Δεύτερη αύξηση επιτοκίων - Η ΕΚΤ ανάμεσα στο πετρέλαιο και τη στασιμότητα
Aύξησε τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, για δεύτερη φορά μέσα στο 2026
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκανε αυτό που όλοι ανέμεναν. Με το πετρέλαιο να έχει ξεπεράσει ξανά το φράγμα των 100 δολαρίων το βαρέλι, μετά τη νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν, το Διοικητικό Συμβούλιο αύξησε τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, για δεύτερη φορά μέσα στο 2026, μετά την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου. Από τις 16 Σεπτεμβρίου το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διαμορφώνεται στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%.
Η λογική της Φρανκφούρτης είναι, από τη δική της σκοπιά, αναπόφευκτη. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανέβηκε από 2,8% τον Ιούνιο σε 2,9% τον Ιούλιο και σε 3,3% τον Αύγουστο, με την ενέργεια να κινείται με ρυθμούς άνω του 14%. Όταν οι τιμές απομακρύνονται τόσο από τον στόχο του 2%, μια κεντρική τράπεζα που μένει αδρανής ρισκάρει κάτι πολύ ακριβότερο από μια ήπια επιβράδυνση, δηλαδή να χάσει τον έλεγχο των προσδοκιών. Αν νοικοκυριά και επιχειρήσεις πειστούν ότι η ακρίβεια ήρθε για να μείνει, θα την ενσωματώσουν σε μισθούς και τιμοκαταλόγους, και ο πληθωρισμός από εισαγόμενος θα γίνει εγχώριος.
Οι νέες προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ δείχνουν γενικό πληθωρισμό 3,0% φέτος, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ο φετινός αριθμός, αλλά η ανοδική αναθεώρηση του πυρήνα του πληθωρισμού, χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, στο 2,6% για το 2027 και στο 2,3% για το 2028. Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή αναταραχή έχει αρχίσει να διαχέεται στο υπόλοιπο καλάθι. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη προβλέπεται μόλις 0,9% φέτος και 1,4% το 2027, νούμερα που, παρά την ελαφρά ανοδική αναθεώρηση, περιγράφουν μια οικονομία που σέρνεται. Η ίδια η ΕΚΤ παραδέχεται ότι οι κίνδυνοι είναι ανοδικοί για τις τιμές και καθοδικοί για τη δραστηριότητα.
Στασιμοπληθωρισμός
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή οικονομία πλησιάζει επικίνδυνα σε ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού, όπου συνυπάρχουν υψηλές τιμές και αναιμική ανάπτυξη. Είναι το δυσκολότερο σενάριο για όσους ασκούν πολιτική, γιατί κάθε εργαλείο κόβει από δύο πλευρές. Η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να φέρει φθηνότερο πετρέλαιο, ούτε να αποκαταστήσει την ομαλή ροή ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο. Mπορεί μόνο να περιορίσει τη ζήτηση, ώστε το ενεργειακό σοκ να μη μετατραπεί σε σπιράλ μισθών και τιμών. Το τίμημα είναι: ακριβότερος δανεισμός, λιγότερες επενδύσεις και πιο συγκρατημένη κατανάλωση, ακριβώς τη στιγμή που η οικονομία χρειάζεται ώθηση. Γι' αυτό η ΕΚΤ αρνήθηκε να δεσμευτεί για την επόμενη κίνηση και δήλωσε ότι θα αποφασίζει από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, κρατώντας σε ετοιμότητα το εργαλείο TPI για την περίπτωση που ξεφύγουν οι αποδόσεις των ομολόγων των πιο χρεωμένων κρατών.
Οι αγορές είχαν ήδη προεξοφλήσει την κίνηση. Το Euribor δωδεκαμήνου, που τον Ιανουάριο εκινείτο γύρω στο 2,25%, έφτασε στα τέλη Αυγούστου κοντά στο 3%, δηλαδή περίπου 75 μονάδες βάσης υψηλότερα. Για τον δανειολήπτη αυτό είναι το νούμερο που μετρά, γιατί σε αυτό «κουμπώνουν» οι δόσεις.
Η Κύπρος μπαίνει σε αυτήν τη φάση με ένα παράδοξο. Από τη μια, η οικονομία συνεχίζει να τρέχει με ρυθμούς πολλαπλάσιους του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,3% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, έναντι περίπου 1% στην Ευρωζώνη, με την καταναλωτική δαπάνη να αυξάνεται με ρυθμό άνω του 5%. Από την άλλη, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε με ταχύτητα που λίγοι ανέμεναν. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο εναρμονισμένος δείκτης έφτασε το 5,2% τον Αύγουστο, από μηδενικά επίπεδα έναν χρόνο πριν, κατατάσσοντας την Κύπρο δεύτερη στην Ευρωζώνη μετά τη Λιθουανία. Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, με τη δική του στάθμιση, έδειξε 3,5%, με τα πετρελαιοειδή αυξημένα κατά 20,3% σε ετήσια βάση.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιόμορφη κατάσταση. Μια ενιαία νομισματική πολιτική για είκοσι και πλέον οικονομίες σημαίνει ότι το ίδιο επιτόκιο είναι ταυτόχρονα αυστηρό για τις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, που μόλις αναπτύσσονται, και χαλαρό για μια μικρή οικονομία που υπερθερμαίνεται. Με επιτόκιο καταθέσεων 2,50% και εναρμονισμένο πληθωρισμό πάνω από 5%, το πραγματικό επιτόκιο στην Κύπρο παραμένει βαθιά αρνητικό. Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ δεν φρενάρει την κυπριακή οικονομία, απλώς της ακριβαίνει το χρήμα, ενώ η εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να τροφοδοτεί τις τιμές. Το βάρος της σταθεροποίησης πέφτει έτσι κυρίως στη δημοσιονομική πολιτική.
Η απόφαση θα γίνει γρήγορα αισθητή στους δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο, των οποίων οι δόσεις είναι συνδεδεμένες είτε με το επιτόκιο της ΕΚΤ είτε με το Euribor. Για μια οικογένεια που ήδη πληρώνει ακριβότερα καύσιμα, ρεύμα και τρόφιμα, κάθε αύξηση της δόσης μετρά. Τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, οι νέοι που μόλις απέκτησαν σπίτι και οι οικογένειες με παιδιά είναι όσοι νιώθουν πρώτοι την πίεση. Καθώς περικόπτουν δαπάνες, το πλήγμα απλώνεται στο λιανεμπόριο και την εστίαση, σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλότερης ζήτησης.
Επιχειρήσεις
Για τις επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της κυπριακής οικονομίας, η εξίσωση γίνεται δυσκολότερη. Το κόστος χρηματοδότησης ανεβαίνει την ίδια ώρα που ανεβαίνει το ενεργειακό και το μεταφορικό κόστος. Πολλές θα αναβάλουν επενδύσεις, θα παγώσουν προσλήψεις ή θα μετακυλίσουν μέρος του κόστους στις τιμές, κάτι που με τη σειρά του συντηρεί τον πληθωρισμό. Στα ακίνητα, με τις κατασκευές να καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση το δεύτερο τρίμηνο, το ακριβότερο χρήμα αναμένεται να κρυώσει την εγχώρια ζήτηση για κατοικία, αν και οι αγοραστές από το εξωτερικό που χρησιμοποιούν ίδια κεφάλαια θα επηρεαστούν λιγότερο.
Οι τράπεζες, αντίθετα, θα δουν τα καθαρά έσοδα από τόκους να ενισχύονται, όπως συνέβη και στον προηγούμενο κύκλο αυξήσεων. Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα δικαιοσύνης που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Αν οι αυξήσεις περνούν αυτόματα στις δόσεις αλλά μετακυλίονται με το σταγονόμετρο στις καταθέσεις, οι αποταμιευτές χάνουν διπλά, από τον πληθωρισμό και από τις χαμηλές αποδόσεις.
Τι μπορεί να γίνει; Η Κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό χώρο χάρη στα πλεονάσματα των τελευταίων ετών. Όμως τα οριζόντια μέτρα έχουν όρια, γιατί όταν η οικονομία τρέχει ήδη γρήγορα, η γενικευμένη στήριξη της ζήτησης ρίχνει λάδι στη φωτιά του πληθωρισμού. Η πιο αποτελεσματική απάντηση είναι η στοχευμένη ενίσχυση των ευάλωτων νοικοκυριών και των δανειοληπτών που δυσκολεύονται, μαζί με παρεμβάσεις που μειώνουν δομικά το ενεργειακό κόστος, όπως η αποθήκευση ενέργειας. Για τα νοικοκυριά, είναι η ώρα να επανεξετάσουν τους όρους των δανείων τους και να συζητήσουν με την τράπεζά τους επιλογές σταθερού επιτοκίου ή αναδιάρθρωσης πριν εμφανιστούν καθυστερήσεις.
Οι επόμενοι μήνες θα κριθούν λιγότερο στη Φρανκφούρτη και περισσότερο στον Περσικό Κόλπο. Αν η ενεργειακή κρίση αποκλιμακωθεί, η ΕΚΤ θα μπορέσει να σταματήσει εδώ και η Κύπρος να συνεχίσει την αναπτυξιακή της πορεία με περιορισμένες απώλειες. Αν όμως οι τιμές παραμείνουν ψηλά, νέες αυξήσεις δεν αποκλείονται, και τότε το κυπριακό παράδοξο της ισχυρής ανάπτυξης με συρρικνούμενη αγοραστική δύναμη θα δοκιμαστεί σοβαρά. Η ανθεκτικότητα που έδειξε η οικονομία τα τελευταία χρόνια είναι πραγματική, αλλά δεν είναι ανεξάντλητη.