Διεθνή

Γερμανία και Τουρκία: Στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο

Η Γερμανία δεν είναι ούτε φιλοτουρκική ούτε αντιτουρκική. Η πολιτική της βασίζεται σε έναν ρεαλιστικό υπολογισμό: να διατηρήσει την Τουρκία κοντά στη Δύση, ενώ παράλληλα να υπερασπίζεται τις ευρωπαϊκές αρχές και τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρώπης

Μπροστά στην κρίση του γερμανικού βιομηχανικού μοντέλου, στον αυξανόμενο κινεζικό ανταγωνισμό και στον πόλεμο στην Ουκρανία, η σχέση Βερολίνου και Άγκυρας αποκτά νέα στρατηγική σημασία για την Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Όπως έγραψε πρόσφατα ο δημοσιογράφος Maarten van Aalderen στην De Telegraaf, το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία το 2016 αποτέλεσε μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στην Τουρκία του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και πολλές Δυτικές πρωτεύουσες. Οι ευρωπαϊκές επικρίσεις για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη συγκέντρωση εξουσίας στην προεδρία και τους περιορισμούς στις δημοκρατικές ελευθερίες παραμένουν έντονες. Ωστόσο, πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση υπάρχει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: η Γερμανία και η Τουρκία εξακολουθούν να συνδέονται από σημαντικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.

Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών ξεπερνούν σήμερα τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος ευρωπαϊκός οικονομικός εταίρος της Τουρκίας, με ισχυρή παρουσία γερμανικών βιομηχανιών στη χώρα και ένα δίκτυο επενδύσεων που ξεπερνά τα 13 δισεκατομμύρια δολάρια τις τελευταίες δεκαετίες. Για το Βερολίνο, η Άγκυρα δεν είναι μόνο ένας σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, αλλά και μια σημαντική αγορά, μια παραγωγική βάση κοντά στην Ευρώπη και ένας στρατηγικός κρίκος στις αλυσίδες εφοδιασμού.

Οι διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών αφορούν κυρίως το επίπεδο της «υπερδομής»: τη δημοκρατία, τα θεμελιώδη δικαιώματα, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τον ρόλο του κράτους στην κοινωνία. Ωστόσο, σε στρατηγικό επίπεδο συχνά εμφανίζονται συγκλίσεις: περιφερειακή ασφάλεια, αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.

Η Γερμανία φιλοξενεί επίσης μία από τις μεγαλύτερες κοινότητες τουρκικής καταγωγής παγκοσμίως εκτός Τουρκίας. Περίπου 1,5 εκατομμύριο κάτοικοι έχουν γεννηθεί στην Τουρκία, ενώ οι άνθρωποι με τουρκικές ρίζες υπολογίζονται γενικά γύρω στα 3 εκατομμύρια. Η παρουσία αυτή αποτελεί πολιτιστική και οικονομική γέφυρα, αλλά ταυτόχρονα και πιθανό πεδίο πολιτικής επιρροής. Το Βερολίνο έχει εκφράσει επανειλημμένα ανησυχίες για τον ρόλο της Diyanet, του κρατικού τουρκικού θρησκευτικού Οργανισμού, και για την αποστολή ιμάμηδων μέσω οργανώσεων που συνδέονται με την Άγκυρα, φοβούμενο προσπάθειες διατήρησης πολιτικής επιρροής πάνω στη διασπορά.

Η σχέση Γερμανίας και Τουρκίας έχει επίσης βαθιές ιστορικές ρίζες. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανική Αυτοκρατορία ήταν σύμμαχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ναζιστική Γερμανία προσπάθησε να αξιοποιήσει τουρκικά εθνικιστικά και αντικομμουνιστικά ρεύματα στο πλαίσιο της στρατηγικής της απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, αν και η Τουρκία παρέμεινε επίσημα ουδέτερη μέχρι τους τελευταίους μήνες του πολέμου.

Σήμερα η Γερμανία βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού. Το μοντέλο που βασιζόταν στη φθηνή ρωσική ενέργεια και στις εξαγωγές προς την Κίνα έχει εισέλθει σε κρίση: η καταστροφή του αγωγού Nord Stream 2 και ο αυξανόμενος κινεζικός ανταγωνισμός στους προηγμένους βιομηχανικούς τομείς έχουν πλήξει τον πυρήνα της γερμανικής οικονομίας. Η Κίνα αποτελεί πλέον άμεσο ανταγωνιστή στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας, ενώ εταιρείες όπως η Volkswagen έχουν δει το μερίδιό τους στην κινεζική αγορά να μειώνεται.

Το Βερολίνο έχει ξεκινήσει μια διαδικασία επανεξοπλισμού και ενίσχυσης του ευρωπαϊκού στρατιωτικού του ρόλου, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ένα εσωτερικό πρόβλημα: την ενσωμάτωση και αφομοίωση μέρους του μεταναστευτικού πληθυσμού. Η Τουρκία, παρά τις εσωτερικές της δυσκολίες και το άλυτο κουρδικό ζήτημα, παρουσιάζει μεγαλύτερη ικανότητα διαμόρφωσης μιας κοινής εθνικής ταυτότητας και προσπαθεί να ενσωματώσει επίσης εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες σύμφωνα με το δικό της πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η στρατηγική εγγύτητα Γερμανίας και Τουρκίας θα έχει συνέπειες και για τον Ελληνισμό. Στην Ανατολική Μεσόγειο το Βερολίνο θα πρέπει να συνεχίσει να ισορροπεί τη σχέση του με την Άγκυρα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η Γερμανία δεν είναι ούτε φιλοτουρκική ούτε αντιτουρκική. Η πολιτική της βασίζεται σε έναν ρεαλιστικό υπολογισμό: να διατηρήσει την Τουρκία κοντά στη Δύση, ενώ παράλληλα να υπερασπίζεται τις ευρωπαϊκές αρχές και τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρώπης. Η μελλοντική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του Βερολίνου να διαχειριστεί αυτήν τη δύσκολη αντίφαση.

*Γεωπολιτικός αναλυτής