Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο αφορούν και την Κύπρο
Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο επίκεντρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Τουρκίας και των κρατών του Κόλπου.
Τα τελευταία χρόνια η Σαουδική Αραβία έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της διπλωματίας στη Μέση Ανατολή. Η προσέγγιση με το Ιράν, η εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, η συνεργασία με το Κατάρ και η ενίσχυση των δεσμών με την Αίγυπτο αποτυπώνουν την επιδίωξη του Ριάντ να διαμορφώσει τη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό έχει αναφερθεί και το σχήμα STEP (Saudi Arabia, Turkey, Egypt, Pakistan), το οποίο αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανή βάση μιας νέας δομής περιφερειακής συνεργασίας.
Ωστόσο, θα ήταν λανθασμένο να εκληφθεί αυτή η αυξημένη διπλωματική δραστηριότητα ως απόδειξη ότι η Σαουδική Αραβία έχει ήδη εδραιώσει την περιφερειακή της υπεροχή. Πίσω από την εικόνα μιας ανερχόμενης δύναμης εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δομικές αδυναμίες, οι οποίες εξακολουθούν να διαφοροποιούν το Βασίλειο από το Ιράν.
Στο οικονομικό επίπεδο, παρά τις φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις του προγράμματος Vision 2030, η σαουδαραβική οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το πετρέλαιο. Η διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης προχωρεί, αλλά τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα χρηματοδότησης του κράτους, των κοινωνικών πολιτικών και των γεωπολιτικών του φιλοδοξιών.
Από στρατηγικής πλευράς, η σύγκριση με το Ιράν παραμένει σύνθετη. Η Τεχεράνη διαθέτει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, σημαντική εμπειρία σε ασύμμετρες συγκρούσεις, ανεπτυγμένες πυραυλικές δυνατότητες και ένα δίκτυο συμμάχων και εταίρων που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες.
Αντίθετα, η Σαουδική Αραβία διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ξένα οπλικά συστήματα, ξένη τεχνογνωσία και κυρίως από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Ακριβώς αυτός ο τελευταίος παράγοντας φαίνεται να βρίσκεται σήμερα σε φάση αναπροσαρμογής. Οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων και η αυξανόμενη αστάθεια στην περιοχή κατέδειξαν ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία δεν λειτουργεί πλέον αυτόματα ως απόλυτος αποτρεπτικός παράγοντας. Αντίθετα, οι μεγάλες αμερικανικές βάσεις μπορούν, σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, να μετατραπούν και οι ίδιες σε πρωτεύοντες στόχους. Η εξέλιξη αυτή πιθανότατα ώθησε το Ριάντ να επιδιώξει μια πιο πραγματιστική εξωτερική πολιτική, αποκαθιστώντας σχέσεις με ορισμένους από τους παραδοσιακούς του ανταγωνιστές.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η επαναπροσέγγιση με την Τουρκία, ύστερα από χρόνια έντονων αντιπαραθέσεων. Περισσότερο παρά μια πραγματική στρατηγική συμμαχία, πρόκειται για μια προσπάθεια περιορισμού των ανοιχτών μετώπων και δημιουργίας μιας περιφερειακής ισορροπίας λιγότερο εξαρτημένης από την άμεση αμερικανική παρέμβαση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία διαθέτει ήδη τα μέσα για να επιβάλει από μόνη της μια νέα ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή. Στο μέλλον το Ριάντ θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτρεπτική του ισχύ είτε μέσω ενός εγχώριου πυρηνικού προγράμματος είτε μέσω μιας έμμεσης πυρηνικής εγγύησης από στενούς συμμάχους. Ωστόσο, ακόμη και μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή. Η πυρηνική αποτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη ύπαρξης ισχυρών συμβατικών ενόπλων δυνάμεων, αποτελεσματικής διοίκησης και ικανότητας διεξαγωγής παρατεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ένας ακόμη παράγοντας που συχνά παραβλέπεται αφορά τη δημογραφική δομή του Βασιλείου. Η σαουδαραβική οικονομία βασίζεται σε εκατομμύρια ξένους εργαζομένους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός της κοινωνικής και πολιτικής ενσωμάτωσης. Σε περίπτωση σοβαρής περιφερειακής κρίσης, μια τέτοια πραγματικότητα δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί σε μαζική εθνική κινητοποίηση για την άμυνα της χώρας, σε αντίθεση με κράτη που διαθέτουν μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή και ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ κοινωνίας και στρατεύματος.
Για την Κύπρο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο επίκεντρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Τουρκίας και των κρατών του Κόλπου. Εάν στο μέλλον οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέλθουν αποδυναμωμένες από τις περιφερειακές κρίσεις ή περιορίσουν περαιτέρω την άμεση εμπλοκή τους, ενώ παράλληλα η προσέγγιση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας εδραιωθεί, τότε η Αθήνα και η Λευκωσία ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον από εκείνο της τελευταίας δεκαετίας.
Πρόκειται, ασφαλώς, για πιθανά σενάρια και όχι για αναπόφευκτες εξελίξεις. Η Μέση Ανατολή παραμένει ένα από τα πιο ρευστά γεωπολιτικά συστήματα του κόσμου, όπου οι συμμαχίες και οι ανταγωνισμοί μπορούν να μεταβληθούν με μεγάλη ταχύτητα. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η πορεία της σαουδαραβικής εξωτερικής πολιτικής και κυρίως η εξέλιξη των σχέσεών της με την Τουρκία αποτελούν ζητήματα που η Κύπρος οφείλει να παρακολουθεί στενά, καθώς οι ισορροπίες που διαμορφώνονται στον Κόλπο θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και το στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
*Γεωπολιτικός Αναλυτής