Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
Μια νέα περίοδος διεργασιών και διπλωματικών ζυμώσεων αρχίζει για το Κυπριακό. Ωστόσο, οι προοπτικές για ουσιαστική πρόοδο παραμένουν, για ακόμη μία φορά, εξαιρετικά περιορισμένες. Τίποτα δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι οι επερχόμενες προσπάθειες θα οδηγήσουν σε ουσιαστική εξέλιξη.
Η Τουρκία όχι μόνο δεν υποχωρεί από τις πάγιες θέσεις της, αλλά συνεχίζει να κλιμακώνει τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της. Είναι πλέον καιρός να γίνει κατανοητό ότι, χωρίς ουσιαστικές πιέσεις και χωρίς το ενδεχόμενο πολιτικού ή διπλωματικού κόστους, η Άγκυρα –η οποία κρατά το κλειδί των εξελίξεων– δεν έχει κανένα κίνητρο να μεταβάλει τη στάση της.
Η μόνη δύναμη που διαθέτει την επιρροή να επηρεάσει αποφασιστικά την τουρκική ηγεσία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και στη σημερινή συγκυρία, όπου οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον μοναδικό διεθνή παράγοντα με τη δυνατότητα να ασκήσει πραγματική πίεση στην Τουρκία.
Το ζητούμενο είναι να πεισθεί η αμερικανική ηγεσία ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξυπηρετείται με παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, αλλά με την προάσπιση του διεθνούς δικαίου και την αποκατάσταση της νομιμότητας. Αναμφίβολα, η Τουρκία διατηρεί σημαντική γεωστρατηγική αξία για τη Δύση. Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων ετών έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά.
Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πλέον ως ο αδιαμφισβήτητος και αξιόπιστος σύμμαχος του δυτικού κόσμου. Οι σχέσεις της με οργανώσεις όπως η Χαμάς, η προσέγγισή της με το Ιράν, οι επανειλημμένες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον και η έντονη αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ –τον στενότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή– καταδεικνύουν μια διαφορετική στρατηγική πορεία. Παράλληλα, οι επιλογές του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν επανειλημμένα προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και έχουν δοκιμάσει τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι η Τουρκία αρνήθηκε να διευκολύνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, γεγονός που ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής της σύμπλευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κανείς δεν αναμένει, ούτε ζητεί, από τις ΗΠΑ να αντιπαρατεθούν στρατιωτικά με την Τουρκία. Εκείνο που αναμένουμε είναι να αξιοποιήσουν το πολιτικό και διπλωματικό τους βάρος, ώστε να καταστήσουν σαφές στην Άγκυρα ότι η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των θεμελιωδών αρχών της διεθνούς νομιμότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τα μέσα να επηρεάσουν ουσιαστικά την τουρκική στάση και να ενθαρρύνουν την ευθυγράμμισή της με τις αποφάσεις και τις αρχές του ΟΗΕ. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση.
Η Κύπρος, η Ελλάδα και ο ευρύτερος Ελληνισμός υπήρξαν διαχρονικά συνεπείς φίλοι και αξιόπιστοι εταίροι της Δύσης και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το απέδειξαν έμπρακτα τόσο στο παρελθόν όσο και στη σύγχρονη εποχή και εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες σταθερότητας σε μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή ασφάλεια.
Γι' αυτό και δικαιολογημένα αναμένουμε ότι, στη νέα αυτή προσπάθεια επανεκκίνησης των συνομιλιών για το Κυπριακό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο. Θα ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους απέναντι σε έναν στρατηγικό εταίρο, όπως οι ίδιες χαρακτηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, συμβάλλοντας έμπρακτα στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της διεθνούς νομιμότητας.
Αυτό δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση απέναντι στην Κύπρο και τον Ελληνισμό. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του κράτους δικαίου, αξίες τις οποίες οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν ότι υπηρετούν και υπερασπίζονται.