Αναλύσεις

Ανασχηματισμός με κριτήριο την ποιότητα της διακυβέρνησης

Η τοποθέτηση και απαίτηση κόμματος, ως του μοναδικού κοινοβουλευτικού κόμματος που συμμετέχει οργανικά στην κυβέρνηση, ότι δικαιούται ισχυρότερη εκπροσώπηση στο κυβερνητικό σχήμα, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό δίλημμα της κυπριακής πολιτικής, δηλαδή τού ποια είναι τα όρια μεταξύ της πολιτικής συνεργασίας και της κομματικής διανομής της εξουσίας.

Η διεκδίκηση υπερβολικού αριθμού υπουργείων και υφυπουργείων καθώς και σειράς προεδριών ημικρατικών οργανισμών συνιστά μια από τις πλέον εκτεταμένες αξιώσεις που έχουν διατυπωθεί από κυβερνητικό εταίρο κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εφόσον υλοποιούνταν πλήρως, το εν λόγω κόμμα θα αποκτούσε τον έλεγχο σχεδόν του μισού Υπουργικού Συμβουλίου, ενώ η ανάληψη του Υπουργείου Οικονομικών ή του Υπουργείου Εσωτερικών θα του παρείχε καθοριστική επιρροή στους δύο σημαντικότερους πυλώνες της κρατικής διακυβέρνησης: τη δημοσιονομική πολιτική και τη δημόσια διοίκηση.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν ένα πολιτικό κόμμα έχει εύλογες προσδοκίες από τη συμμετοχή του στη διακυβέρνηση. Αυτό αποτελεί θεμιτό στοιχείο κάθε πολιτικής συνεργασίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ικανοποίηση μιας τόσο εκτεταμένης απαίτησης υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ενισχύει την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνίας.

Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης βρίσκεται ενώπιον μιας επιλογής που υπερβαίνει τις ισορροπίες του κυβερνητικού συνασπισμού. Η απόφασή του θα αποτελέσει πολιτικό μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την άσκηση της εξουσίας κατά το δεύτερο μισό της θητείας του, σε μια περίοδο όπου ουσιαστικά έχει ήδη αρχίσει η πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2028.

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών καταγράφουν με αξιοσημείωτη σταθερότητα ένα κοινό συμπέρασμα. Η πλειοψηφία των πολιτών αξιολογεί τις κυβερνήσεις πρωτίστως με βάση την αποτελεσματικότητα, την οικονομική σταθερότητα, την αντιμετώπιση της καθημερινότητας, τη διαφάνεια και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Αντίθετα, οι κομματικές διευθετήσεις, οι ισορροπίες εξουσίας και οι διαπραγματεύσεις για αξιώματα αντιμετωπίζονται συνήθως με δυσπιστία και συχνά εκλαμβάνονται ως έκφραση ενός παλαιού πολιτικού συστήματος που λειτουργεί περισσότερο με όρους κατανομής θέσεων παρά παραγωγής πολιτικής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κόμματα δεν πρέπει να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση. Αντιθέτως, σε κάθε δημοκρατία οι πολιτικές συνεργασίες αποτελούν θεμιτό και πολλές φορές αναγκαίο στοιχείο της διακυβέρνησης. Εκείνο που διαφοροποιεί μια σύγχρονη πολιτική κουλτούρα είναι ότι η συμμετοχή αυτή πρέπει να στηρίζεται στην ποιότητα των προσώπων, στην προγραμματική σύγκλιση και στη δυνατότητα παραγωγής αποτελεσμάτων και όχι αποκλειστικά σε αριθμητικούς συσχετισμούς.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγη ως ανεξάρτητος υποψήφιος με ευρεία διακομματική υποστήριξη, όχι ως αρχηγός ενός συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού. Το πολιτικό του κεφάλαιο βασίστηκε ακριβώς στην υπόσχεση μιας κυβέρνησης ευρύτερων συνεργασιών, αξιοποίησης τεχνοκρατών και υπέρβασης των παραδοσιακών κομματικών στεγανών. Αυτή η φυσιογνωμία αποτέλεσε βασικό στοιχείο της εκλογικής του επιτυχίας. Μια πλήρης αποδοχή των σημερινών απαιτήσεων του εν λόγω κόμματος θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η κυβέρνηση μετατρέπεται σταδιακά σε προϊόν κομματικής ποσόστωσης. Μια τέτοια εικόνα δύσκολα θα ενίσχυε το πολιτικό αφήγημα του Προέδρου, ιδιαίτερα απέναντι στους κεντρώους, ανεξάρτητους και μεταρρυθμιστικά προσανατολισμένους ψηφοφόρους που αποτέλεσαν σημαντικό τμήμα της εκλογικής του βάσης το 2023.

Από την άλλη πλευρά, η πλήρης απόρριψη των αιτημάτων τού εν λόγω κόμματος θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτικές τριβές στο εσωτερικό της κυβερνητικής συνεργασίας και να δημιουργήσει ένα περιβάλλον συνεχών εντάσεων μέχρι το τέλος της θητείας. Η σταθερότητα παραμένει πολύτιμο αγαθό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η Κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί το Κυπριακό, τις ενεργειακές εξελίξεις, τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τις μεταναστευτικές πιέσεις και τις προκλήσεις της οικονομίας.

Η βέλτιστη επιλογή, επομένως, δεν βρίσκεται ούτε στην άνευ όρων αποδοχή ούτε στην απόλυτη άρνηση. Βρίσκεται σε μια ισορροπημένη προσέγγιση που θα αναγνωρίζει τον πολιτικό ρόλο τού εν λόγω κόμματος, χωρίς όμως να αλλοιώνει τον υπερκομματικό χαρακτήρα της Κυβέρνησης.

Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να βασιστεί σε τρεις αρχές.

Πρώτον, κάθε αλλαγή στο Υπουργικό Συμβούλιο πρέπει να αιτιολογείται αποκλειστικά με κριτήριο την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Ο Πρόεδρος μπορεί να καταστήσει σαφές ότι οι αλλαγές δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ κομμάτων αλλά μέρος μιας συνολικής αξιολόγησης της κυβερνητικής απόδοσης. Έτσι διαφυλάσσεται η θεσμική εικόνα της Προεδρίας και περιορίζεται η εντύπωση κομματικού παζαριού.

Δεύτερον, εφόσον αποφασιστεί ενίσχυση της συμμετοχής τού εν λόγω κόμματος, αυτή θα πρέπει να γίνει με μέτρο και χωρίς να επηρεάζονται τα υπουργεία που αποτελούν τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής, της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Το Υπουργείο Οικονομικών, ειδικότερα, αποτελεί τον βασικό συνομιλητή των ευρωπαϊκών θεσμών, των διεθνών αγορών και των οίκων αξιολόγησης. Η διατήρηση της συνέχειας σε αυτό το χαρτοφυλάκιο εκπέμπει μήνυμα σταθερότητας προς το εξωτερικό και την οικονομία. Παρόμοια βαρύτητα διαθέτει και το Υπουργείο Εσωτερικών, ιδιαίτερα λόγω της εφαρμογής της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της στεγαστικής πολιτικής, της μεταναστευτικής διαχείρισης και των ζητημάτων πολεοδομίας. Οι δύο αυτοί τομείς απαιτούν συνέχεια, εμπειρία και διοικητική σταθερότητα.

Τρίτον, οι διορισμοί σε ημικρατικούς οργανισμούς θα πρέπει να πραγματοποιηθούν με αυστηρά κριτήρια αξιοκρατίας, εμπειρίας και επαγγελματικής επάρκειας. Οι πολίτες δύσκολα αποδέχονται πλέον πρακτικές που δίνουν την εντύπωση κομματικής επιβράβευσης. Αντίθετα, η επιλογή προσώπων με αποδεδειγμένες διοικητικές ικανότητες θα ενισχύσει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και θα περιορίσει τις επικρίσεις περί κομματοκρατίας.

Η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης είναι εξίσου σημαντική με την ουσία της απόφασης. Ο Πρόεδρος θα πρέπει να παρουσιάσει οποιονδήποτε ανασχηματισμό ως μέρος μιας συνολικής αναβάθμισης της κυβερνητικής λειτουργίας, με συγκεκριμένους στόχους, χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα μέχρι το τέλος της θητείας. Ένα τέτοιο πλαίσιο μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από το «ποιος πήρε ποια καρέκλα» στο «τι θα αλλάξει για τους πολίτες». Εξίσου σημαντικό είναι να αποφευχθεί η εικόνα ότι οποιοδήποτε κόμμα αποκτά δικαίωμα βέτο ή συγκυβερνητικής συνδιοίκησης. Το Κυπριακό Σύνταγμα είναι σαφές: την ευθύνη της διακυβέρνησης φέρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η τελική επιλογή υπουργών αποτελεί αποκλειστικά δική του συνταγματική αρμοδιότητα. Η διατήρηση αυτής της θεσμικής ισορροπίας δεν αποτελεί μόνο ζήτημα συνταγματικής τάξης αλλά και ουσιαστικής πολιτικής ευθύνης.

Με ορίζοντα το 2028, το μεγαλύτερο πολιτικό κεφάλαιο του Νίκου Χριστοδουλίδη δεν θα είναι ούτε οι κομματικές ισορροπίες ούτε οι εσωτερικές συμφωνίες. Θα είναι η εικόνα μιας Κυβέρνησης που παρήγαγε αποτελέσματα, διατήρησε την οικονομική σταθερότητα, προώθησε μεταρρυθμίσεις, διαχειρίστηκε υπεύθυνα τις διεθνείς προκλήσεις και βελτίωσε την καθημερινότητα των πολιτών. Οι εκλογές σπάνια κερδίζονται από την ικανοποίηση των κομματικών μηχανισμών. Κερδίζονται κυρίως από την εμπιστοσύνη της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και αυτή η εμπιστοσύνη οικοδομείται όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον και όχι τις ισορροπίες της εξουσίας.

Η απαίτηση τού εν λόγω κόμματος αποτελεί ασφαλώς μέρος μιας θεμιτής πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η απάντηση, όμως, του Προέδρου θα πρέπει να κινηθεί σε διαφορετικό επίπεδο. Να αναγνωρίζει τον ρόλο και τη συμβολή των πολιτικών εταίρων, αλλά να υπενθυμίζει ότι η Κυβέρνηση δεν είναι άθροισμα κομματικών ποσοστών. Είναι το βασικό εργαλείο άσκησης δημόσιας πολιτικής και λογοδοτεί απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας.

Συμπερασματικά, αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέξει την οδό της θεσμικής αυτονομίας, της αξιοκρατίας και της ισορροπημένης πολιτικής συνεργασίας, θα ενισχύσει όχι μόνο τη λειτουργικότητα της Κυβέρνησής του αλλά και το προσωπικό του προφίλ ως Προέδρου που λαμβάνει δύσκολες αποφάσεις με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Σε μια περίοδο όπου οι πολίτες εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις κομματικές συναλλαγές, μια τέτοια στάση ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο πολύτιμη για την πολιτική του παρακαταθήκη και για τις προοπτικές επανεκλογής του από οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη διευθέτηση κομματικών απαιτήσεων.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης