Ανασχηματισμός χωρίς τολμηρή υπέρβαση
Οι ανασχηματισμοί δεν κρίνονται από τον αριθμό των νέων προσώπων ούτε από την επικοινωνιακή τους διαχείριση. Κρίνονται από ένα και μόνο ερώτημα. Μπορούν να αλλάξουν την πορεία μιας κυβέρνησης και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας;
Ο χθεσινός ανασχηματισμός του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία. Η κυβέρνηση έχει ήδη διανύσει περισσότερο από τη μισή θητεία της και εισέρχεται ουσιαστικά στην προεκλογική περίοδο που θα οδηγήσει στις προεδρικές εκλογές του 2028. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια συνηθισμένη αλλαγή προσώπων. Είναι ίσως η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του Προέδρου να αποδείξει ότι αντιλήφθηκε τα μηνύματα της κοινωνίας, αναγνώρισε τις αδυναμίες τής μέχρι σήμερα διακυβέρνησής του και είναι αποφασισμένος να τις διορθώσει.
Οι προσδοκίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Οι πολίτες δεν ανέμεναν έναν ακόμη ανασχηματισμό κομματικών ισορροπιών. Περίμεναν μια κυβέρνηση αριστείας. Ένα Υπουργικό Συμβούλιο στελεχωμένο με ανθρώπους εγνωσμένου κύρους, διοικητικής επάρκειας, διεθνούς εμπειρίας και αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας. Ανθρώπους που θα μπορούσαν να συγκρουστούν με τη γραφειοκρατία, να καινοτομήσουν, να επιβάλουν μεταρρυθμίσεις, να επιταχύνουν τη δημόσια διοίκηση και να προσφέρουν απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό ήταν το πραγματικό διακύβευμα. Δυστυχώς, η συνολική εικόνα του νέου Υπουργικού Συμβουλίου δεν δημιουργεί την αίσθηση μιας μεγάλης πολιτικής υπέρβασης.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι μεταξύ των νέων υπουργών υπάρχουν πρόσωπα με αξιόλογες επαγγελματικές διαδρομές και θετικά στοιχεία. Η αξιολόγηση, όμως, ενός ανασχηματισμού δεν γίνεται ατομικά αλλά συνολικά. Και συνολικά η εικόνα παραπέμπει περισσότερο σε μια προσεκτική ανακατανομή πολιτικών ισορροπιών παρά στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης που επιλέχθηκε αποκλειστικά με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και την διακυβέρνηση που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις σοβαρότατες ανάγκες των πολιτών. Αυτό ακριβώς είναι το διαχρονικό πρόβλημα της κυπριακής πολιτικής ζωής.
Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να συγκροτούνται μέσα από τη γνωστή λογική των πολιτικών, κομματικών και προσωπικών ισορροπιών. Οι επιλογές σπάνια αποτελούν προϊόν μιας αντικειμενικής αξιολόγησης των καταλληλότερων προσωπικοτήτων που διαθέτει η χώρα. Αντίθετα, οι κομματικές ευαισθησίες, οι πολιτικές συμμαχίες, οι εκλογικές σκοπιμότητες και οι προσωπικές σχέσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά τις αποφάσεις. Ο σημερινός ανασχηματισμός δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει.
Η κυπριακή κοινωνία δεν ζητούσε μια καλύτερη κατανομή υπουργικών χαρτοφυλακίων. Ζητούσε αποτελεσματική διακυβέρνηση. Ζητούσε λύσεις για την ακρίβεια που συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά. Ζητούσε ουσιαστική στεγαστική πολιτική για τους νέους. Ζητούσε ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Ζητούσε καλύτερη λειτουργία του ΓεΣΥ. Ζητούσε λιγότερη γραφειοκρατία. Ζητούσε ανάπτυξη ολοκληρωμένης πολιτισμικής πολιτικής, στήριξη της πολιτισμικής δημιουργίας και προώθηση της πολιτιστικής διπλωματίας. Ζητούσε ένα κράτος που να λειτουργεί με ταχύτητα, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα και λογοδοσία. Εντούτοις, κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν επιλύεται επειδή αλλάζουν τα ονόματα στις πινακίδες των υπουργείων. Επιλύονται μόνο όταν στα υπουργεία τοποθετούνται προσωπικότητες που διαθέτουν βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, διοικητική εμπειρία, τεκμηριωμένη δημιουργικότητα και αποτελεσματικότητα, πολιτική ανεξαρτησία και την αποφασιστικότητα να συγκρουστούν με κατεστημένες νοοτροπίες δεκαετιών. Η δημόσια διοίκηση της Κύπρου δεν χρειάζεται απλώς διαχειριστές. Χρειάζεται μεταρρυθμιστές. Από αυτή την άποψη, ο χθεσινός ανασχηματισμός δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί μεταρρυθμιστικός.
Επιπλέον, η κυβέρνηση επιβαρύνεται και από το ίδιο της το παρελθόν. Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνονται ανάλογες επιφυλάξεις. Αντίστοιχες κριτικές είχαν ασκηθεί ήδη από τη συγκρότηση του πρώτου υπουργικού συμβουλίου Χριστοδουλίδη, όταν πολλοί είχαν επισημάνει ότι η σύνθεσή της αντανακλούσε περισσότερο πολιτικές ισορροπίες παρά μια στρατηγική επιλογή αριστείας. Το ίδιο συνέβη και στον προηγούμενο ανασχηματισμό. Επομένως, το σημερινό εγχείρημα δεν αξιολογείται σε πολιτικό κενό. Αξιολογείται ως συνέχεια μιας συγκεκριμένης φιλοσοφίας διακυβέρνησης. Και η φιλοσοφία αυτή φαίνεται να παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτη.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η πολιτική εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ένας σχετικά κλειστός κύκλος. Πρόσωπα που κινούνται στους ίδιους κομματικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς χώρους ανακυκλώνονται σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης, ενώ η χώρα διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο ανθρώπινο δυναμικό στην ακαδημαϊκή κοινότητα, στην επιστήμη, στην επιχειρηματικότητα, στη δημόσια διοίκηση και στους διεθνείς οργανισμούς, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.
Η πραγματική ανανέωση δεν σημαίνει απλώς νεότερη ηλικία. Σημαίνει διαφορετική κουλτούρα διακυβέρνησης. Σημαίνει διαφορετικό τρόπο επιλογής των προσώπων. Σημαίνει ότι η αξιοκρατία υπερισχύει της κομματικής προέλευσης. Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα προηγείται της πολιτικής εξυπηρέτησης. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία του Προέδρου.
Αν είχε συγκροτήσει μια κυβέρνηση προσωπικοτήτων με αναμφισβήτητο κύρος και εκτόπισμα, ανεξάρτητα από κομματικές αναφορές, θα είχε στείλει ένα ισχυρό μήνυμα προς την κοινωνία ότι εγκαταλείπει οριστικά τις πρακτικές του παρελθόντος. Θα είχε αποδείξει ότι η ποιότητα της διακυβέρνησης αποτελεί υπέρτατη προτεραιότητα. Αντί αυτού, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι οι παραδοσιακές πολιτικές εξισορροπήσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό παράγοντα των κυβερνητικών επιλογών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η νέα κυβέρνηση είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Οι υπουργοί θα κριθούν από το έργο τους. Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός βιογραφικών αλλά αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η πολιτική έχει και συμβολισμούς. Και ο σημερινός συμβολισμός δεν εκπέμπει την αποφασιστικότητα μιας κυβέρνησης που επιλέγει να συγκρουστεί με τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος, να καινοτομήσει και να κάμει την ποιότητα πράξη. Αντιθέτως, δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτές εξακολουθούν να καθορίζουν τις επιλογές της.
Συμπερασματικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανασχηματισμός θα προσφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη στον Πρόεδρο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν πείθει τους πολίτες ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης δημιουργεί ουσιαστικές προϋποθέσεις για μια δεύτερη προεδρική θητεία. Με βάση τον ανασχηματισμό, η απάντηση, τουλάχιστον σήμερα, δεν μπορεί να είναι καταφατική. Μια δεύτερη θητεία δεν εξασφαλίζεται με αλλαγές προσώπων αλλά με αλλαγή νοοτροπίας. Δεν κατοχυρώνεται μέσω κομματικών ισορροπιών αλλά μέσω αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Δεν κερδίζεται με την ανακύκλωση των ίδιων πολιτικών και κοινωνικών κύκλων αλλά με την ανάδειξη των καλύτερων που διαθέτει η χώρα, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Αν ο σημερινός ανασχηματισμός αποτελούσε μια γενναία ρήξη με τις πρακτικές του παρελθόντος, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή. Όπως διαμορφώνεται, όμως, περισσότερο δείχνει τη συνέχεια μιας γνώριμης πολιτικής λογικής παρά εγκαινιάζει μια νέα εποχή διακυβέρνησης. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό του έλλειμμα.
*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης