Νάρκες ή κατοχικός στρατός: Ποιος απειλεί περισσότερο;
Η ουσιαστική ειρήνη επιτυγχάνεται όταν όλες οι πλευρές αναλαμβάνουν ισότιμα τις ευθύνες τους και όταν η αποστρατιωτικοποίηση δεν περιορίζεται στις νάρκες που βρίσκονται κάτω από το έδαφος, αλλά επεκτείνεται και στα στρατεύματα που παραμένουν πάνω από αυτό
Η επικριτική δήλωση του Τουρκοκύπριου ηγέτη, ότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δεν απεδέχθη την πρόταση για αποναρκοθέτηση της «νεκρής ζώνης» στο πλαίσιο των ΜΟΕ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής επικοινωνίας και προπαγανδιστικής αφήγησης, που επιχειρεί να μεταφέρει την ευθύνη για τη στασιμότητα στο Κυπριακό στην ελληνοκυπριακή πλευρά, αποσιωπώντας κρίσιμα δεδομένα που καθορίζουν την πραγματικότητα επί του εδάφους. Με αυτήν την επιλεκτική αναφορά, επιχειρείται να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το εμπόδιο για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και την ειρήνη είναι η άρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να συναινέσει στην αποναρκοθέτηση της «νεκρής ζώνης».
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να διαφωνήσει με τον τελικό στόχο μιας Κύπρου χωρίς νάρκες. Οι νάρκες δεν διακρίνουν εθνικότητα, θρησκεία ή πολιτική τοποθέτηση. Σκοτώνουν και ακρωτηριάζουν αδιακρίτως. Η απομάκρυνσή τους αποτελεί διαχρονικό στόχο των Ηνωμένων Εθνών και της διεθνούς κοινότητας. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να αποναρκοθετηθεί η «νεκρή ζώνη». Το πραγματικό ερώτημα είναι υπό ποίες προϋποθέσεις και μέσα σε ποιο συνολικό πλαίσιο ασφάλειας.
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης αποσιωπά εντελώς ότι στην Κύπρο εξακολουθούν να σταθμεύουν περίπου 40.000 Τούρκοι στρατιώτες, αριθμός που την καθιστά μιαν από τις πλέον στρατιωτικοποιημένες περιοχές του κόσμου σε σχέση με τον πληθυσμό της. Η παρουσία αυτού του στρατού δεν αποτελεί θεωρητική απειλή. Είναι η άμεση συνέπεια της τουρκικής εισβολής του 1974 και της συνεχιζόμενης κατοχής του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι λοιπόν εύλογο να διερωτηθεί κανείς: Αν η αποναρκοθέτηση παρουσιάζεται ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης, γιατί η ίδια λογική δεν εφαρμόζεται και στην αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων; Αν η ασφάλεια των πολιτών αποτελεί υπέρτατη προτεραιότητα, δεν συνιστά άραγε πολύ μεγαλύτερη απειλή η παρουσία δεκάδων χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών σε επιθετική διάταξη, παρά οι εναπομείνασες νάρκες σε συγκεκριμένες περιοχές της «νεκρής ζώνης»;
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν επιχειρεί καν να αναφερθεί σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα. Αντίθετα, αφήνει να μετατραπεί ένα σύνθετο ζήτημα ασφάλειας σε ένα απλοϊκό δίλημμα, ότι όποιος αρνείται την αποναρκοθέτηση δεν συμβάλλει στην ειρήνη και στην τροχοδρόμηση επίλυσης του Κυπριακού.
Μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν σήμερα. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί επανειλημμένες παραβιάσεις της «νεκρής ζώνης» από τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σημειώθηκε στην περιοχή της Πύλας το 2023, όταν τουρκικές δυνάμεις επιτέθηκαν ακόμη και σε μέλη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να εμποδίσουν έργα που πραγματοποιούνταν εντός της «νεκρής ζώνης». Το περιστατικό εκείνο προκάλεσε έντονη διεθνή καταδίκη και υπενθύμισε ότι η «νεκρή ζώνη» δεν αποτελεί μια περιοχή απαλλαγμένη από στρατιωτικές εντάσεις, αλλά έναν χώρο όπου οι προκλήσεις συνεχίζονται. Παρόμοιες καταγγελίες για παραβιάσεις, αυθαίρετες επεμβάσεις και μεταβολές του στάτους κβο καταγράφονται συχνά στις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προς το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να θεωρηθεί παράλογη η ανησυχία μιας κυβέρνησης για τη διατήρηση συγκεκριμένων αμυντικών μέτρων μέχρι να δημιουργηθούν ουσιαστικές συνθήκες εμπιστοσύνης; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο επιχειρεί να παρουσιάσει ο Τουρκοκύπριος ηγέτης.
Ακόμη πιο προβληματική είναι, σε συνέχεια αυτής της δήλωσης, η προσπάθεια τουρκοκυπριακών κύκλων να συνδεθεί η αποναρκοθέτηση με το Δημοψήφισμα του 2004 και τις Συνομιλίες στο Κραν Μοντανά το 2017. Η αναφορά στο Σχέδιο Ανάν δεν αποτελεί επιχείρημα αλλά πολιτικό σύνθημα. Το Σχέδιο απορρίφθηκε δημοκρατικά από την ελληνοκυπριακή κοινότητα, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία εισήλθε λίγες ημέρες αργότερα ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σύνδεση εκείνης της απόφασης με τη σημερινή συζήτηση περί ναρκοπεδίων δεν προσθέτει ουσία, αλλά επιχειρεί απλώς να δημιουργήσει την εικόνα μιας δήθεν διαχρονικής «ελληνοκυπριακής αδιαλλαξίας».
Το ίδιο ισχύει και για το Κραν Μοντανά. Η κατάρρευση των συνομιλιών δεν μπορεί να αποδοθεί μονοδιάστατα σε μια μόνο πλευρά, αφού οι διαφωνίες αφορούσαν κυρίως τις εγγυήσεις, τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας και τη διατήρηση στρατευμάτων μετά τη λύση, ζητήματα που αναγνωρίζονται ως κομβικά στις σχετικές διαδικασίες.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η παντελής αποσιώπηση των υποχρεώσεων της Τουρκίας βάσει των πολυάριθμων ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αποσιωπάται η κατοχή, η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, η επιστροφή της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων και ο σεβασμός της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ειρήνη παρουσιάζεται ως μια μονομερής υποχρέωση της Λευκωσίας. Πουθενά δεν τίθεται το ερώτημα τι πρέπει να πράξει η Άγκυρα. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της εν λόγω δήλωσης.
Αν πράγματι επιδιώκεται η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, γιατί να περιορίζεται αυτή αποκλειστικά στην απομάκρυνση των ναρκών; Γιατί να μην υπάρξει μια συνολική συμφωνία που να περιλαμβάνει την πλήρη αποναρκοθέτηση της «νεκρής ζώνης», την αποχώρηση σημαντικού αριθμού τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, τον τερματισμό όλων των παραβιάσεων της «νεκρής ζώνης», την αποστρατιωτικοποίηση ευαίσθητων περιοχών, και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό επιτήρησης υπό τα Ηνωμένα Έθνη;
Μια τέτοια προσέγγιση θα αποτελούσε πραγματικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Διότι η ασφάλεια δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν αφορά μόνο τις νάρκες. Αφορά και τα άρματα μάχης. Αφορά και τα πυροβόλα. Αφορά και τις δεκάδες χιλιάδες Τούρκων στρατιωτών που εξακολουθούν να βρίσκονται σε ευρωπαϊκό έδαφος περισσότερο από μισό αιώνα μετά την εισβολή.
Συμπερασματικά, η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί με αποσπασματικές κινήσεις που αγγίζουν μόνο τα συμπτώματα και όχι την αιτία του προβλήματος. Αν η αποναρκοθέτηση αποτελεί πράγματι το πρώτο βήμα προς ένα ασφαλέστερο μέλλον, τότε ας τεθεί ένα εξίσου αυτονόητο ερώτημα προς όλες τις πλευρές. Θα συνοδευόταν αυτή η αποναρκοθέτηση από ένα συγκεκριμένο και επαληθεύσιμο χρονοδιάγραμμα ουσιαστικής αποχώρησης των περίπου 40.000 Τούρκων στρατιωτών από την Κύπρο και από τον τερματισμό κάθε παραβίασης της «νεκρής ζώνης»; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε εύλογα γεννάται ο προβληματισμός κατά πόσον η αποναρκοθέτηση προωθείται ως ένα ισορροπημένο μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης ή ως μια μεμονωμένη παραχώρηση χωρίς αντίστοιχο αντάλλαγμα σε επίπεδο συνολικής ασφάλειας. Η ουσιαστική ειρήνη δεν επιτυγχάνεται με επιλεκτική επίκληση ανθρωπιστικών επιχειρημάτων. Επιτυγχάνεται όταν όλες οι πλευρές αναλαμβάνουν ισότιμα τις ευθύνες τους, όταν οι δεσμεύσεις είναι αμοιβαίες και όταν η αποστρατιωτικοποίηση δεν περιορίζεται στις νάρκες που βρίσκονται κάτω από το έδαφος, αλλά επεκτείνεται και στα στρατεύματα που παραμένουν πάνω από αυτό.
*Πρώην πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips