Έτοιμες Ελλάδα και Κύπρος σε γεωπολιτική καταιγίδα;
Οι στρατηγικές συνεργασίες αποκτούν πραγματική αξία μόνον όταν συμπληρώνουν μια ισχυρή εθνική αποτροπή και έναν συνεκτικό κοινό ελλαδο-κυπριακό σχεδιασμό.
Πριν από λίγα χρόνια, το ενδεχόμενο μιας ταυτόχρονης γεωπολιτικής αναταραχής σε πολλαπλά μέτωπα της Ανατολικής Μεσογείου θα αντιμετωπιζόταν ως θεωρητική άσκηση στρατηγικών αναλυτών. Σήμερα, όμως, αποτελεί ένα σενάριο που εξετάζεται με ολοένα μεγαλύτερη σοβαρότητα. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η παρατεταμένη αντιπαράθεση Ρωσίας και Δύσης, η αβεβαιότητα στη Συρία, οι εύθραυστες ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή και η επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ συνθέτουν ένα περιβάλλον υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου. Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορεί να προκύψει μια νέα κρίση, αλλά κατά πόσον η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτουν την απαιτούμενη στρατηγική ετοιμότητα για να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους.
Η πρώτη ανάγνωση είναι ενθαρρυντική. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ μέσα από τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναβαθμίσει αισθητά τη διεθνή της θέση, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της σημασία, τις ενεργειακές της προοπτικές και τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες της περιοχής. Ωστόσο, στη στρατηγική ανάλυση δεν χωρούν ούτε εφησυχασμός ούτε υπερβολική αισιοδοξία. Η πρόοδος δεν συνεπάγεται ότι έχουν εξαλειφθεί οι αδυναμίες, ούτε ότι η αποτροπή λειτουργεί αυτόματα σε κάθε πιθανό σενάριο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανή στάση της Άγκυρας εάν βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρή κρίση σε άλλο μέτωπο, είτε με το Ισραήλ είτε με τη Ρωσία. Μία εκτίμηση υποστηρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την ικανότητά της να ασκήσει πίεση προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη σχολή σκέψης, σύμφωνα με την οποία μια περιφερειακή κρίση θα μπορούσε να θεωρηθεί από την τουρκική ηγεσία ως ευκαιρία για περιορισμένες αναθεωρητικές κινήσεις, αξιοποιώντας το γεγονός ότι η προσοχή της διεθνούς κοινότητας θα ήταν στραμμένη αλλού. Ένα τέτοιο σενάριο δεν προϋποθέτει γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση. Θα μπορούσε να εκδηλωθεί μέσω κρατικής θεσμοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας», αυξημένων παραβιάσεων στο Αιγαίο, αμφισβήτησης θαλάσσιων ζωνών, νέων γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, υβριδικών επιχειρήσεων ή δημιουργίας περιορισμένων τετελεσμένων, που στη συνέχεια θα επιχειρείτο ν’ αποκτήσουν πολιτική νομιμοποίηση. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών αποδεικνύει ότι τέτοιες πρακτικές αποτελούν διαχρονικά εργαλεία πίεσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα αισθητά ισχυρότερες δυνατότητες σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Οι επενδύσεις στην Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό, η αναβάθμιση των μέσων επιτήρησης και η ενίσχυση των στρατηγικών συνεργασιών με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση της Αθήνας τόσο επιχειρησιακά όσο και διπλωματικά. Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο παράγοντα της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, η ενεργειακή της πολιτική και η ενίσχυση των σχέσεών της με ευρωπαϊκές και περιφερειακές δυνάμεις έχουν αυξήσει σημαντικά τη γεωπολιτική της αξία. Παρά ταύτα, η στρατιωτική πραγματικότητα στο νησί παραμένει αμετάβλητη. Η διατήρηση ισχυρών τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στα κατεχόμενα εξακολουθεί ν’ αποτελεί το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα της Άγκυρας. Για τον λόγο αυτό, η διπλωματική αναβάθμιση της Κύπρου, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ.
Οι διεθνείς συνεργασίες αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά κέρδη της τελευταίας δεκαετίας. Οι στρατηγικές σχέσεις Αθήνας και Λευκωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, ενώ η Κύπρος αναγνωρίζεται πλέον ως αξιόπιστος κόμβος ασφάλειας, ενέργειας και ανθρωπιστικής υποστήριξης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων, όμως, υπενθυμίζει ότι καμιά συμμαχία δεν υποκαθιστά την εθνική ισχύ. Οι στρατηγικές συνεργασίες αποκτούν πραγματική αξία μόνον όταν συμπληρώνουν μια ισχυρή εθνική αποτροπή και έναν συνεκτικό κοινό ελλαδο-κυπριακό σχεδιασμό.
Εξίσου κρίσιμο είναι ότι οι μελλοντικές κρίσεις δύσκολα θα περιοριστούν στο στρατιωτικό πεδίο. Οι σύγχρονες συγκρούσεις χαρακτηρίζονται από συνδυασμό κυβερνοεπιθέσεων, επιθέσεων σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, επιχειρήσεων παραπληροφόρησης, εργαλειοποίησης μεταναστευτικών ροών και οικονομικών πιέσεων. Η έννοια της εθνικής ασφάλειας έχει πλέον επεκταθεί πολύ πέρα από τα παραδοσιακά πεδία άμυνας. Η ανθεκτικότητα των κρατικών δομών και της κοινωνίας μετατρέπεται σε εξίσου σημαντικό παράγοντα με τη στρατιωτική ισχύ.
Για να ενισχυθεί ουσιαστικά η αποτρεπτική ικανότητα Ελλάδας και Κύπρου απαιτούνται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Η θεσμοθέτηση ενός μόνιμου ελλαδο-κυπριακού μηχανισμού στρατηγικού συντονισμού, η επικαιροποίηση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου με σύγχρονα χαρακτηριστικά διαλειτουργικότητας, η περαιτέρω ενίσχυση της κυπριακής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, η δημιουργία κοινής δομής κυβερνοάμυνας και η στενότερη προστασία των ενεργειακών υποδομών αποτελούν ρεαλιστικές προτεραιότητες. Παράλληλα, απαιτείται ενίσχυση της πολιτικής προστασίας, αναβάθμιση της εφεδρείας, διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων και συστηματική προετοιμασία των κρατικών μηχανισμών για παρατεταμένες κρίσεις.
Συμπερασματικά, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα και η Κύπρος είναι σήμερα απολύτως έτοιμες. Καμιά υπεύθυνη στρατηγική ανάλυση δεν μπορεί να δώσει μια τόσο κατηγορηματική απάντηση. Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν προετοιμάζονται με τον απαιτούμενο ρυθμό για το ενδεχόμενο μιας κρίσης που θα εξελιχθεί σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα. Η ασφαλέστερη στρατηγική επιλογή για τον Ελληνισμό δεν είναι ούτε ο εφησυχασμός, ούτε η κινδυνολογία. Είναι η συνεχής ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, η θεσμοθέτηση μόνιμου κοινού στρατηγικού σχεδιασμού μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, η επένδυση στις νέες τεχνολογίες άμυνας, η οικοδόμηση εθνικής ανθεκτικότητας και η αξιοποίηση των ισχυρών διεθνών συνεργασιών. Μόνο μέσα από αυτόν τον συνδυασμό μπορεί να διασφαλιστεί ότι, αν η Ανατολική Μεσόγειος εισέλθει σε μια νέα περίοδο σοβαρών γεωπολιτικών αναταράξεων, η Ελλάδα και η Κύπρος θα είναι σε θέση όχι μόνο να αντιδράσουν, αλλά κυρίως να αποτρέψουν την εκδήλωση μιας κρίσης στο Αιγαίο ή στην Κύπρο.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην Πρύτανης