Διεθνή

Πέντε πράγματα που όλοι πρέπει να γνωρίζουμε για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Ένας θεσμός που σχεδιάστηκε με περιορισμένη αρμοδιότητα επιχειρεί σήμερα να ασκήσει ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στη διεθνή σκηνή.

Η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Μάρκο Ρούμπιο για μια εκστρατεία αντιμετώπισης των κινδύνων που, κατά την αμερικανική κυβέρνηση, δημιουργεί το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) για την εθνική κυριαρχία των ΗΠΑ, επανέφερε στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ζήτημα του Διεθνούς Δικαίου. Η εξέλιξη αυτή δεν προκλήθηκε από ένα και μόνο γεγονός, αλλά από σειρά ζητημάτων που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο το ΔΠΔ ερμηνεύει και ασκεί τις εξουσίες του.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν επικυρώσει ποτέ το Καταστατικό της Ρώμης, τη διεθνή συνθήκη με την οποία ιδρύθηκε το ΔΠΔ. Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο δεν διαθέτει κανονικά δικαιοδοσία επί Αμερικανών πολιτών. Ωστόσο, ορισμένες νομικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η δικαιοδοσία του ΔΠΔ θα μπορούσε να επεκταθεί και σε αυτούς. Η θέση του κ. Ρούμπιο φαίνεται να αποσκοπεί στην αποτροπή μιας μελλοντικής κρίσης.

1) Το ΔΠΔ είναι ανεξάρτητο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο

Το Καταστατικό της Ρώμης υιοθετήθηκε το 1998 από 120 κράτη. Παρότι έτυχε υποστήριξης από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, το ΔΠΔ δεν αποτελεί όργανο του ΟΗΕ ούτε τμήμα κάποιας υπερεθνικής οργάνωσης. Διοικείται από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών, ένα όργανο με εκπροσώπους των κρατών που έχουν υπογράψει και επικυρώσει το Καταστατικό, η οποία εκλέγει τους δικαστές και τον εισαγγελέα του Δικαστηρίου.

2) Οι ΗΠΑ υπέγραψαν αρχικά το Καταστατικό της Ρώμης, αλλά η Γερουσία δεν το επικύρωσε

Ο Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον υπέγραψε αρχικά το Καταστατικό, αλλά στη συνέχεια αποφάσισε να μην το υποβάλει στη Γερουσία για έγκριση. Οι επικρίσεις που έχουν διατυπωθεί κατά του Καταστατικού και, κατ’ επέκτασιν, κατά του ΔΠΔ αφορούν, μεταξύ άλλων, τις διαφορές μεταξύ των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων που προστατεύονται από το αμερικανικό Σύνταγμα και των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η απουσία δίκης από σώμα ενόρκων, η προστασία από διπλή δίωξη και η πιθανότητα ένας Αμερικανός πολίτης να δικαστεί από μη αμερικανικό δικαστήριο για πράξεις που έλαβαν χώραν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

3) Η αρχική πρόθεση ήταν το ΔΠΔ να έχει εξαιρετικά περιορισμένη δικαιοδοσία

Το Καταστατικό της Ρώμης περιορίζει τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ σε τέσσερα μόνο εγκλήματα: γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα της επίθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει μόνο όταν οι εθνικές Αρχές δεν επιθυμούν πραγματικά ή δεν μπορούν ουσιαστικά να διερευνήσουν ή να διώξουν τα συγκεκριμένα εγκλήματα.

Οι υποθέσεις φτάνουν στο ΔΠΔ μέσω παραπομπής από κράτος μέλος, μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ή μέσω έρευνας που ξεκινά ο εισαγγελέας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη δικαιοδοσία του ευρύτερα, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να ασκήσει αρμοδιότητα επί οποιουδήποτε προσώπου κατηγορείται για τα σχετικά εγκλήματα όταν αυτά διαπράχθηκαν στο έδαφος κράτους μέρους, ανεξαρτήτως εθνικότητας.

4) Η αντίθεση στην επικύρωση του Καταστατικού από τις ΗΠΑ υπήρξε διακομματική

Η επιφυλακτική στάση απέναντι στο ΔΠΔ δεν αποτελεί αποκλειστικά θέση ενός πολιτικού κόμματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση Κλίντον ανέμενε να λειτουργήσει πρώτα το Δικαστήριο και να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένες ανησυχίες πριν προχωρήσει η επικύρωση. Η κυβέρνηση Μπους απέσυρε την αμερικανική υπογραφή, ενώ αργότερα η κυβέρνηση Ομπάμα αποκατέστησε περιορισμένη συνεργασία με το ΔΠΔ, χωρίς όμως πλήρη συμμετοχή. Οι βασικές ανησυχίες για πιθανή απειλή κατά της αμερικανικής κυριαρχίας παρέμειναν.

5) Οι ανησυχίες του κ. Ρούμπιο συνδέονται πιθανότατα με την υπόθεση του Αφγανιστάν

Παρότι το ΔΠΔ δεν έχει απαγγείλει ποτέ κατηγορία, ούτε έχει ανοίξει επίσημη δίκη εναντίον Αμερικανού πολίτη, η έρευνά του για την «Κατάσταση στο Αφγανιστάν» το 2020 περιελάμβανε ενέργειες μελών των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και της CIA. Η θεμελιώδης αρχή του Διεθνούς Δικαίου είναι η συναίνεση στη δικαιοδοσία. Για τον λόγο αυτό οι ΗΠΑ θεώρησαν αναγκαίο να αντιδράσουν, ώστε η σιωπή τους να μην εκληφθεί ως αποδοχή της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι τα διεθνή δικαστήρια και οι διεθνείς Οργανισμοί μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις παγκόσμιες και περιφερειακές εξελίξεις. Η σημασία τους δεν πρέπει να υποτιμάται. Παράλληλα, όμως, πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά η ισορροπία μεταξύ διεθνούς δικαιοσύνης και κρατικής κυριαρχίας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η συμμετοχή στις διεθνείς κοινότητες και στους διεθνείς θεσμούς αποτελεί διαχρονικά θετική επιδίωξη. Η διεθνής συνεργασία είναι απαραίτητη και οι διεθνείς κανόνες έχουν μεγάλη αξία. Ωστόσο, συχνά παραγνωρίζεται ότι όταν διεθνή δικαστήρια ερμηνεύουν συνθήκες με τρόπο ιδιαίτερα ευρύ, ενδέχεται να αποδίδουν στον εαυτό τους εξουσίες που δεν τους παραχωρήθηκαν ρητά από τα κράτη. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρεται μέρος της εξουσίας από τα κράτη σε μη εκλεγμένα δικαιοδοτικά όργανα.

Το ζήτημα δεν είναι η απόρριψη του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η διατήρηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι δικαστές των διεθνών δικαστηρίων δεν εκλέγονται άμεσα από τους πολίτες, και γι’ αυτό η επέκταση των αρμοδιοτήτων τους πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διεθνής δικαιοσύνη είναι θεμελιώδεις στόχοι, αλλά εξίσου θεμελιώδης είναι η διατήρηση της αρχής ότι οι μεγάλες αλλαγές στην κατανομή εξουσίας πρέπει να προκύπτουν από δημοκρατικά νομιμοποιημένες αποφάσεις των κρατών και των λαών τους.

*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Φιλοσοφία Δικαίου