέτρων που συνδέονται με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Παράλληλα, προβλέπεται η σταδιακή αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, τα οποία εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παρά τις δεσμεύσεις αυτές, στο ίδιο το κείμενο διατυπώνονται σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον οι ΗΠΑ διαθέτουν τα μέσα να υλοποιήσουν όσα υπόσχονται. Η Ουάσιγκτον μπορεί να άρει μόνο τις δικές της κυρώσεις και να αποδεσμεύσει μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Η κατάργηση κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από διεθνείς Οργανισμούς απαιτεί τη συνεργασία και άλλων κρατών, κάτι που δεν φαίνεται να έχει εξασφαλιστεί.

Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει η σημαντικότερη εκκρεμότητα. Το Ιράν επαναλαμβάνει ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων και αποδέχεται τη διαχείριση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Ωστόσο, η συμφωνία δεν απαγορεύει ρητά τον εμπλουτισμό ουρανίου για ειρηνικούς σκοπούς. Αντίθετα, αναφέρει ότι το θέμα θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης κατά τη διάρκεια των επόμενων διαπραγματεύσεων.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η βασική κριτική προς τη συμφωνία. Σύμφωνα με την ανάλυση που συνοδεύει το κείμενο, οι ΗΠΑ προσφέρουν εκτεταμένες οικονομικές παραχωρήσεις χωρίς να εξασφαλίζουν ουσιαστικές νέες δεσμεύσεις από το Ιράν. Οι περισσότερες ιρανικές υποσχέσεις υπήρχαν ήδη πριν από τον πόλεμο, ενώ η Ουάσιγκτον αναλαμβάνει υποχρεώσεις που ενδέχεται να αποδειχθούν δύσκολες ή και αδύνατες στην εφαρμογή τους.

Τι έπεται στις σχέσεις Τραμπ – Νετανιάχου

Η σχέση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, φαίνεται να περνά μιαν από τις πιο δύσκολες φάσεις της, καθώς οι δύο ηγέτες συγκρούονται ολοένα και συχνότερα γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν και τις προοπτικές επίτευξης μιας ευρύτερης συμφωνίας στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο Τραμπ έχει εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για την επιμονή του Ισραηλινού Πρωθυπουργού στη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αμερικανός Πρόεδρος επιδιώκει τον τερματισμό της σύγκρουσης και την αποκλιμάκωση των εντάσεων στην περιοχή.

Κατά το δημοσίευμα, σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νετανιάχου σχετικά με τις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, ο Τραμπ φέρεται να τον επέπληξε ευθέως, ζητώντας του να σταματήσει τους βομβαρδισμούς. Σε άλλη συνομιλία εξέφρασε ανησυχία ότι οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, οι οποίες επιβάρυναν την αμερικανική οικονομία και διατήρησαν τις τιμές των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα, θα μπορούσαν να συνδεθούν πολιτικά με τη δική του προεδρία, παραπέμποντας ακόμη και στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αιφνιδιάστηκαν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας και θεωρούσαν ότι ο Τραμπ βρισκόταν πιο κοντά στην επιλογή στρατιωτικών πληγμάτων παρά σε διπλωματική συμφωνία. Ο Νετανιάχου φέρεται να αμφισβήτησε επανειλημμένα την αξιοπιστία των ιρανικών δεσμεύσεων, ζητώντας από τον Αμερικανό Πρόεδρο εξηγήσεις για τον τρόπο επαλήθευσης των όρων μιας ενδεχόμενης συμφωνίας και υπενθυμίζοντας προηγούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες, κατά την άποψή του, η Τεχεράνη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της.

Πηγές που επικαλείται η Wall Street Journal αναφέρουν ότι ο Τραμπ έχει εκμυστηρευθεί σε συνεργάτες του πως θεωρεί ότι «κανείς δεν μπορεί να διαχειριστεί τον Νετανιάχου» και ότι ο Ισραηλινός ηγέτης επιδιώκει συνεχώς νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε σε συνέντευξή του ότι θεωρεί τον Νετανιάχου «σπουδαίο», προσθέτοντας ωστόσο πως «μερικές φορές παρασύρεται».

Στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης περιγράφουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις συνομιλίες των δύο ηγετών. Συγκεκριμένα, ο Νετανιάχου παρουσιάζει λόγους για νέες στρατιωτικές ενέργειες και πληροφορίες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών που, κατά την άποψή του, δικαιολογούν περαιτέρω πλήγματα, ενώ ο Τραμπ εμφανίζεται ολοένα πιο κουρασμένος από αυτές τις εισηγήσεις. Η διαφωνία έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος προώθησε το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τη σταδιακή άρση των περιορισμών προς το Ιράν, ενώ ο Νετανιάχου υποστήριζε ότι η πίεση προς την Τεχεράνη έπρεπε να συνεχιστεί.

Το δημοσίευμα αποκαλύπτει επίσης ότι, όταν ο Νετανιάχου πληροφορήθηκε πως ο Τραμπ προχωρούσε σε συμφωνία με το Ιράν χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Ισραήλ, ζήτησε επειγόντως συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο. Λίγες ημέρες αργότερα, Ισραηλινοί αξιωματούχοι έλαβαν προσχέδιο της συμφωνίας. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ φρόντισε δημοσίως να υπογραμμίσει ότι το Ισραήλ λειτουργεί εντός συγκεκριμένων ορίων στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο Νετανιάχου «ζητά άδεια» πριν από σημαντικές ενέργειες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, ο Νετανιάχου προσπαθούσε να πείσει τον Τραμπ να εγκρίνει στρατιωτική δράση κατά του Ιράν. Παρουσίασε αναλυτικά επιχειρησιακά σχέδια, ενώ η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών έφθασε σε πρωτοφανή επίπεδα. Ισραηλινοί στρατιωτικοί συμμετείχαν σε αμερικανικά κέντρα επιχειρήσεων, αμερικανικά αεροσκάφη ανεφοδιασμού στάθμευσαν στο Ισραήλ και οι δύο πλευρές συντόνισαν σε μεγάλο βαθμό τις επιχειρήσεις τους.

Ωστόσο, όσο εξελισσόταν ο πόλεμος, ο Τραμπ άρχισε να αμφισβητεί ορισμένες από τις εκτιμήσεις του Νετανιάχου. Απέρριψε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σχέδιο που προέβλεπε κουρδική εισβολή στο Ιράν με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος και εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός απέναντι στις εισηγήσεις για περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση.

Οι διαφορές τους αφορούσαν και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο Νετανιάχου υποστήριζε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να συνεχίσει κρυφά την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, ενώ ο Τραμπ διαβεβαίωνε τους συνεργάτες του και την ισραηλινή ηγεσία ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία θα ήταν απολύτως δεσμευτική και αποτελεσματική.

Ιδιαίτερη ενόχληση στην αμερικανική πλευρά προκάλεσε και η συνέχιση ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο παρά τις συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός. Σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους, ο Τραμπ θεώρησε ότι οι ενέργειες αυτές υπονόμευαν τις προσπάθειες σταθεροποίησης της περιοχής και σε μία τηλεφωνική επικοινωνία φέρεται να χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα κατά του Νετανιάχου, προειδοποιώντας τον για τις συνέπειες των ενεργειών του.

Παρά τους στενούς δεσμούς που εξακολουθούν να συνδέουν τις δύο χώρες, η προσωπική σχέση των δύο ηγετών δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Η διαφορετική προσέγγιση απέναντι στο Ιράν, οι διαφωνίες για τη στρατηγική στη Μέση Ανατολή και οι πολιτικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν αμφότεροι στο εσωτερικό των χωρών τους δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον της αμερικανοϊσραηλινής συνεργασίας.