Αναλύσεις

Κυπριακό: Δοκιμασία της διεθνούς νομιμότητας

Μια επιτυχής στρατηγική για την Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να συνδυάζει την αταλάντευτη προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα με μια σύγχρονη, ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία, αξιοποιώντας στο έπακρον την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η νέα πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό δημιουργεί εύλογα το κρίσιμο ερώτημα, αν υπάρχει σήμερα μια διαφορετική, περισσότερο αποτελεσματική βάση διαπραγμάτευσης από εκείνη που ακολουθείται εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ολοένα και περισσότεροι νομικοί και αναλυτές υποστηρίζουν ότι το επίκεντρο της διαδικασίας θα πρέπει να μετατοπιστεί από τη διαχείριση των πολιτικών τετελεσμένων προς την πλήρη εφαρμογή του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. Η προσέγγιση αυτή δεν αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως μια διακοινοτική διαφορά που απαιτεί αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά ως πρόβλημα εισβολής, στρατιωτικής κατοχής και συνεχιζόμενης παραβίασης της διεθνούς έννομης τάξης.

Παραβίαση διεθνούς έννομης τάξης

Η αφετηρία της συγκεκριμένης σχολής σκέψης είναι απλή αλλά ιδιαίτερα ισχυρή. Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί το μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στο νησί, είναι πλήρες μέλος των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης και, κατά συνέπειαν, η κυριαρχία, η ανεξαρτησία και η εδαφική της ακεραιότητα προστατεύονται τόσο από το Διεθνές όσο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Παράλληλα, το Συμβούλιο Ασφαλείας ουδέποτε αναγνώρισε οποιοδήποτε αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974. Αντίθετα, τα σχετικά ψηφίσματα επιβεβαίωσαν την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, χαρακτήρισαν άκυρη τη μονομερή ανακήρυξη του αποσχιστικού μορφώματος και κάλεσαν όλα τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν. Η θέση αυτή παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο ισχυρές νομικές βάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από αυτήν την πραγματικότητα προκύπτει ένα εύλογο συμπέρασμα. Αν το Διεθνές Δίκαιο απαγορεύει την απόκτηση εδάφους διά της βίας, αν απαγορεύει τη νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων μιας στρατιωτικής εισβολής και αν το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας θεωρεί τα τετελεσμένα του 1974 νομικά άκυρα, τότε οποιαδήποτε λύση δεν μπορεί να ενσωματώνει ούτε να μονιμοποιεί τις συνέπειες αυτής της παρανομίας. Πρόκειται για μια θέση με ισχυρή λογική συνοχή.

Εξίσου σημαντική είναι και η επισήμανση ότι ο ρόλος των Ηνωμένων Εθνών, όπως προκύπτει από τον Καταστατικό Χάρτη, είναι πρωτίστως η αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και της διεθνούς νομιμότητας. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να επικεντρώνονται στην αποκατάσταση της διεθνούς έννομης τάξης και όχι στη διαπραγμάτευση των αποτελεσμάτων που δημιούργησε η χρήση στρατιωτικής βίας.

Το επιχείρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα πολιτικό σημείο αναφοράς, αλλά αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να είναι απολύτως συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις τέσσερεις ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

Μπορεί, όμως, αυτή η θεώρηση να αποτελέσει τη βάση της επικείμενης πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ; Εδώ η απάντηση γίνεται περισσότερο σύνθετη.

Γεωπολιτικές πραγματικότητες

Η ισχύς του Διεθνούς Δικαίου δεν αμφισβητείται. Εκείνο που αμφισβητείται είναι η δυνατότητα εφαρμογής του όταν συγκρούεται με τις γεωπολιτικές πραγματικότητες.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι συνομιλίες δεν διεξάγονται αποκλειστικά με νομικά κριτήρια αλλά κυρίως με πολιτικούς συσχετισμούς. Το πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας αποτέλεσε σταδιακά τη βάση όλων σχεδόν των γύρων διαπραγματεύσεων, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν κατά καιρούς ως προς τη συμβατότητά του με τις αρχές της πλήρους κρατικής κυριαρχίας και της ισότητας των πολιτών. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία όχι μόνο δεν εγκαταλείπει τις θέσεις της, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο προς τη λύση δύο κρατών, αξιώνοντας κυριαρχική ισότητα και διεθνή αναγνώριση του κατοχικού καθεστώτος. Η απόσταση που χωρίζει σήμερα τις δύο πλευρές είναι πιθανότατα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά το 1974.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποκλειστική επίκληση του διεθνούς δικαίου δύσκολα αρκεί για να οδηγήσει σε συμφωνία. Το Διεθνές Δίκαιο διαθέτει τεράστια νομιμοποιητική ισχύ, αλλά δεν συνοδεύεται πάντοτε από αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής. Η διεθνής πραγματικότητα δείχνει ότι πολλές φορές οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί καθορίζουν την εφαρμογή των κανόνων πολύ περισσότερο από τους ίδιους τους κανόνες.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να εγκαταλείψει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα. Αντίθετα, ίσως έχει φθάσει η στιγμή, η Λευκωσία να επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τη διεθνή και ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργεί νέα δεδομένα, που δεν υπήρχαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Η λύση δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των διακοινοτικών ισορροπιών αλλά και ως ζήτημα προστασίας της έννομης τάξης της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ

Η νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ θα κριθεί τελικά από το κατά πόσον θα επαναφέρει στον πυρήνα της διαδικασίας τις θεμελιώδεις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή εάν θα περιοριστεί γι’ ακόμη μια φορά στην αναζήτηση ενός πολιτικού συμβιβασμού που θα επιχειρεί να γεφυρώσει τα τετελεσμένα της κατοχής με τις απαιτήσεις της διεθνούς νομιμότητας. Η ιστορία των τελευταίων πενήντα δύο χρόνων δείχνει ότι οι συνεχείς διαπραγματεύσεις χωρίς σαφή προσήλωση στις βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου δεν οδήγησαν σε λύση. Αντίθετα, δημιούργησαν μια διαδικασία διαρκούς διαχείρισης του προβλήματος, χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς την άρση της κατοχής.

Η αναφορά στο Διεθνές και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν συνιστά, επομένως, μια θεωρητική ή ακαδημαϊκή προσέγγιση. Αποτελεί υπενθύμιση ότι το Κυπριακό δεν είναι μια συνηθισμένη πολιτική διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων, αλλά ζήτημα παραβίασης θεμελιωδών κανόνων της διεθνούς έννομης τάξης.

Παρά ταύτα, θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι η επίκληση των αρχών αυτών αρκεί από μόνη της για ν’ αποτελέσει το νέο διαπραγματευτικό πλαίσιο. Η διεθνής πολιτική λειτουργεί με βάση όχι μόνο το δίκαιο αλλά και την ισχύ, τα στρατηγικά συμφέροντα και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Επομένως, μια επιτυχής στρατηγική για την Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να συνδυάζει την αταλάντευτη προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα με μια σύγχρονη, ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία, αξιοποιώντας στο έπακρον την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμπερασματικά, η προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου δεν αρκεί από μόνη της για να λύσει το Κυπριακό. Παραμένει, όμως, η ισχυρότερη και περισσότερο νομιμοποιημένη βάση, πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια πραγματικά βιώσιμη, λειτουργική και διαχρονικά ασφαλής λύση. Το ζητούμενο είναι αν η διεθνής κοινότητα είναι έτοιμη, αυτήΝ τη φορά, να μετατρέψει τη νομική αρχή σε πολιτική πράξη.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης