Αναλύσεις

Ευρωπαϊκή στρατηγική ή μικροκομματική σύγκρουση;

Η αντιπαράθεση γύρω από το Υφυπουργείο Ευρωπαϊκών Θεμάτων και την παράταση της θητείας της Υφυπουργού Μαριλένας Ραουνά αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας διαχρονικής αδυναμίας του κυπριακού πολιτικού συστήματος, της τάσης, δηλαδή, να μετατρέπει ζητήματα θεσμικού σχεδιασμού και εθνικής στρατηγικής σε πεδίο μικροκομματικής σύγκρουσης. Ένα θέμα που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με όρους ευρωπαϊκής πολιτικής, διοικητικής αποτελεσματικότητας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, κατέληξε σε ανταλλαγή πολιτικών χαρακτηρισμών μεταξύ Προεδρικού και κομμάτων, με αποτέλεσμα η ουσία να χαθεί πίσω από την επικοινωνιακή αντιπαράθεση μέσα στην προεκλογική δίνη του 2028.

Η συζήτηση για το μέλλον του Υφυπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων δεν αφορά μόνο μια εξάμηνη παράταση μιας διοικητικής δομής. Αγγίζει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα, κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, είκοσι δύο χρόνια μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διαθέτει τον αναγκαίο θεσμικό μηχανισμό για να προωθεί και να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα συμφέροντά της στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον ένας εξωτερικός οργανισμός στον οποίο η Κύπρος απλώς συμμετέχει. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες επηρεάζουν άμεσα σχεδόν κάθε πτυχή της δημόσιας πολιτικής, όπως την οικονομία, την ενέργεια, την αγροτική ανάπτυξη, την κοινωνική πολιτική, τη μετανάστευση, την ασφάλεια, την πράσινη μετάβαση και τα μεγάλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η αποτελεσματική παρουσία ενός κράτους-μέλους δεν εξαρτάται μόνο από τη συμμετοχή του στα Συμβούλια Υπουργών, αλλά από την ικανότητά του να προετοιμάζει θέσεις, να δημιουργεί συμμαχίες και να επηρεάζει τις ευρωπαϊκές εξελίξεις πριν αυτές καταλήξουν σε τελικές αποφάσεις.

Από αυτή την άποψη, η κυβερνητική θέση ότι η Κύπρος χρειάζεται ισχυρότερη ευρωπαϊκή πολιτική παρουσία έχει ουσιαστικό υπόβαθρο. Η ύπαρξη ενός θεσμού με αποκλειστική ευθύνη τον ευρωπαϊκό συντονισμό μπορεί να προσφέρει προστιθέμενη αξία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η Ένωση αντιμετωπίζει μεγάλες γεωπολιτικές, ενεργειακές και οικονομικές προκλήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα, από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα 14, μεταξύ των οποίων και κράτη-μέλη «κλειδιά», διαθέτουν διακριτό υπουργό, αναπληρωτή υπουργό, ή υφυπουργό με κύρια αρμοδιότητα τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Ωστόσο, ο τρόπος που η Κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα δημιούργησε εύλογα ερωτήματα. Η προσπάθεια παράτασης της λειτουργίας του Υφυπουργείου με μια διαδικασία της τελευταίας στιγμής, λίγο πριν από το κλείσιμο της Βουλής, δεν συνάδει με τη σοβαρότητα που απαιτεί ένα ζήτημα θεσμικής μεταρρύθμισης. Αν η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το Υφυπουργείο Ευρωπαϊκών Θεμάτων αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα, η ορθή διαδικασία είναι η κατάθεση ολοκληρωμένου νομοσχεδίου για τη μόνιμη θεσμοθέτησή του.

Η επίκληση από την πλευρά του Προεδρικού ότι η παράταση ήταν απαραίτητη λόγω των διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2028-2034 αποτελεί ένα επιχείρημα μερικώς ορθό, αλλά όχι επαρκές. Οι διαπραγματεύσεις για τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα ενός υφυπουργείου. Αφορούν το Υπουργείο Οικονομικών, όλα τα παραγωγικά υπουργεία, την τοπική αυτοδιοίκηση και ένα ευρύτερο κρατικό σύστημα σχεδιασμού. Ακόμη ένα επιχείρημα, που θα μπορούσε να προβληθεί, ότι η Κύπρος θα συνεχίσει το επόμενο εξάμηνο να συμμετέχει στην επίσημα θεσμοθετημένη Τρόϊκα, θα ήταν ενδεχομένως πιο πειστικό αλλά όχι πλήρως επαρκές. Επομένως, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να παρουσιάσει το Υφυπουργείο όχι ως αναγκαίο επειδή υπάρχει μια συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, αλλά ως μόνιμο εργαλείο εθνικής ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Από την άλλη, η στάση του Δημοκρατικού Συναγερμού παρουσιάζει αντιφάσεις. Η Πινδάρου υποστήριξε ότι η παράταση δημιουργεί νέες δομές και πρόσθετες ανελαστικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα η ίδια πολιτική παράταξη έχει διαχρονικά υποστηρίξει την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής διάστασης και συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, η κριτική περί «βολέματος» και «κουμπαροκρατίας» δεν μπορεί να αποτελεί υποκατάστατο μιας τεκμηριωμένης πολιτικής θέσης. Αν υπάρχουν συγκεκριμένες ενστάσεις για τη λειτουργία του θεσμού, πρέπει να κατατεθούν δημόσια. Ποιες αρμοδιότητες θεωρεί ο ΔΗΣΥ ότι πρέπει να έχει ή να μην έχει; Πώς προτείνει να οργανωθεί ο ευρωπαϊκός συντονισμός; Ποια εναλλακτική λύση εισηγείται; Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία, αλλά η απαξίωση χωρίς αντιπρόταση δεν συμβάλλει στη βελτίωση της διακυβέρνησης του κράτους.

Στη συζήτηση παρενέβη και το ΑΚΕΛ, που εξέφρασε διαφορετική προσέγγιση, επικεντρώνοντας την κριτική του κυρίως στον τρόπο που η Κυβέρνηση επιχειρεί να διαχειριστεί το ζήτημα. Το κόμμα της αντιπολίτευσης υποστήριξε ότι η δημιουργία και λειτουργία νέων κυβερνητικών δομών δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά ή χωρίς ολοκληρωμένη θεσμική συζήτηση στη Βουλή. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην Κυβέρνηση για τη δημιουργία θεσμών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση ως προς τις αρμοδιότητες, το κόστος και την αποτελεσματικότητά τους. Η θέση αυτή του ΑΚΕΛ θέτει ένα υπαρκτό ζήτημα, ότι, δηλαδή, η διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιορίζεται στη δημιουργία νέων τίτλων ή δομών, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από σαφή κατανομή ευθυνών, αξιολόγηση αποτελεσμάτων και μηχανισμούς λογοδοσίας. Ένα Υφυπουργείο Ευρωπαϊκών Θεμάτων δεν θα πρέπει να αποτελέσει ακόμη ένα επίπεδο γραφειοκρατίας, αλλά έναν επιτελικό μηχανισμό που θα ενισχύει τη στρατηγική ικανότητα του κράτους.

Παράλληλα, όμως, και το ΑΚΕΛ οφείλει να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα, για το ποια είναι η δική του πρόταση για τη θεσμική εκπροσώπηση και τον συντονισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής της χώρας. Η απόρριψη μιας κυβερνητικής πρωτοβουλίας είναι πολιτικά εύκολη. Η κατάθεση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης είναι η πραγματική δοκιμασία υπεύθυνης αντιπολίτευσης.

Η διέξοδος βρίσκεται σε μια πιο ώριμη προσέγγιση. Η κυβέρνηση πρέπει να καταθέσει άμεσα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο για τη μόνιμη θεσμοθέτηση του Υφυπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων, καθορίζοντας με ακρίβεια τον ρόλο του, τις σχέσεις του με τα υπουργεία και τους μηχανισμούς ελέγχου. Ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, όπως και άλλα κόμματα, οφείλουν να εγκαταλείψουν τη λογική της άρνησης και να καταθέσουν συγκεκριμένες εισηγήσεις. Η Βουλή δεν πρέπει να λειτουργεί απλώς ως χώρος απόρριψης κυβερνητικών προτάσεων, αλλά ως χώρος παραγωγής πολιτικής. Η Κύπρος χρειάζεται μια εθνική ευρωπαϊκή στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών. Χρειάζεται μηχανισμό που θα προβλέπει τις εξελίξεις, θα διαμορφώνει συμμαχίες και θα προστατεύει τα συμφέροντά της μέσα σε μια ολοένα πιο σύνθετη Ευρώπη.

Συμπερασματικά, η σημερινή αντιπαράθεση αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε αφετηρία μιας σοβαρής συζήτησης. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος κέρδισε μια επικοινωνιακή μάχη μεταξύ Προεδρικού και κομμάτων. Το ζητούμενο είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία θα αποκτήσει επιτέλους έναν σύγχρονο και αποτελεσματικό μηχανισμό ευρωπαϊκής πολιτικής. Γιατί η Ευρώπη δεν περιμένει τις εσωτερικές μας κομματικές αντιπαραθέσεις. Οι αποφάσεις λαμβάνονται καθημερινά. Και τα κράτη που διαθέτουν στρατηγική, οργάνωση και συνέχεια είναι εκείνα που κερδίζουν επιρροή και ικανοποίηση των εθνικών τους συμφερόντων.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips