Η προδοσία των ακαδημαϊκών
Η αποδυνάμωση μιας εθνικής ταυτότητας δεν αρχίζει όταν την απαγορεύεις. Αρχίζει όταν την παρουσιάζεις ως κάτι ντροπιαστικό, ξεπερασμένο ή φαντασιακό.
Την προηγούμενη εβδομάδα, μαζί με δύο συναδέλφους, συνόδευσα φοιτητές νομικής από το Λονδίνο στις Βρυξέλλες σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι οργανωμένο από το πανεπιστήμιο. Οι φοιτητές επισκέφθηκαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης σε ελληνικό εστιατόριο, ένας συνάδελφος με καταγωγή από διάφορες χώρες υποστήριξε με βεβαιότητα ότι η ελληνική εθνική ταυτότητα είναι ένας μύθος, ένα ψέμα που επιλέγουμε να πιστεύουμε, και ότι οι σημερινοί Έλληνες δεν έχουν καμία ουσιαστική σχέση με τους αρχαίους Έλληνες λόγω της Τουρκοκρατίας.
Δεν με εντυπωσίασε η άγνοια της Ιστορίας. Με εντυπωσίασε το σθένος με την οποία διατυπώθηκε. Διότι η θέση αυτή δεν αποτελεί απλώς ιστορικό λάθος. Αντανακλά μια ευρύτερη ιδεολογική τάση, που έχει καταστεί κυρίαρχη σε σημαντικό τμήμα της δυτικής ακαδημαϊκής κοινότητας.
Οι Έλληνες κατακτήθηκαν από Ρωμαίους, Φράγκους, Βενετούς και Οθωμανούς, αλλά δεν έπαψαν να είναι Έλληνες. Διατήρησαν τη γλώσσα τους, τη συλλογική τους μνήμη και την ιστορική τους συνείδηση. Σε αντίθεση με τον Ελληνισμό, ο οποίος διατήρησε τη γλώσσα και την ιστορική του συνείδηση παρά τις κατακτήσεις, η Αίγυπτος υπέστη βαθιά γλωσσική, θρησκευτική και πολιτισμική μεταμόρφωση μετά την αραβική κατάκτηση. Η Αίγυπτος αραβοποιήθηκε. Ο Ελληνισμός, όχι. Η ιδέα ότι η ελληνική εθνική ταυτότητα είναι ένας σύγχρονος μύθος που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων δεν αποτελεί ιστορικό συμπέρασμα, αλλά ιδεολογική θέση.
Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι ακαδημαϊκοί που αντιμετωπίζουν την ελληνική ταυτότητα ως κοινωνική κατασκευή δεν θα διανοούνταν να αμφισβητήσουν με τον ίδιο τρόπο την εβραϊκή, την αρμενική, την παλαιστινιακή ή οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Στα σύγχρονα πανεπιστήμια θεωρείται αυτονόητο ότι ορισμένες συλλογικές ταυτότητες είναι ιστορικές πραγματικότητες που αξίζουν σεβασμό και προστασία. Όταν όμως η συζήτηση φθάνει στους Έλληνες, εμφανίζονται ξαφνικά θεωρίες περί «επινοημένων παραδόσεων», «κατασκευασμένων ταυτοτήτων» και «εθνικών μύθων».
Δεν με ανησυχεί ότι οι ακαδημαϊκοί διαφωνούν για την Ιστορία. Η διαφωνία είναι η ουσία της ακαδημαϊκής ζωής. Με ανησυχεί ότι ορισμένες ιστορικές ταυτότητες αποδομούνται συστηματικά, ενώ άλλες προστατεύονται συστηματικά. Όταν η ελληνική ταυτότητα περιγράφεται ως «μύθος», αλλά άλλες εθνικές ταυτότητες αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες και αδιαμφισβήτητες, δεν πρόκειται πλέον για ιστορική έρευνα, αλλά για ιδεολογική επιλογή.
Η σύγχρονη Αριστερά έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει την παραδοσιακή έμφαση στα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα και έχει στραφεί προς την πολιτική των ταυτοτήτων. Η κοινωνία παρουσιάζεται ολοένα και περισσότερο ως μια σύγκρουση μεταξύ ομάδων καταπιεστών και καταπιεζομένων. Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες ομάδες αποκτούν σχεδόν μόνιμο καθεστώς θυμάτων, ενώ άλλες αντιμετωπίζονται ως φορείς προνομίων και καταπίεσης ανεξαρτήτως περιστάσεων.
Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές και στον τρόπο με τον οποίο προβάλλονται ορισμένα γεγονότα. Ο George Floyd αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο μιας ευρύτερης συζήτησης για τις φυλετικές σχέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Λίγα χρόνια νωρίτερα, όμως, ο Tony Timpa πέθανε υπό συνθήκες που παρουσίαζαν αξιοσημείωτες ομοιότητες. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεσή του δεν έλαβε ούτε κατά διάνοια την ίδια δημοσιότητα. Το ζήτημα δεν είναι να υποβαθμιστεί η σημασία της υπόθεσης Floyd (παρά το εγκληματικό του παρελθόν, την ανάλωση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών - φεντανύλης και μεθαμφεταμίνης - την ώρα συμβάντος, του ρόλου υποκείμενων καρδιακών παθήσεων και την κάμερα του αστυνομικού να δείχνει το γόνατο στον ώμο, όχι στον λαιμό όπως φαινόταν από την κάμερα των παρευρισκομένων). Το ερώτημα είναι γιατί ορισμένα περιστατικά αποκτούν τεράστια συμβολική βαρύτητα, ενώ άλλα παραμένουν στο περιθώριο. Η επιλογή των παραδειγμάτων που προβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης και την ακαδημαϊκή κοινότητα συχνά αντανακλά προϋπάρχοντα ιδεολογικά αφηγήματα.
Ο Thomas Sowell (Stanford) έχει αφιερώσει δεκαετίες αναλύοντας αυτό ακριβώς το φαινόμενο. Στα έργα του Intellectuals and Society και The Vision of the Anointed περιγράφει μια τάξη διανοουμένων που απολαμβάνουν κοινωνικό κύρος χωρίς να λογοδοτούν για τις συνέπειες των ιδεών τους. Κατά τον Sowell, όταν τα γεγονότα συγκρούονται με την ιδεολογία, συχνά τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα. Η εμμονή να ερμηνεύεται κάθε κοινωνικό ζήτημα αποκλειστικά μέσα από το δίπολο «καταπιεστές και καταπιεζόμενοι» οδηγεί αναπόφευκτα σε παραμορφωτικούς φακούς κατανόησης της πραγματικότητας.
Οι συνέπειες αυτής της νοοτροπίας είναι ορατές και στην Κύπρο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση από την ελληνική προς μιαν αόριστη και αποϊστορικοποιημένη «κυπριακή» ταυτότητα. Γίνεται λόγος για κυπριακή κουλτούρα αντί ελληνική κουλτούρα, για κυπριακή γλώσσα αντί κυπριακή διάλεκτο της Ελληνικής, για μια κυπριακή ταυτότητα αποκομμένη από τον ευρύτερο Ελληνισμό. Την ίδια στιγμή, άλλες εθνικές κοινότητες στην Κύπρο διατηρούν με σαφήνεια τη σύνδεσή τους με τις ιστορικές τους πατρίδες.
Αξίζει εδώ να θυμηθούμε μια θεμελιώδη διάκριση που κάθε νομικός γνωρίζει. Η υπηκοότητα είναι μια νομική σχέση μεταξύ πολίτη και κράτους. Η εθνική ταυτότητα είναι κάτι διαφορετικό: μια πολιτισμική, ιστορική και γλωσσική συνείδηση. Ένας πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορεί να είναι Έλληνας, Τούρκος, Αρμένιος, Μαρωνίτης ή Ρώσος ως προς την εθνική του ταυτότητα. Η μία ιδιότητα δεν αναιρεί την άλλη.
Η αποδυνάμωση μιας εθνικής ταυτότητας δεν αρχίζει όταν την απαγορεύεις. Αρχίζει όταν την παρουσιάζεις ως κάτι ντροπιαστικό, ξεπερασμένο ή φαντασιακό. Όταν μια γενιά διδαχθεί ότι η δική της ταυτότητα είναι απλώς μια κοινωνική κατασκευή, ενώ οι ταυτότητες των άλλων είναι ιστορικές πραγματικότητες που χρήζουν σεβασμού και προστασίας, το αποτέλεσμα δεν είναι η πολυπολιτισμικότητα, αλλά η μονομερής αποδόμηση.
Είμαι Έλληνας της Κύπρου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λεμεσό, αλλά ζω στο εξωτερικό τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια. Και, όμως, αισθάνομαι συχνά πιο Έλληνας εκτός Δύσης παρά στην ίδια την Κύπρο. Ίσως επειδή εκεί κανείς δεν μου ζητά να απολογηθώ για την Ιστορία μου. Ίσως επειδή εκεί η ελληνική ταυτότητα αντιμετωπίζεται ως κάτι αυτονόητο. Ή ίσως επειδή ο αφελληνισμός αρχίζει τη στιγμή που ένας λαός παύει να πιστεύει ότι έχει δικαίωμα να υπάρχει ως αυτό που είναι.
Η Αίγυπτος αραβοποιήθηκε· ο Ελληνισμός, όχι. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που δυσκολεύονται να συγχωρήσουν ορισμένοι σύγχρονοι διανοούμενοι.
*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο