Διεθνή

Ο «προειδοποιητικός σεισμός» του AfD σείει την Ευρώπη

Η Σαξονία-Άνχαλτ διαθέτει σχετικά χαμηλό ποσοστό αλλοδαπών υπηκόων

Η νίκη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ αποτελεί ιστορική επιτυχία και, χωρίς αμφιβολία, σημείο καμπής για τη γερμανική δημοκρατία. Από το 1945, κανένα κόμμα που χαρακτηρίζεται ως ακροδεξιό δεν είχε καταγράψει αντίστοιχη νίκη σε εκλογές κρατιδίου. Σε ένα κρατίδιο που συμπυκνώνει πολλές από τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις της ανατολικής Γερμανίας, η άνοδος της γερμανικής ακροδεξιάς καταγράφει τη βαθύτερη μετατόπιση από την ψήφο διαμαρτυρίας στην αμφισβήτηση της ίδιας της πολιτικής κυριαρχίας των παραδοσιακών κομμάτων. Η σημασία του αποτελέσματος, επομένως, δεν περιορίζεται στη Σαξονία-Άνχαλτ. Το ερώτημα που θέτει, αφορά πλέον ολόκληρη τη Γερμανία και, κατ’ επέκτασιν, την Ευρώπη. Μπορεί ένα κόμμα να ενισχύεται εκλογικά χωρίς να μετριάζει τις πιο ριζοσπαστικές θέσεις του και, τελικά, να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πραγματική διεκδίκηση της εξουσίας;

Ένα κρατίδιο – μικρογραφία της Ευρώπης

Μια πιο ψύχραιμη μερίδα αναλυτών επισημαίνουν ότι, πέρα από την πολιτική φόρτιση που συνοδεύει το εκλογικό αποτέλεσμα, η επόμενη ημέρα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή. Η μεγαλύτερη σημασία της νίκης του AfD ενδεχομένως να βρίσκεται όχι τόσο στο αν το κόμμα θα καταφέρει τελικά να σχηματίσει κυβέρνηση, όσο στον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να κινητοποιήσει ψηφοφόρους και να μετατρέψει την εκλογική του απήχηση σε μια πιο θετική πολιτική δυναμική.

Σε κάθε περίπτωση, η Σαξονία-Άνχαλτ είναι ένα από τα λιγότερο πολυπληθή κρατίδια της Γερμανίας και, ως εκ τούτου, η νίκη του AfD θα πρέπει να αξιολογηθεί και με βάση τη δημογραφική της κλίμακα. Αν δεν πρόκειται για έναν πολιτικό «σεισμό», μπορεί τουλάχιστον να ερμηνευθεί ως προειδοποιητικός σεισμός ενός ενδεχόμενα μεγαλύτερου πολιτικού μετασχηματισμού, εφόσον συνεχιστεί η φθορά της απήχησης των παραδοσιακών κομμάτων.

Όμως, παρά το μικρό δημογραφικό της μέγεθος, η Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί ένα χρήσιμο «εργαστήριο» για την κατανόηση του πολιτικού μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση έχει αφήσει πολλές μικρότερες κοινότητες να γερνούν και να δυσκολεύονται να διατηρήσουν τις τοπικές τους υπηρεσίες. Ο πληθυσμός του κρατιδίου μειώθηκε σημαντικά μετά την επανένωση της Γερμανίας και σήμερα ανέρχεται περίπου σε 2,12 εκατομμύρια κατοίκους. Το επακόλουθο κλείσιμο δημόσιων υπηρεσιών έχει ενισχύσει την πεποίθηση ότι η περιοχή παραμελείται από τα παραδοσιακά κόμματα.

Στα προβλήματα αυτά προστίθεται η βιομηχανική αναδιάρθρωση. Η χημική βιομηχανία βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικοοικονομικής ταυτότητας της περιοχής, όμως το υψηλό ενεργειακό κόστος και η ασθενής ζήτηση έχουν εντείνει τις πιέσεις στον κλάδο. Ο φαρμακευτικός κολοσσός Bayer είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους εργοδότες σε μια περιοχή όπου το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 8,2% τον Αύγουστο του 2026, έναντι 6,5% σε εθνικό επίπεδο.

Οι πτωχεύσεις δεν θα πρέπει να συγχέονται με το κλείσιμο εργοστασίων, ωστόσο τα σχετικά στοιχεία είναι ενδεικτικά της οικονομικής πίεσης. Οι αιτήσεις εταιρικής αφερεγγυότητας αυξήθηκαν στη Σαξονία-Άνχαλτ κατά 23,9% το 2025, ποσοστό υπερδιπλάσιο από την εθνική αύξηση, η οποία ανήλθε στο 10,3%.

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία για τη μετανάστευση παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Η Σαξονία-Άνχαλτ διαθέτει σχετικά χαμηλό ποσοστό αλλοδαπών υπηκόων, περίπου 7,9% του πληθυσμού ήταν μετανάστες στα τέλη του 2025, έναντι περίπου 14,9% σε εθνικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, η μετανάστευση βρίσκεται σταθερά στην κορυφή των ανησυχιών των ψηφοφόρων εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Πρόκειται για ένα παράδοξο που έχει καταγραφεί επανειλημμένα στις έρευνες για την ανατολική Γερμανία.

Πάνω σε αυτές τις κοινωνικές και οικονομικές ανησυχίες έχει οικοδομήσει το AfD την πολιτική του αφήγηση στη Σαξονία-Άνχαλτ. Το κόμμα συνδέει ζητήματα όπως η υποχώρηση των δημόσιων υπηρεσιών, η ασφάλεια και η βιομηχανική παρακμή με τη μετανάστευση, παρουσιάζοντάς την ως έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στα προβλήματα της περιοχής.

Οι πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις εντάθηκαν περαιτέρω κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19. Ενδεικτική ήταν μια εκστρατεία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπέρ της εισαγωγής του ρωσικού εμβολίου Sputnik V, πριν από την επιλογή άλλων, καλύτερων εμβολίων. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε ένα σύνθετο μείγμα αντιλήψεων που εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτικής αφήγησης του AfD, που δεν είναι άλλη από τη δυσπιστία απέναντι στον Δυτικό καπιταλισμό, σε συνδυασμό με μια πιο θετική στάση απέναντι στη Ρωσία.

Ενδεικτικό της διάστασης αυτής είναι ότι τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων που κλίνουν προς το AfD πιστεύουν ότι η ενωμένη Γερμανία τούς στέρησε όσα δικαιούνταν, έναντι δύο πέμπτων του πληθυσμού της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (GDR).

Η αίσθηση αυτή έχει και οικονομικό υπόβαθρο. Αξιολόγηση του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Χάλε σημειώνει ότι, μετά τη δεκαετία του 1990, «η αρχική δυναμική σύγκλισης σταμάτησε. Έκτοτε, η οικονομία της Ανατολικής Γερμανίας έχει ως επί το πλείστον αναπτυχθεί ακόμη πιο αργά από εκείνην της Δυτικής Γερμανίας». Το Ινστιτούτο αποδίδει την κατάσταση στη «χαμηλή παραγωγικότητα των ανατολικογερμανικών επιχειρήσεων», αλλά και στη μακροχρόνια διαρροή εγκεφάλων και στο χαμηλό ποσοστό ίδρυσης νέων επιχειρήσεων.

Η δεύτερη ανάγνωση

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το AfD εξακολουθεί να αντλεί δύναμη κυρίως από την ψήφο διαμαρτυρίας ή αν έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε κόμμα που διεκδικεί ενεργά την εξουσία.

Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη παρατηρηθεί στη Γαλλία, όπου πολιτικοί επιστήμονες, αναλύοντας την άνοδο του Εθνικού Συναγερμού (RN), κάνουν λόγο για μετάβαση από την παθητική ψήφο διαμαρτυρίας («vote de protestation») στην ενεργή ψήφο στήριξης («vote d’adhésion»).

Η περίπτωση της Σαξονίας-Άνχαλτ δείχνει ότι μια αντίστοιχη μετατόπιση έχει σημειωθεί και εκεί. Τον Ιούλιο, το 36% των ψηφοφόρων δήλωναν ότι εμπιστεύονται περισσότερο το AfD για την επίλυση των προβλημάτων του κρατιδίου, έναντι μόλις 9% πριν από τις εκλογές του 2021. Παράλληλα, το 44% δήλωναν ότι προτιμούν μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία του AfD.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το κίνητρο ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος ενδέχεται να έχει μετατοπιστεί από την απλή τιμωρία του CDU στην ενεργή επιλογή του AfD ως δύναμης που θα μπορούσε ν’ αναλάβει την εξουσία.

Σε αυτήν τη μετατόπιση φαίνεται να συνέβαλε και η αλλαγή της προεκλογικής στρατηγικής του κόμματος. Ειδικοί σημειώνουν ότι ο υποψήφιος του AfD, Ούλριχ Ζίγκμουντ, υιοθέτησε ένα πιο αισιόδοξο και προσωποποιημένο ύφος, συνδυάζοντας μεγάλες δημόσιες εκδηλώσεις με έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το σύνθημα «Alles ist möglich» («Όλα είναι δυνατά»), που παρουσιάστηκε τον Ιούνιο, αντικατέστησε το παλαιότερο, περισσότερο αρνητικό μήνυμα «enough is enough» («ως εδώ»). Η στρατηγική αυτή φαίνεται να απέδωσε καρπούς. Σύμφωνα με προκαταρκτική ανάλυση των μετακινήσεων της εκλογικής βάσης, εκτιμάται ότι το AfD κέρδισε 157.000 πρώην μη ψηφοφόρους και 83.000 πρώην ψηφοφόρους του CDU.

Η ψηφιακή προεκλογική εκστρατεία, ασφαλώς, δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει την εκλογική επιτυχία του AfD. Ωστόσο, ανέδειξε μια ευρύτερη αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων, τα οποία έδειξαν πολύ μικρότερη ευρηματικότητα στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν ψηφοφόρους που είχαν αποστασιοποιηθεί από την πολιτική.

Αυτό δημιουργεί ένα ευρύτερο πρόβλημα για τα παραδοσιακά κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η εμπειρία της Γαλλίας με το RN καταδεικνύει τα όρια της προσπάθειας αντιμετώπισης της σκληρής δεξιάς αποκλειστικά μέσω του πολιτικού στιγματισμού. Στη Γερμανία, αντίστοιχα, η «Brandmauer» («τείχος προστασίας») γύρω από τα κόμματα της σκληρής δεξιάς δεν φαίνεται πλέον να περιορίζει την εκλογική απήχηση του AfD.

Η τακτική των συντηρητικών κομμάτων

Το στοιχείο αυτό οδηγεί σε ένα ακόμη σημαντικότερο ερώτημα. Μήπως τα παραδοσιακά κόμματα αντιμετωπίζουν πλέον μια διαφορετική πραγματικότητα από εκείνην που είχαν προβλέψει;

Οι πολιτικές επιδόσεις του AfD έχουν κλονίσει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στους κόλπους του ευρωπαϊκού πολιτικού κατεστημένου, σύμφωνα με την οποία η ακροδεξιά ήταν κατά κάποιον τρόπο καταδικασμένη να μετριάσει τις θέσεις της καθώς θα πλησίαζε την εξουσία.

Αυτή ήταν, σε γενικές γραμμές, η πορεία που ακολούθησαν η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία. Η στροφή της Ιταλίδας Πρωθυπουργού προς το πολιτικό κατεστημένο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, έδωσε μάλιστα όνομα στο φαινόμενο: «Μελονικοποίηση» (Melonization).

Η Λεπέν, από την πλευρά της, πέρασε χρόνια προσπαθώντας να «αποδαιμονοποιήσει» το κόμμα της, εγκαταλείποντας τις εκκλήσεις για αποχώρηση από την ΕΕ και αποστασιοποιώντας το κόμμα από τη Ρωσία μετά την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία.

Το AfD, αντίθετα, κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενίσχυσε τη ρητορική του κατά της μετανάστευσης και του Ισλάμ, διατήρησε τη φιλορωσική του στάση και, παρά τον συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό, συνέχισε να ενισχύεται εκλογικά.

Η διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών δεν είναι καινούργια. Ο γαλλικός Εθνικός Συναγερμός (RN) διέκοψε τις σχέσεις του με το AfD ενόψει των ευρωεκλογών του 2024, λόγω δηλώσεων κορυφαίων υποψηφίων του γερμανικού κόμματος που υποβάθμιζαν τη σημασία της ένταξης στη ναζιστική παραστρατιωτική οργάνωση SS. Μετά την ψηφοφορία στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού, δήλωσε στη γαλλική τηλεόραση ότι ήταν «σοκαρισμένος» από το γεγονός ότι τόσο πολλοί «ψήφισαν ανθρώπους που υποβαθμίζουν το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας».

Παρά τις αντιδράσεις αυτές, το AfD έχει σημειώσει μεγάλη εκλογική άνοδο, εν μέρει επειδή έδωσε μεγαλύτερο βάρος σε ορισμένες από τις πιο ριζοσπαστικές προσωπικότητές του. Το κόμμα υποστηρίζει αυτό που αποκαλεί «remigration» («επαναμετανάστευση»), δηλαδή την ενθάρρυνση ανθρώπων με μεταναστευτική καταγωγή να επιστρέψουν στις χώρες προέλευσης της εθνοτικής τους καταγωγής. Το πρόγραμμα του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ προέβλεπε «οικονομικά και μη οικονομικά κίνητρα», με στόχο να ωθήσει καταγεγραμμένους μετανάστες να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Το κατά πόσον αυτή η στρατηγική ριζοσπαστικοποίησης μπορεί να αποτελέσει επιτυχημένη συνταγή και πέρα από τα παραδοσιακά προπύργια του AfD στην ανατολική Γερμανία παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό ερώτημα.

Από τη μία πλευρά, η στρατηγική αυτή κινητοποιεί το πιο ριζοσπαστικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Από την άλλη, μπορεί να απομακρύνει μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Έτσι, ενδέχεται να αποφέρει σημαντικές νίκες σε τοπικό επίπεδο, χωρίς κατ’ ανάγκην να μεταφράζεται σε αντίστοιχη επιτυχία σε εθνικό επίπεδο, όπου οι υποψήφιοι χρειάζεται να απευθυνθούν σε ένα πολύ ευρύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος.

Υπάρχει, τέλος, και ο θεσμικός περιορισμός. Τα παραδοσιακά γερμανικά κόμματα έχουν δεσμευτεί ότι δεν θα συνεργαστούν ούτε θα σχηματίσουν κυβερνητικό συνασπισμό με το AfD. Αυτό το αποκαλούμενο «τείχος προστασίας» (firewall/Brandmauer) δυσκολεύει ήδη το κόμμα να σχηματίσει κυβέρνηση στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου υπολείπεται τρεις έδρες της απόλυτης πλειοψηφίας. Σε εθνικό επίπεδο, όπου το AfD συγκεντρώνει 28% στις δημοσκοπήσεις, η προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης παραμένει ακόμη πιο μακρινή.

Υπάρχει, όμως, και η παράμετρος της ίδιας της διακυβέρνησης , η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική. Όταν λαϊκιστικά κόμματα αναλαμβάνουν πραγματικά την εξουσία, οι πολιτικές τους πλατφόρμες έρχονται συχνά αντιμέτωπες με την οικονομική και θεσμική πραγματικότητα. Η σύγκρουση αυτή μπορεί να τα εκθέσει στις ίδιες κατηγορίες που επί χρόνια εξαπέλυαν εναντίον των κεντρώων κομμάτων, ότι δηλαδή αδυνατούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τη ζωή των πολιτών και ότι, τελικά, θα πρέπει να κάνουν χώρο σε εκείνους που μπορούν να το πετύχουν.

Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική δοκιμασία για το AfD. Η εκλογική άνοδος αποδεικνύει ότι μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε ψήφο. Η πραγματική πρόκληση, όμως, είναι αν μπορεί να μετατρέψει αυτήν την ψήφο σε διακυβέρνηση χωρίς να αποξενώσει το ευρύτερο εκλογικό σώμα που χρειάζεται για να φτάσει στην εξουσία.