Μια ιστορική στιγμή για τις γυναίκες και τα κορίτσια της Κύπρου
Οι βιασμοί του 1974 αναγνωρίζονται και καταγγέλλονται για πρώτη φορά σε ένα ισχυρό ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου.
Το Ίδρυμα «ΖΩΗ κατά της Εμπόλεμης Βίας» χαιρετίζει με ιδιαίτερη ικανοποίηση την έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του ψηφίσματος για τον αντίκτυπο της τουρκικής εισβολής του 1974 στις γυναίκες και τα κορίτσια της Κύπρου, με έμφαση στη σεξουαλική βία και στη χρήση της ως όπλο πολέμου.
Το ψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία, αναδεικνύει το πλήρες φάσμα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά την τουρκική εισβολή, όπως ο αναγκαστικός εκτοπισμός, ο χωρισμός οικογενειών, το δράμα των συγγενών αγνοουμένων, καθώς και τις μακροχρόνιες κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές βλάβες, ιδιαίτερα για τις γυναίκες και τα κορίτσια.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί ιστορικό ορόσημο καθώς θέτει ένα ισχυρό σημείο αναφοράς για τη διεθνή αναγνώριση της σεξουαλικής βίας ως εγκλήματος πολέμου και ενισχύει την αρχή της μηδενικής ανοχής στη χρήση του βιασμού ως όπλου πολέμου.
Το Ίδρυμα εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες του προς την εισηγήτρια του ψηφίσματος, Ευρωβουλεύτρια κ. Ελεονώρα Μελέτη, προς τον Ευρωβουλευτή κ. Λουκά Φουρλά, ο οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία για την επίσκεψη της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM) στην Κύπρο, καθώς και προς όλα τα μέλη της Επιτροπής FEMM και τους Ευρωβουλευτές και Ευρωβουλεύτριες που υπερψήφισαν το ψήφισμα.
Το Ίδρυμα είχε την τιμή να συναντηθεί με την αντιπροσωπεία της Επιτροπής FEMM στην Κύπρο τον Μάιο του 2025 και να παρουσιάσει τεκμηριωμένα στοιχεία, αρχειακό υλικό και μαρτυρίες για τις πολλαπλές επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής στις γυναίκες της Κύπρου, με ιδιαίτερη έμφαση στη σεξουαλική βία. Η έγκριση του ψηφίσματος επιβεβαιώνει ότι οι φωνές των γυναικών της Κύπρου εισακούστηκαν και οι εμπειρίες τους αναγνωρίζονται πλέον επίσημα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται λίγες μόλις εβδομάδες μετά την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για ανέγερση Μνημείου αφιερωμένου στις γυναίκες που υπέστησαν σεξουαλική βία σε συνθήκες πολέμου, μια πρωτοβουλία που το Ίδρυμα «ΖΩΗ κατά της Εμπόλεμης Βίας» προώθησε από την πρώτη ημέρα της ίδρυσής του.
Οι δύο αυτές εξελίξεις αποτελούν σημαντικά βήματα προς την ιστορική αναγνώριση και την απόδοση της οφειλόμενης τιμής στις γυναίκες που υπέστησαν σεξουαλική βία κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Στις γυναίκες που βρήκαν τη δύναμη να μιλήσουν, αλλά και σε εκείνες που δεν μίλησαν ποτέ. Η σιωπή τους δεν μειώνει ούτε το μέγεθος του τραύματος ούτε το δικαίωμά τους για αναγνώριση, τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη.
Ίδρυμα ΖΩΗ κατά της Εμπόλεμης Βίας
Το Ίδρυμα ΖΩΗ είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που έχει ως στόχο την ανάδειξη, αναγνώριση και καταπολέμηση όλων των μορφών έμφυλης βίας που διαπράττονται σε συνθήκες πολέμου και ένοπλων συγκρούσεων.
Το Ίδρυμα επικεντρώνεται στα εγκλήματα κατά γυναικών και παιδιών, όπως οι βιασμοί, η σεξουαλική εκμετάλλευση, η παρενόχληση και άλλες μορφές βίας που εκδηλώνονται στη διάρκεια αλλά και στον απόηχο πολεμικών συρράξεων.
Το Ίδρυμα δραστηριοποιείται στην Κύπρο επιδιώκοντας διεθνείς συνεργασίες, θεωρώντας ότι η ανταλλαγή γνώσεων, καλών πρακτικών και εμπειριών είναι αναγκαία στη δέσμευση για καταπολέμηση αυτής της φύσης εγκλημάτων όπου και αν συμβαίνουν.
Από την ίδρυσή του το 2019, έχει αναλάβει δράσεις και πρωτοβουλίες για την ευαισθητοποίηση των θεσμών και της κοινωνίας για τα έμφυλα εγκλήματα πολέμου στην Κύπρο και διεθνώς. Ένας από τους ιδρυτικούς του στόχους υπήρξε η προώθηση της ανέγερσης μνημείου αφιερωμένου στις γυναίκες και τα κορίτσια που υπέστησαν σεξουαλική βία στην Κύπρο κατά το 1974 αλλά και διεθνώς.
Από το 2024 υλοποιεί επίσης το ψυχο-εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Ζωή Ξανά» με βιωματικά εργαστήρια για γυναίκες που βίωσαν άμεσα ή έμμεσα τραυματικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής και των εχθροπραξιών που προηγήθηκαν.
Παράλληλα, έχει αναπτύξει συνεργασίες σε πολιτικό, θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο, στην Κύπρο και στο εξωτερικό, για την αναγνώριση των εγκλημάτων πολέμου που στοχοποιούν γυναίκες και παιδιά και τη λογοδοσία των δραστών.