Η νέα κινητικότητα στο Κυπριακό και το εύθραυστο παράθυρο ευκαιρίας
Η προ ολίγου προσεκτικά διατυπωμένη αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη ότι «τις επόμενες των ημερών θα ακούσουμε και άλλες ειδήσεις που θα αποδεικνύουν αυτή την κινητικότητα» γύρω από την επικείμενη πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια διεργασία που, αν και δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε συγκεκριμένες αποφάσεις, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα προσπάθεια επανεκκίνησης της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού.
Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη. Μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, κατά την οποία η προοπτική επανέναρξης ουσιαστικών συνομιλιών φαινόταν απομακρυσμένη, ο ΟΗΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει μια σειρά από νέες παραμέτρους, δηλαδή την αλλαγή πολιτικής σκηνής στα κατεχόμενα, την επαναδραστηριοποίηση της ευρωπαϊκής διάστασης και την επιθυμία της διεθνούς κοινότητας να μην επιτρέψει την οριστική παγίωση της διχοτόμησης.
Η φράση του Προέδρου ότι η κινητικότητα είναι αποτέλεσμα «σκληρής δουλειάς» της ελληνοκυπριακής πλευράς παραπέμπει σε μια περίοδο παρασκηνιακών επαφών με τον ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ελλάδα, αλλά και την Τουρκία. Στο επίκεντρο αυτών των διεργασιών βρίσκεται η προσπάθεια δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών ώστε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ να αναλάβει τη νέα πρωτοβουλία του, μέσω μιας διευρυμένης συνάντησης με τη συμμετοχή των δύο πλευρών, των εγγυητριών δυνάμεων και ενδεχομένως της Εθρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια επαναφοράς του Κυπριακού σε τροχιά διαπραγμάτευσης μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά το 2017.
Το μεγάλο ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι απλώς η πραγματοποίηση μιας ακόμη συνάντησης κορυφής. Η διεθνής εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών έχει αποδείξει ότι οι συναντήσεις χωρίς σαφή πολιτικό ορίζοντα μπορούν εύκολα να καταλήξουν σε διαχείριση της στασιμότητας αντί σε διαδικασία επίλυσης. Γι’ αυτό και η ιδιαίτερη αναφορά του Προέδρου Χριστοδουλίδη στην «επανέναρξη των συνομιλιών από εκεί που διακόπηκαν» αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα. Η θέση αυτή επιχειρεί να κατοχυρώσει ότι η νέα προσπάθεια δεν θα ξεκινήσει από μηδενική βάση, ούτε θα επιτρέψει την ανατροπή του διαπραγματευτικού κεκτημένου που δημιουργήθηκε μέσα από χρόνια συνομιλιών.
Το σημείο αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό διακύβευμα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι η μόνη ρεαλιστική βάση είναι η λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τις παραμέτρους του ΟΗΕ και το πλαίσιο Γκουτέρες. Αντίθετα, η προηγούμενη τουρκοκυπριακή ηγεσία είχε μετατοπίσει τη θέση της προς τη λογική της κυριαρχικής ισότητας και της λύσης δύο κρατών. Η αλλαγή ηγεσίας στην τουρκοκυπριακή κοινότητα δημιούργησε, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, ένα νέο περιθώριο επικοινωνίας. Η στάση του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που εμφανίζεται περισσότερο προσανατολισμένος στη συνέχιση της διαδικασίας υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, θεωρείται από αρκετούς διεθνείς παράγοντες ως παράθυρο ευκαιρίας. Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία θα είναι κατά πόσον αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να μεταφραστεί σε ουσιαστικές πολιτικές θέσεις και, κυρίως, κατά πόσον η Άγκυρα είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει ένα ομοσπονδιακό πλαίσιο. Παρά τη σημασία της τουρκοκυπριακής πολιτικής δυναμικής, ο καθοριστικός παράγοντας παραμένει η Τουρκία. Η Άγκυρα είναι αυτή που έχει τη δυνατότητα είτε να επιτρέψει μια ουσιαστική διαπραγματευτική διαδικασία είτε να περιορίσει την πρωτοβουλία σε μια συμβολική διπλωματική κίνηση χωρίς προοπτική κατάληξης.
Σημαντική διάσταση της νέας προσπάθειας είναι και η ευρωπαϊκή παράμετρος. Η αναφορά του Προέδρου σε λύση «απόλυτα συμβατή με τις αρχές, τις αξίες και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» δεν αποτελεί απλώς επανάληψη πάγιας θέσης της Λευκωσίας. Αποτελεί στόχευση να διασφαλιστεί ότι η τελική διευθέτηση θα εντάσσεται πλήρως στο ευρωπαϊκό συνταγματικό και νομικό πλαίσιο. Η συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαδικασία θεωρείται πλέον αναγκαία, και ίσως διασφαλισμένη, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, τα δικαιώματα των πολιτών, τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες και τη λειτουργικότητα ενός μελλοντικού ομοσπονδιακού κράτους. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν επιδιώκει απλώς μια πολιτική συμφωνία τερματισμού της απελευθέρωσης και επανένωσης, αλλά μια λύση που θα λειτουργήσει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται οι επόμενες ανακοινώσεις να αφορούν και συγκεκριμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ο ΟΗΕ γνωρίζει ότι η δημιουργία θετικού κλίματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια δύσκολη διαπραγμάτευση. Μέτρα που αφορούν τη συνεργασία σε τεχνικά ζητήματα, το εμπόριο, το περιβάλλον ή τη διευκόλυνση της καθημερινότητας των πολιτών μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά. Δεν αποτελούν όμως υποκατάστατο της πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει κινητικότητα. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν αυτή η κινητικότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική βούληση και στη συνέχεια σε συμφωνημένο πλαίσιο διαπραγμάτευσης και λύσης. Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα που δεν υπήρχαν πριν από μερικά χρόνια, όπως αυξημένο ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας, μεγαλύτερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαφοροποιημένο πολιτικό περιβάλλον στα κατεχόμενα και μια προσπάθεια του ΟΗΕ να αποτρέψει την οριστική απαξίωση της ειρηνευτικής διαδικασίας. Ταυτόχρονα, οι κίνδυνοι παραμένουν μεγάλοι. Η αποτυχία μιας νέας προσπάθειας θα μπορούσε να ενισχύσει όσους υποστηρίζουν ότι η διχοτόμηση αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική εξέλιξη. Γι’ αυτό η επόμενη φάση απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, επιμονή σε αρχές, ρεαλισμό αλλά και σαφή στρατηγική.
Συμπερασματικά, οι επικείμενες «ειδήσεις» που αναφέρθηκε ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης πιθανότατα δεν θα είναι η ανακοίνωση μιας συμφωνίας λύσης. Θα είναι, όμως, η επιβεβαίωση ότι μετά από χρόνια ακινησίας το Κυπριακό επιστρέφει ξανά στο τραπέζι της ενεργού διπλωματίας. Το αν αυτή η επιστροφή θα αποτελέσει μια ακόμη χαμένη ευκαιρία ή την απαρχή μιας νέας πορείας προς τη λύση θα εξαρτηθεί από έναν και μόνον παράγοντα. Κατά πόσον, δηλαδή, όλες οι πλευρές, κυρίως η Τουρκία, θα είναι έτοιμες να μετατρέψουν τη σημερινή κινητικότητα σε πραγματική πολιτική επιλογή.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης