Ο αοιδός από τη Λευκωσία που κατέκτησε το Musikverein της Βιέννης
Με διεθνείς διακρίσεις, sold out συναυλίες και σημαντικές συνεργασίες, μιλά στη «Σημερινή» για την πορεία του, τις απογοητεύσεις, τη στήριξη της μητέρας του και τα όνειρά του για το μέλλον
Στα 18 του χρόνια ο Ιωάννης Λιβανός έχει ήδη διανύσει μια πορεία, που για πολλούς θα έμοιαζε ασυνήθιστα γεμάτη. Από τα πρώτα του βήματα στη μουσική σε ηλικία οκτώ ετών, μέχρι διεθνείς διακρίσεις, εμφανίσεις σε σημαντικές σκηνές και προσωπικές sold out συναυλίες, έμαθε από νωρίς ότι πίσω από κάθε επιτυχία υπάρχουν ώρες δουλειάς, πειθαρχία, αμφισβήτηση και προσωπικές θυσίες.
Πίσω όμως από τη σκηνή και τα χειροκροτήματα βρίσκεται ένας νέος άνθρωπος, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη μουσική, στις σπουδές, στην προσωπική του ζωή και στις υψηλές απαιτήσεις που συνοδεύουν μια πορεία η οποία ξεκίνησε πολύ νωρίς. Στη διαδρομή αυτή γνώρισε ανθρώπους που τον στήριξαν, αλλά και συμπεριφορές που τον απογοήτευσαν, έμαθε να ξεχωρίζει την ουσιαστική κριτική από την απαξίωση και να αφήνει, όπως λέει, τη δουλειά και τη φωνή του να δίνουν τις απαντήσεις.
Καθοριστική παρουσία σε όλην αυτήν την πορεία παραμένει η μητέρα του, ο άνθρωπος που πίστεψε πρώτος σ’ εκείνον και στάθηκε δίπλα του στις πιο απαιτητικές στιγμές. Παράλληλα, οι συνεργασίες και οι επαφές του με καταξιωμένους καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και η Άννα Βίσση, του έδωσαν, όπως ο ίδιος σημειώνει, μαθήματα που ξεπερνούν τη μουσική και αφορούν κυρίως το ήθος, την ταπεινότητα και τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης επιλέγει να πορεύεται.
Σε συνέντευξή του στη «Σημερινή» μιλά για τις δυσκολίες μιας καλλιτεχνικής διαδρομής που ξεκίνησε από παιδική ηλικία, για τις στιγμές αμφισβήτησης, για τη στήριξη της οικογένειας, για τις ελλείψεις που, κατά την άποψή του, αντιμετωπίζουν οι νέοι καλλιτέχνες στην Κύπρο, αλλά και για το μεγαλύτερό του όνειρο: να μπορέσει να κάνει αυτό που αγαπά για όλη του τη ζωή, χωρίς να χάσει ποτέ τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησε.
Πότε αντιληφθήκατε για πρώτη φορά ότι η φωνή σας δεν αποτελούσε απλώς ένα χάρισμα, αλλά μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σοβαρή καλλιτεχνική πορεία;
Ξεκίνησα να τραγουδώ από οκτώ χρονών και από την αρχή είχα κλασική μουσική εκπαίδευση. Πάντα πίστευα ότι, πέρα από τη σωστή τεχνική, το πιο σημαντικό είναι το πώς θα πεις ένα τραγούδι και τι θα κάνεις τον άλλον να νιώσει μέσα από αυτό. Η πρώτη φορά που άρχισα πραγματικά να σκέφτομαι ότι αυτό μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι σοβαρό ήταν περίπου στα 12 μου χρόνια, όταν άρχισαν ξαφνικά να έρχονται τηλεφωνήματα από ανθρώπους που με ζητούσαν για εκδηλώσεις, φιλανθρωπικές βραδιές και ιδιωτικές διοργανώσεις. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι αυτό που έκανα δεν είχε αξία μόνο για μένα, αλλά ότι υπήρχε κόσμος που το ξεχώριζε και ήθελε να με ακούσει. Η αγάπη που έχω πάρει και συνεχίζω να παίρνω από τον κόσμο, ιδιαίτερα μέσα από τις συναυλίες μου, ήταν τελικά αυτή που με έκανε να καταλάβω ότι ήθελα να ακολουθήσω το τραγούδι σοβαρά.
Πίσω από τις διακρίσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις, πόση καθημερινή δουλειά, πειθαρχία και προσωπική θυσία απαιτείται για να φτάσει ένας νέος άνθρωπος σε αυτό το επίπεδο;
Πάρα πολλή. Αυτό που φαίνεται προς τα έξω είναι συνήθως το τελικό αποτέλεσμα μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας που προηγείται. Πίσω από μια εμφάνιση, μια συναυλία ή μια διάκριση υπάρχουν ατελείωτες ώρες προετοιμασίας, φωνητικές ασκήσεις, αναπνοές, μελέτη, πρόβες. Η φωνή είναι ένα πολύ ευαίσθητο αλλά ταυτόχρονα και πολύ δυνατό όργανο και χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα και πειθαρχία. Φυσικά υπάρχουν στιγμές που πρέπει να επιλέξεις μια πρόβα ή μια εμφάνιση αντί για μια έξοδο ή κάτι πιο ανέμελο. Οπότε ναι, χρειάζονται θυσίες, αλλά όταν αγαπάς τόσο πολύ αυτό που κάνεις, τις περισσότερες φορές νιώθεις ότι αξίζουν.
Η διαφορετικότητα ενός παιδιού με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αναζητήσεις γίνεται πάντοτε εύκολα αποδεκτή; Βρεθήκατε ποτέ αντιμέτωπος με ειρωνεία, αμφισβήτηση ή απομόνωση;
Βεβαίως, και νομίζω ότι όταν ξεκινάς τόσο μικρός μαθαίνεις πολύ νωρίς να διαχειρίζεσαι την αμφισβήτηση. Υπήρξαν περιπτώσεις που, παρά το γεγονός ότι είχα ήδη τραγουδήσει στο Royal Albert Hall, στο Musikverein της Βιέννης, στο παλάτι της Βουδαπέστης, είχα κερδίσει πρώτα βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς και είχα πραγματοποιήσει τέσσερεις sold out προσωπικές συναυλίες, κάποιοι άνθρωποι επέλεγαν να βλέπουν πρώτα την ηλικία μου και μετά τη δουλειά μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μια μεγάλη συναυλία έναν ηχολήπτη να μου λέει ότι, επειδή ήμουν μικρός, δεν είχε σκεφτεί καν να μου φέρει κανονικό μικρόφωνο και ότι μπορούσα να πάρω ένα χαλασμένο από πίσω. Δεν αντέδρασα. Πήρα το μικρόφωνο, ανέβηκα στη σκηνή και έκανα τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα. Η ουσιαστική κριτική με ενδιαφέρει και την χρειάζομαι. Η ειρωνεία όμως και η μικροπρέπεια λένε συνήθως περισσότερα για εκείνον που τις εκφράζει παρά για εκείνον που τις δέχεται. Προτιμώ, λοιπόν, ν’ αφήνω τη φωνή μου και τη δουλειά μου να μιλά.
Υπήρξε κάποια στιγμή αποτυχίας ή έντονης απογοήτευσης που σας έκανε να σκεφτείτε ακόμη και να εγκαταλείψετε την προσπάθειά σας; Τι σας βοήθησε να συνεχίσετε;
Δεν υπήρξε στιγμή που να με έκανε να θέλω να εγκαταλείψω τη μουσική. Υπήρξαν όμως στιγμές που με έκαναν να δω πολύ διαφορετικά ορισμένους ανθρώπους και ορισμένα περιβάλλοντα. Αυτό συνέβη και μετά τη μεγάλη μου συναυλία «Για ένα Όνειρο Ζούμε» το 2025, μια πολύ απαιτητική παραγωγή, στην οποία ερμήνευσα 43 τραγούδια και για την οποία είχα δουλέψει πάρα πολύ. Για τόσα χρόνια μιλούσα με αγάπη για το ωδείο μου, γιατί ήταν πραγματικά μέρος της πορείας μου. Όταν όμως έφτασε μια τόσο σημαντική στιγμή για μένα, περίμενα από τους ανθρώπους που θεωρούσα δασκάλους μου να σταθούν δίπλα μου. Αυτό δεν συνέβη και στη συνέχεια βγήκαν στην επιφάνεια συμπεριφορές και σχόλια που, για μένα, δεν είχαν καμία σχέση με το πώς αντιλαμβάνομαι τον ρόλο ενός δασκάλου. Πιστεύω ότι ο πραγματικός εκπαιδευτικός δεν φοβάται την πρόοδο του μαθητή του, την χαίρεται. Δεν προσπαθεί να τον κάνει μικρότερο για να αισθανθεί ο ίδιος μεγαλύτερος. Η καλύτερη απάντηση είναι να συνεχίσεις να προχωρείς. Και κάπως έτσι ήρθε στη ζωή μου και ο Ιωάννης Λιβανός , ένας άνθρωπος με τεράστια εμπειρία και πορεία, που πίστεψε πραγματικά σε μένα και στις δυνατότητές μου. Η πορεία μου θα δώσει τις απαντήσεις που χρειάζεται. Εγώ προτιμώ να συνεχίσω να δουλεύω.
Όταν η αναγνώριση έρχεται από τόσο νωρίς, μπορεί να δημιουργήσει βάρος και υψηλές προσδοκίες. Νιώσατε ποτέ ότι έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύετε την αξία σας;
Ναι και όχι. Ναι, γιατί όταν ξεκινάς τόσο μικρός υπάρχει πολλές φορές η αίσθηση ότι πρέπει να αποδείξεις λίγο περισσότερο ότι δεν βρίσκεσαι κάπου απλώς επειδή είσαι «το παιδί που τραγουδά», αλλά επειδή έχεις δουλέψει και αξίζεις τη θέση σου. Η μεγαλύτερη πίεση έρχεται συνήθως από εμένα τον ίδιο. Είμαι αρκετά απαιτητικός με τον εαυτό μου. Παράλληλα όμως είμαι 18 χρονών και ξέρω ότι τώρα ουσιαστικά ξεκινάω. Έχω πολλά να μάθω, πολλά να δοκιμάσω και πολλά λάθη ακόμη να κάνω. Οι προσδοκίες υπάρχουν, αλλά προσπαθώ να τις μετατρέπω σε κίνητρο και όχι σε βάρος.
Ποιος ήταν ο ρόλος της οικογένειάς σας σε αυτήν τη διαδρομή και ποιες δυσκολίες χρειάστηκε να αντιμετωπίσετε μαζί για να στηριχθεί έμπρακτα το όνειρό σας;
Η μητέρα μου ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε σε μένα. Είδε κάτι σε μένα πριν το δω εγώ ο ίδιος και από τότε δεν σταμάτησε ποτέ να βρίσκεται δίπλα μου. Με μεγάλωσε ουσιαστικά μόνη της και για μένα είναι πραγματικά ένας ήρωας, επειδή γνωρίζω πολύ καλά τι χρειάστηκε να αντέξει, τι χρειάστηκε να θυσιάσει και πόσες φορές έβαλε τον εαυτό της δεύτερο για να μπορέσω εγώ να προχωρήσω. Όταν η πορεία μου άρχισε να γίνεται πιο σοβαρή, έγινε ουσιαστικά και η μάνατζέρ μου. Έχουμε περάσει μαζί περιόδους πολύ δύσκολες, οικονομικά, πρακτικά και οικογενειακά. Πιστεύω ότι ένας νέος άνθρωπος δεν χρειάζεται να έχει όλον τον κόσμο να πιστεύει σ’ εκείνον. Χρειάζεται έστω έναν άνθρωπο που, όταν ο ίδιος ξεχνά ποιος είναι, θα του το θυμίζει. Για μένα αυτός ο άνθρωπος ήταν και παραμένει η μητέρα μου.
Πώς συνδυάζεται η απαιτητική μουσική εκπαίδευση με τη μόρφωση, την προσωπική ζωή και την ανάγκη ενός νέου ανθρώπου να ζήσει φυσιολογικά την καθημερινότητά του;
Δύσκολα, αλλά γίνεται. Μέχρι σήμερα, ευτυχώς, έχω καταφέρει να κρατώ πολύ υψηλές επιδόσεις και στο σχολείο, με βαθμολογίες Α, κάτι για το οποίο είμαι περήφανος γιατί απαιτεί αρκετή οργάνωση. Προσπαθώ όμως να μην ξεχνώ ότι είμαι και 18 χρονών. Θέλω να βλέπω τους φίλους μου, να ταξιδεύω, να βγαίνω, να γελάω και να ζω την ηλικία μου. Δεν πιστεύω ότι σοβαρότητα σημαίνει να στερείσαι κάθε φυσιολογική εμπειρία. Η μουσική δεν υπάρχει αποκομμένη από τη ζωή. Οπότε προσπαθώ να μη διαλέγω ανάμεσα στη μόρφωση, στη μουσική και στη ζωή μου, αλλά να βρίσκω έναν τρόπο να χωρούν και τα τρία.
Η συνεργασία σας με καταξιωμένους καλλιτέχνες και μαέστρους, αλλά και η ιδιαίτερη σχέση σας με την Άννα Βίσση, με ποιον τρόπο επηρέασαν την καλλιτεχνική και προσωπική σας εξέλιξη;
Θεωρώ ότι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας νέος καλλιτέχνης είναι να βρίσκεται δίπλα σε ανθρώπους που έχουν πραγματική εμπειρία. Και μετά υπάρχει φυσικά η Άννα Βίσση. Η Άννα είναι ένας πολύ ξεχωριστός άνθρωπος για μένα. Ήταν και παραμένει ένα τεράστιο καλλιτεχνικό πρότυπο, αλλά όσο περισσότερο την γνώρισα τόσο περισσότερο κατάλαβα ότι αυτό που με εντυπωσιάζει σ’ εκείνη δεν είναι μόνο η τεράστια πορεία της, αλλά το πόσο ανθρώπινη έχει παραμείνει μέσα σε όλα αυτά. Έχει καθίσει πολλές φορές να με ακούσει να τραγουδώ, μου έχει δώσει το μικρόφωνό της, μου έχει μιλήσει για τη φωνή μου, για τη δουλειά και για το πώς να προχωρώ σε αυτόν τον χώρο. Το μεγαλύτερο μάθημα όμως που έχω πάρει από την Άννα δεν είναι καν μουσικό. Είναι ότι μπορείς να έχεις καταφέρει πράγματα που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν καταφέρει και παρ’ όλα αυτά να παραμένεις ευγενικός, γενναιόδωρος και ταπεινός.
Πιστεύετε ότι η Κύπρος προσφέρει τις αναγκαίες ευκαιρίες και υποδομές σε νέους ανθρώπους που θέλουν ν’ ασχοληθούν σοβαρά με την κλασική μουσική ή η εξέλιξή τους προϋποθέτει αναγκαστικά πορεία στο εξωτερικό;
Δυστυχώς όχι, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα έπρεπε. Θεωρώ ότι στην Κύπρο υπάρχει απίστευτο ταλέντο. Έχουμε εξαιρετικές φωνές, μουσικούς, ηθοποιούς και δημιουργούς, νέους ανθρώπους που πραγματικά μπορούν να φτάσουν πολύ ψηλά. Θεωρώ ότι η Κύπρος χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη επένδυση στον πολιτισμό. Χρειαζόμαστε, για παράδειγμα, ένα πραγματικό Μέγαρο Μουσικής, που να μπορεί να φιλοξενεί μεγάλες συμφωνικές, οπερατικές και διεθνείς παραγωγές, περισσότερες υποτροφίες για νέους καλλιτέχνες και οικονομική στήριξη για νέες παραγωγές. Και κυρίως πρέπει να μάθουμε να στηρίζουμε τους καλλιτέχνες πριν πετύχουν κάπου αλλού και όχι να τους ανακαλύπτουμε αφού πρώτα τους αναγνωρίσει κάποιος άλλος. Θα ήθελα κάποτε ένας νέος Κύπριος καλλιτέχνης να φεύγει στο εξωτερικό επειδή το επιλέγει και όχι επειδή αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη επιλογή.
Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο όνειρό σας, αλλά και ποιος ο βαθύτερος φόβος σας για το μέλλον, σε μια καλλιτεχνική διαδρομή που παραμένει απαιτητική και αβέβαιη;
Το μεγαλύτερο όνειρό μου είναι πολύ απλά να μπορώ να κάνω αυτό που αγαπώ για όλη μου τη ζωή. Θέλω να τραγουδήσω σε μεγάλες σκηνές, σε πολλές χώρες, να συνεργαστώ με σπουδαίους ανθρώπους, να δημιουργήσω τη δική μου μουσική και να εξελιχθώ όσο περισσότερο μπορώ. Δεν φοβάμαι να πω ότι έχω φιλοδοξίες, αλλά δεν θέλω ποτέ ο στόχος μου να είναι απλώς να γίνω γνωστός. Αυτό που θέλω είναι να έχω διάρκεια, να χτίσω μια ουσιαστική πορεία και κάποια στιγμή να μπορώ να κοιτάξω πίσω και να ξέρω ότι αξιοποίησα πραγματικά τις δυνατότητές μου. Περισσότερο φοβάμαι μήπως κάποια στιγμή χάσω τη χαρά που μου δίνει σήμερα όλο αυτό. Και πάνω απ’ όλα θέλω, ό,τι κι αν συμβεί στο μέλλον, να παραμείνω ο ίδιος άνθρωπος. Η μητέρα μου μού έλεγε πάντα: «Όσο πιο ψηλά φτάνεις, τόσο πιο ταπεινός να γίνεσαι». Για μένα λοιπόν η πραγματική επιτυχία θα είναι να φτάσω όσο πιο μακριά μπορώ, χωρίς να ξεχάσω από πού ξεκίνησα, ποιοι άνθρωποι στάθηκαν δίπλα μου και, κυρίως, γιατί ξεκίνησα. Και ξεκίνησα για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί αγαπούσα να τραγουδώ.