Γκουτέρες: Ανάμεσα στην ελπίδα και τον πολιτικό ρεαλισμό
Η σημερινή επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο αποτελεί αναμφίβολα μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στο Κυπριακό. Η προσωπική εμπλοκή του επικεφαλής του ΟΗΕ, σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία οι διαπραγματεύσεις παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες από το 2017, δημιουργεί εύλογες προσδοκίες ότι μπορεί να ανοίξει ένας νέος κύκλος διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν ο Γκουτέρες επιθυμεί πρόοδο. Αυτό είναι δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχουν σήμερα οι πολιτικές προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να αναλάβει ένα νέο μεγάλο διαπραγματευτικό εγχείρημα ή αν θα επιλέξει μια πιο προσεκτική στρατηγική, διατηρώντας ανοικτή τη διαδικασία χωρίς να αναλάβει το ρίσκο μιας ακόμη αποτυχίας.
Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι ο Γενικός Γραμματέας προσεγγίζει το Κυπριακό με έντονο πολιτικό ρεαλισμό. Η εμπειρία του Κραν Μοντανά εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Εκείνη η διάσκεψη δεν ήταν απλώς άλλη μία αποτυχημένη προσπάθεια. Ήταν η πιο ολοκληρωμένη διαπραγμάτευση των τελευταίων δεκαετιών, που ο ίδιος επένδυσε σημαντικό προσωπικό και πολιτικό κεφάλαιο. Η κατάρρευσή της διαμόρφωσε μια διαφορετική φιλοσοφία στη διαχείριση του Κυπριακού, Ο ΟΗΕ αποφεύγει πλέον πρωτοβουλίες υψηλού πολιτικού κόστους χωρίς προηγουμένως να έχει διαπιστώσει ότι υπάρχουν πραγματικές πιθανότητες σύγκλισης.
Αυτή η προσέγγιση εξηγεί και τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε τους τελευταίους μήνες. Η επανενεργοποίηση της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, οι συνεχείς επαφές με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, καθώς και η προσπάθεια προώθησης μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, δείχνουν ότι ο ΟΗΕ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ελάχιστο επίπεδο πολιτικής εμπιστοσύνης πριν προχωρήσει στο επόμενο βήμα.
Παρά τις προσπάθειες αυτές, οι βασικές πολιτικές διαφορές εξακολουθούν να παραμένουν αναλλοίωτες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει στην επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν, στη βάση της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας και των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Από την άλλη πλευρά, η τουρκοκυπριακή ηγεσία, με τη στήριξη της Άγκυρας, εξακολουθεί να θέτει ως προϋπόθεση την αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας και του ισότιμου διεθνούς καθεστώτος των δύο πλευρών πριν από οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Πρόκειται για δύο θέσεις που εξακολουθούν να βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό δίλημμα του Γκουτέρες. Μια νέα πολυμερής διάσκεψη χωρίς προηγούμενη γεφύρωση αυτής της απόστασης κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα ακόμη αδιέξοδο. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα αποδυνάμωνε περαιτέρω την αξιοπιστία της διαδικασίας των Ηνωμένων Εθνών και θα ενίσχυε όσους θεωρούν ότι το σημερινό στάτους κβο έχει πλέον παγιωθεί. Αντίθετα, μια σταδιακή προσέγγιση επιτρέπει στον ΟΗΕ να διατηρεί ανοικτό τον διάλογο, να καλλιεργεί ένα καλύτερο πολιτικό κλίμα και να αξιοποιεί πιθανές διεθνείς εξελίξεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα δεδομένα. Στη διπλωματία, πολλές φορές η διατήρηση της διαδικασίας θεωρείται επιτυχία όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν μια συνολική λύση.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ευρύτερος γεωπολιτικός παράγοντας. Οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας βρίσκονται σε μια περίοδο προσεκτικής επαναπροσέγγισης, χωρίς όμως να έχουν επιλυθεί οι σημαντικές διαφωνίες που εξακολουθούν να υφίστανται. Η προοπτική εμβάθυνσης της συνεργασίας δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο κινήτρων, όμως δεν φαίνεται ακόμη αρκετά ώριμη ώστε να επηρεάσει ουσιαστικά τις πάγιες τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό.
Ταυτόχρονα, η διεθνής συγκυρία κάθε άλλο παρά ευνοεί τη συγκέντρωση μεγάλου διπλωματικού ενδιαφέροντος στο Κυπριακό. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, οι ανακατατάξεις στις σχέσεις Δύσης-Ρωσίας, καθώς και οι νέες προκλήσεις ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο απορροφούν σημαντικό μέρος του πολιτικού κεφαλαίου των μεγάλων δυνάμεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δύσκολα μπορεί να διαμορφωθεί η αναγκαία διεθνής πίεση που θα ωθούσε τις δύο πλευρές σε ουσιαστικές αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και στοιχεία που επιτρέπουν ένα συγκρατημένο βαθμό αισιοδοξίας. Η συνέχιση των επαφών μεταξύ των δύο ηγετών, η προώθηση πρακτικών μέτρων συνεργασίας και η ενεργός παρουσία των Ηνωμένων Εθνών αποτρέπουν την πλήρη κατάρρευση της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και περιορισμένες συμφωνίες σε ζητήματα καθημερινότητας μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία καλύτερου πολιτικού κλίματος και να διατηρήσουν ζωντανή την προοπτική μιας μελλοντικής συνολικής διαπραγμάτευσης.
Το στοιχείο που ίσως έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του Αντόνιο Γκουτέρες ως πολιτικού. Στη διάρκεια της θητείας του στον ΟΗΕ έχει αποδείξει ότι αποφεύγει τις κινήσεις υψηλού συμβολισμού όταν δεν συνοδεύονται από πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Προτιμά σταδιακές διαδικασίες, συνεχείς διαβουλεύσεις και προσεκτική οικοδόμηση συναίνεσης. Αυτή η μεθοδολογία χαρακτηρίζει συνολικά τη διπλωματική του πρακτική και δύσκολα αναμένεται να διαφοροποιηθεί τώρα.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το πιθανότερο είναι ότι ο Γενικός Γραμματέας θα επιδιώξει να διατηρήσει ενεργή τη διαδικασία χωρίς να επισπεύσει μια νέα ολοκληρωμένη διαπραγμάτευση πριν διαπιστώσει ουσιαστική μεταβολή των θέσεων των εμπλεκομένων. Η παρουσία του στην Κύπρο αναμένεται να λειτουργήσει περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα συνέχισης της διεθνούς εμπλοκής παρά ως προάγγελος άμεσων εξελίξεων. Μια τέτοια επιλογή δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αποτυχία. Αντιθέτως, θα αποτελεί αναγνώριση της πραγματικότητας ότι οι συνθήκες για μια συνολική συμφωνία εξακολουθούν να μην έχουν ωριμάσει. Στη διεθνή διπλωματία, η υπομονή αποτελεί πολλές φορές προϋπόθεση της επιτυχίας και όχι ένδειξη αδυναμίας.
Συμπερασματικά, το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα πλέον σύνθετα διεθνή ζητήματα. Καμιά πρωτοβουλία, όσο σημαντική και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να υπερβεί τις βαθιές στρατηγικές διαφωνίες που εξακολουθούν να χωρίζουν τις δύο πλευρές. Ο Γκουτέρες γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ότι η επιτυχία μιας νέας πρωτοβουλίας δεν θα κριθεί από την πραγματοποίηση μιας ακόμη συνάντησης, αλλά από το κατά πόσο θα έχουν προηγουμένως δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για πραγματικές συγκλίσεις. Γι' αυτό και η πιθανότερη επιλογή του δεν φαίνεται να είναι η επιδίωξη μιας εντυπωσιακής αλλά επισφαλούς διπλωματικής κίνησης. Πιο ρεαλιστική εμφανίζεται η συνέχιση μιας προσεκτικής, σταδιακής διαδικασίας, με στόχο τη διατήρηση του διαλόγου, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και την προετοιμασία του εδάφους για μια μελλοντική διαπραγμάτευση όταν οι πολιτικές συνθήκες θα είναι ουσιαστικά πιο ώριμες. Αυτό μπορεί να μην προσφέρει τον θεαματικό τίτλο που πολλοί θα επιθυμούσαν, ανταποκρίνεται όμως περισσότερο στη λογική της διεθνούς διπλωματίας και στις πραγματικότητες που εξακολουθούν να καθορίζουν το Κυπριακό.
*Πανεπιστημιακός-ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης