Τα τεκμήρια αθωότητας, ενοχής, εμπιστοσύνης και σξιοπρέπειας
Πολύ σημαντικά στην κοινωνία είναι και τα τεκμήρια της αξιοπρέπειας και της ευθιξίας. Αυτά, δυστυχώς, λείπουν από πολλούς.
Θα αρχίσω το σημερινό μου κείμενο, που αναφέρεται στο θέμα που συγκλονίζει την κυπριακή κοινωνία, με ένα ανέκδοτο. Όχι επειδή θεωρώ αστεία την ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, αλλά επειδή σε αυτό το ανέκδοτο φαίνεται καθαρά η δύναμη του τεκμηρίου της αθωότητας, ακόμα και όταν η ενοχή είναι εμφανής.
Το δικαστήριο ανακοινώνει την απόφασή του για κάποιον υπόδικο, που κατηγορείτο για κλοπή. Ο δικαστής ανακοινώνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατόρθωσε ν’ αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου. Για τούτο το δικαστήριο αθωώνει τον κατηγορούμενο, ο οποίος απαλλάσσεται της κατηγορίας λόγω αμφιβολιών. Αθωώνεται και μένει ελεύθερος.
Τότε ο κατηγορούμενος, ευεργετημένος από το τεκμήριο της αθωότητας, ρωτά τον δικαστή. «Τι γίνεται με τα κλοπιμαία; Μπορώ να τα κρατήσω;».
Το επεισόδιο δεν είναι πραγματικό, αλλά ανέκδοτο. Επομένως δεν μπορεί να υπάρχει σοβαρή συνέχεια. Μπορεί όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι το τεκμήριο της αθωότητας είναι πιο ισχυρό από το τεκμήριο της ενοχής, που προέκυψε από την αφελή ερώτηση του κατηγορουμένου στο ανέκδοτο, η οποία στην ουσία ήταν ομολογία ενοχής. Είναι όμως γνωστό πως δεν μπορεί να διεξαχθεί δεύτερη δίκη για τον ίδιο αδίκημα. Όσο για το τεκμήριο της εμπιστοσύνης, είναι αυτό που καθένας έχει το δικαίωμα να πιστεύει και να υποστηρίζει για κάποιον που βρίσκεται υπό κατηγορία, αλλά που τον προστατεύσει το τεκμήριο της αθωότητας.
Στην Κύπρο έχει χαθεί το τεκμήριο της εμπιστοσύνης για πολλούς θεσμούς, αλλά, δυστυχώς, και για τους θεσμούς της Δικαιοσύνης. Η κατρακύλα άρχισε από τον νόμιμο, αλλά απαράδεκτο αντιδεοντολογικό διορισμό του Γ. Εισαγγελέα και του Β.Γ.Ε. Ο ΠτΔ είχε δικαίωμα να τους διορίσει. Αλλά ο νόμιμος διορισμός δεν είχε την ηθική δεοντολογία, που θα του προσέδιδε κύρος. Μύριζε από μακριά σκόπιμη διαπλοκή. Η συνέχεια και οι ενέργειες της Νομικής Υπηρεσίας επέτειναν αυτήν την εντύπωση, που είναι διάχυτη στην κοινωνία.
Σήμερα η απονομή της δικαιοσύνης βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο. Ο υπό κατηγορίαν ΠτΔ, δηλαδή αυτός που τους διόρισε, συνέστησε την αυτoεξαίρεσή τους από το σοβαρό καθήκον της διερεύνησης της έκθεσης της Επιτροπής Καταπολέμησης της Διαφθοράς. Και οι άρχοντες της Εισαγγελίας αυτοεξαιρέθηκαν. Δηλαδή θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εκτελέσουν αμερόληπτα τα καθήκοντά τους. Αλλά δεν έκαμαν το στοιχειώδες. Δεν υπέβαλαν την παραίτησή τους, για να δοθεί η ευκαιρία στον ΠτΔ να διορίσει άλλα πρόσωπα στη θέση τους, για ν’ αναλάβουν τα καθήκοντα του θεσμού σ’ αυτήν την πρωτόγνωρη νομική διαδικασία.
Η αυτοεξαίρεσή τους δεν έλυσε το πρόβλημα. Αντίθετα. Δημιούργησε ένα νομικό αδιέξοδο, που κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί πώς θα ξεπεραστεί. Όπως δείχνει η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, το κλειδί βρίσκεται στα χέρια των δύο Εισαγγελέων. Το αδιέξοδο παύει να υπάρχει, αν την αυτοεξαίρεση ακολουθήσει η υποβολή της παραίτησης; Θα λύσει το νομικό πρόβλημα, αλλά και θα αναβαθμίσει το κύρος του θεσμού.
Τώρα έχουμε ανάγκη το τεκμήριο της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Η παρουσία των δύο Εισαγγελέων δεν μπορεί να το επιτύχει. Έχουν το τεκμήριο της αθωότητας και κανείς δεν μπορεί να τους αποδώσει το τεκμήριο της ενοχής. Είναι όμως υπεύθυνοι για το αδιέξοδο, που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει. Στο χέρι τους είναι να δώσουν τη διέξοδο από το αδιέξοδο. Θα το τολμήσουν ή θα διατηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής, όταν η κοινωνία κοχλάζει;
Η κοινωνία αναμένει, αλλά και απαιτεί σπάσιμο του αδιεξόδου. Το τεκμήριο της αθωότητας πρέπει να κριθεί στο δικαστήριο Και να αποφασίσει αθώωση των κατηγορουμένων ή ενοχή και επιβολή ποινής.
Πολύ σημαντικά όμως στην κοινωνία είναι και τα τεκμήρια της αξιοπρέπειας και της ευθιξίας. Αυτά, δυστυχώς, λείπουν από πολλούς.