Ευρώπη: Η επέλαση της Δεξιάς και η αποσύνθεση του παραδοσιακού κατεστημένου
Αυτό που πλέον γίνεται αντιληπτό είναι ότι η εν λόγω κρίση είναι κατ' εξοχήν δομική για το μέλλον της Ηπείρου
Αυτές τις ημέρες γράφεται μία εκ των πιο σκοτεινών και κρίσιμων σελίδων της νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων και των δημοσκοπικών τάσεων σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία δεν αποτελούν απλώς μία συγκυριακή διαμαρτυρία των πολιτών. Συνιστούν έναν δομικό σεισμό που κλονίζει συθέμελα το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αποκαλύπτοντας την πλήρη αδυναμία και την ιδεολογική γύμνια των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας.
Η πρωτοφανής νίκη της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD), με το σαρωτικό 44%, στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι ένα τοπικό φαινόμενο. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς, ανεπούλωτης πληγής στην καρδιά της Ευρώπης. Οι πολίτες της ανατολικής Γερμανίας, πιεζόμενοι από την οικονομική ασφυξία, την ανεξέλεγκτη ακρίβεια και ένα αίσθημα εγκατάλειψης από τη γραφειοκρατία του Βερολίνου, αποδοκίμασαν οργισμένοι τις συστημικές δυνάμεις.
Η κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) του Φρίντριχ Μερτς στο 17-18% αποδεικνύει ότι οι απεγνωσμένες προσπάθειες τού συστήματος να υιοθετήσει εκ των υστέρων «σκληρή» μεταναστευτική ατζέντα δεν έπεισαν κανέναν. Και, εν τέλει, όταν το κεντροδεξιό κατεστημένο αντιγράφει τη ρητορική της Δεξιάς, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να νομιμοποιεί τον αυθεντικό εκφραστή της.
Στη Γαλλία, ο «Εθνικός Συναγερμός» της Μαρίν Λεπέν καλπάζει προς τις προεδρικές εκλογές της άνοιξης, με ποσοστό 35%, αγγίζοντας πλέον ακόμα και τις παραδοσιακά συντηρητικές ομάδες των συνταξιούχων. Οι δικαστικές διώξεις εναντίον της όχι μόνο δεν την φθείρουν, αλλά αντιθέτως ενισχύουν το αφήγημά της περί «πολέμου του συστήματος» εναντίον της λαϊκής βούλησης. Απέναντί της, ένα κατακερματισμένο Κέντρο και μία αδύναμη Αριστερά παρακολουθούν με αμηχανία, ελπίζοντας σε «τεχνητές» συμμαχίες της τελευταίας στιγμής. Αντιστοίχως στην Ισπανία, το Λαϊκό Κόμμα (PP) σύρεται σε τοπικές συμμαχίες με το Vox, προαναγγέλλοντας την αναπόφευκτη είσοδο της εθνικιστικής Δεξιάς στην κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης, για πρώτη φορά μετά την περίοδο Φράνκο, κατά τις εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το αργότερο μέχρι τα τέλη Αυγούστου του 2027.
Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι δεν αποτελεί πλέον φόβητρο, αλλά την επίσημη κυβερνητική πραγματικότητα της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η ίδια η εξουσία επιφέρει τους δικούς της τριγμούς. Η εμφάνιση του πρώην στρατηγού Ρομπέρτο Βαννάτσι με το κόμμα Futuro Nazionale (7,5%) αποδεικνύει ότι στη σημερινή Ευρώπη υπάρχει πάντα χώρος για κάτι πιο ακραίο. Κατηγορώντας τη Μελόνι για «συμβιβασμό» με τις Βρυξέλλες, ο Βαννάτσι την εξαναγκάζει σε μία διαρκή διολίσθηση προς πιο σκληρές θέσεις.
Αυτό που πλέον γίνεται αντιληπτό είναι ότι η εν λόγω κρίση είναι κατ' εξοχήν δομική για το μέλλον της Ηπείρου. Αρχικώς, παρατηρείται μια προφανής παράλυση στη λήψη αποφάσεων στις Βρυξέλλες, καθώς η άνοδος δυνάμεων που αμφισβητούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση καθιστά σχεδόν αδύνατη τη χάραξη κοινής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και πολιτικής ασύλου. Παραλλήλως, το ίδιο το Μεταναστευτικό Σύμφωνο καταρρέει στην πράξη. Η σκληρή γραμμή μετατρέπεται πλέον στο νέο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ενώ την ίδια στιγμή αποκαλύπτεται η πλήρης ιδεολογική χρεοκοπία του Κέντρου. Το CDU στη Γερμανία, το γαλλικό Κέντρο και οι Σοσιαλιστές αδυνατούν να προσφέρουν ένα συνεκτικό όραμα που να εμπνέει αίσθημα ασφάλειας και προοπτικής στους πολίτες, αφήνοντας το πεδίο παντελώς ελεύθερο σε πιο ακραίες δυνάμεις.
Εν πάση περιπτώσει, το μόνο βέβαιο είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται εμπρός σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Όσο οι Βρυξέλλες και οι εθνικές πρωτεύουσες αρνούνται να δουν τις πραγματικές αιτίες που ωθούν τους πολίτες στα άκρα -την οικονομική εξαθλίωση, την πολιτισμική ανασφάλεια και την αποξένωση των ελίτ από τον λαό- το κύμα αυτό δεν πρόκειται να ανακοπεί.