Αναλύσεις

Ελλάδα και Κύπρος, στου κουφού την πόρτα, όσο θες βρόντα…..

Δεν αποτελεί πλέον απλώς μια ανησυχητική διαπίστωση. Είναι μια πολιτική αποτυχία με μετρήσιμα αποτελέσματα. Ελλάδα και Κύπρος συγκαταλέγονται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τις δημόσιες δαπάνες για οικογένεια και παιδιά ανά κάτοικο. Την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες επενδύουν συνειδητά στη στήριξη της οικογένειας ως απάντηση στη δημογραφική γήρανση, οι δύο ελληνικές χώρες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη γέννηση και την ανατροφή παιδιών περισσότερο ως ιδιωτική υπόθεση παρά ως εθνική προτεραιότητα.

Στην Κύπρο, η αντίφαση είναι ακόμη πιο έντονη.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2012, η οικονομία ανέκαμψε. Οι μισθοί στον δημόσιο τομέα αποκαταστάθηκαν, οι προσαυξήσεις επανήλθαν, η ΑΤΑ εφαρμόζεται ξανά, οι δημοσιονομικοί δείκτες βελτιώθηκαν και η χώρα παρουσιάζει επί σειρά ετών ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και πλεονάσματα.

Και όμως, εντελώς... «τυχαία», ένα κομμάτι της κοινωνίας φαίνεται να ξεχάστηκε.

Οι πολύτεκνες οικογένειες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με τη λογική της λιτότητας, σαν να μην πέρασε ποτέ η κρίση.

Ακόμη και σήμερα:

  • το επίδομα τέκνου παραμένει συνδεδεμένο με αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια που αποκλείουν πολλές οικογένειες με αυξημένες πραγματικές ανάγκες,
  • η φοιτητική χορηγία εξακολουθεί επίσης να διέπεται από περιοριστικά κριτήρια,
  • το τιμητικό επίδομα της μάνας απονέμεται με τόσο αυστηρές προϋποθέσεις ώστε πάρα πολλές μητέρες πολύτεκνων οικογενειών μένουν εκτός,
  • δεν υπάρχει η παραμικρή στήριξη για την αγορά ή χρήση συμβατικού οικογενειακού αυτοκινήτου, παρά το γεγονός ότι μια πολύτεκνη οικογένεια δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μεγάλο όχημα,
  • δεν προβλέπονται ουσιαστικές εκπτώσεις ή επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης ή άλλων βασικών υπηρεσιών,
  • ούτε υπάρχει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ενίσχυσης στα στεγαστικά σχέδια ή το αυξημένο κόστος στέγασης των μεγάλων οικογενειών. Ταυτόχρονα, οι πολύτεκνες οικογένειες είναι μόνιμα αποκλεισμένες από τραπεζικά δάνεια λόγω του μεγέθους τους και τα σχετικά τραπεζικά κριτήρια.

Την ίδια στιγμή, το κόστος ζωής εκτοξεύεται. Η στέγαση, η ενέργεια, τα τρόφιμα και η εκπαίδευση απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Όσο αυξάνονται οι ανάγκες μιας οικογένειας, τόσο μειώνεται αναλογικά η κρατική στήριξη.

Το μήνυμα που εκπέμπει το κράτος είναι αντιφατικό: από τη μία εκφράζει ανησυχία για το δημογραφικό, από την άλλη αφήνει τις οικογένειες να επωμίζονται σχεδόν μόνες τους το οικονομικό βάρος της απόκτησης παιδιών.

Και έπειτα αναρωτιόμαστε γιατί οι γεννήσεις βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Το δημογραφικό δεν λύνεται με συνέδρια, επιτροπές λόγια και εξαγγελίες. Δεν αντιμετωπίζεται με ευχολόγια κάθε φορά που δημοσιοποιούνται νέα στοιχεία για τη μείωση των γεννήσεων.

Οι νέοι άνθρωποι δεν αναβάλλουν ή εγκαταλείπουν την απόκτηση παιδιών επειδή δεν αγαπούν την οικογένεια. Το κάνουν επειδή υπολογίζουν το κόστος και βλέπουν ότι το κράτος θα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένας περιορισμένος παρατηρητής.

Αν μια χώρα θέλει πραγματικά να αυξήσει τις γεννήσεις, πρέπει να επενδύσει στα παιδιά πριν αυτά γεννηθούν και όχι να διαπιστώνει εκ των υστέρων ότι ο πληθυσμός γερνά.

Η στήριξη της οικογένειας δεν είναι κοινωνική παροχή. Είναι επένδυση. Κάθε παιδί που γεννιέται αποτελεί τον αυριανό εργαζόμενο, φορολογούμενο, επιστήμονα, επιχειρηματία και πολίτη που θα στηρίξει το ασφαλιστικό σύστημα και την οικονομία.

Όσο η Κύπρος συνεχίζει να αντιμετωπίζει την οικογενειακή πολιτική ως δευτερεύουσα προτεραιότητα, τόσο θα βαθαίνει η δημογραφική κρίση. Και όσο οι κυβερνήσεις πανηγυρίζουν για τα πλεονάσματα, για θετικές αξιολογήσεις από τους οίκους αξιολόγησης αλλά ξεχνούν να αποκαταστήσουν τη στήριξη προς τις πολύτεκνες οικογένειες που ουσιαστικά παρέμεινε στα επίπεδα της εποχής των μνημονίων, τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στα λόγια και την πραγματικότητα.

Ίσως τελικά δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι χώρες που επενδύουν λιγότερο στην οικογένεια είναι και εκείνες που βλέπουν τις γεννήσεις να καταρρέουν. Το δημογραφικό δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών κάθε κράτους.

*Αντιπρόεδρος ΠΟΠ