Υπό ενεργειακή πίεση η Ευρώπη - Η εικόνα και οι «αντοχές» της Κύπρου
Για το νησί μας, οι εκτιμήσεις μέχρι στιγμής είναι καθησυχαστικές
Σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη ισορροπία εισέρχεται η ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων, με τις αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά να αυξάνουν τις πιέσεις στις τιμές και να ενισχύουν την ανησυχία για πιθανές ελλείψεις τους επόμενους μήνες. Παρά τις νέες ποσότητες αεροπορικού καυσίμου που κατευθύνονται προς την Ευρώπη από την Ασία και την αναμενόμενη υποχώρηση της ζήτησης, η αγορά παραμένει εκτεθειμένη σε νέες διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Την ίδια ώρα, η προοπτική περιορισμού των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ για 90 ημέρες προκαλεί πρόσθετο πονοκέφαλο στις Βρυξέλλες, καθώς η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά την εξάρτησή της από τις αμερικανικές προμήθειες. Για την Κύπρο, οι εκτιμήσεις μέχρι στιγμής είναι καθησυχαστικές, καθώς το Υπουργείο Ενέργειας διαβεβαιώνει ότι υπάρχουν επαρκή αποθέματα, χωρίς ωστόσο να αγνοείται ο κίνδυνος που θα μπορούσε να προκαλέσει μια νέα αναστάτωση στις διεθνείς αγορές.
Πώς σώθηκε προσωρινά η παρτίδα
Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ελλείψεων αεροπορικού καυσίμου τους επόμενους μήνες βρίσκεται η Ευρώπη, καθώς οι τιμές παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και η αγορά καυσίμων εμφανίζει αυξημένες πιέσεις. Ωστόσο, η αναμενόμενη υποχώρηση της ζήτησης από τον Νοέμβριο, σε συνδυασμό με σημαντικές νέες ποσότητες που κατευθύνονται από την Ασία προς την Ευρώπη, εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τον κίνδυνο μιας ευρείας έλλειψης.
Παρά την αναμενόμενη επάρκεια σε επίπεδο αγοράς, αναλυτές προειδοποιούν ότι μικρότερα αεροδρόμια θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα στην εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων καυσίμου.
Σχεδόν 900.000 τόνοι αεροπορικού καυσίμου από την Ασία έχουν προγραμματιστεί να φτάσουν στην Ευρώπη τους επόμενους μήνες, σύμφωνα με την εταιρεία εμπορικών αναλύσεων Kpler. Οι πρόσθετες αυτές ποσότητες αναμένεται να μειώσουν τον κίνδυνο ελλείψεων, χωρίς ωστόσο να οδηγούν απαραίτητα σε αποκλιμάκωση των τιμών.
Όπως δήλωσε ο ανώτερος αναλυτής της Kpler, George Shaw, οι τιμές του αεροπορικού καυσίμου πιθανότατα θα παραμείνουν αυξημένες, καθώς η συγκεκριμένη αγορά συνδέεται στενά με εκείνην του ντίζελ, η οποία παρουσιάζει επίσης μεγαλύτερη στενότητα και πρόσφατα κατέγραψε τιμές-ρεκόρ.
Η αύξηση του κόστους του αεροπορικού καυσίμου αποδίδεται στις υψηλότερες τιμές του αργού πετρελαίου, αλλά και στη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των διυλιστηρίων, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ του κόστους του αργού και της τιμής του τελικού καυσίμου.
Ειδικοί εξηγούν ότι η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις εξελίξεις στην αγορά αεροπορικών καυσίμων, καθώς πριν από τις διαταραχές στην παραγωγή και στις θαλάσσιες μεταφορές βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή.
Έκτοτε, η Ευρώπη έχει στραφεί ολοένα και περισσότερο σε προμήθειες από τη Νότια Κορέα, τη Νιγηρία και τις ΗΠΑ.
Τα τελευταία μηνιαία στοιχεία της Kpler δείχνουν ότι οι εισαγωγές αεροπορικού καυσίμου στην Ευρώπη ανήλθαν τον Σεπτέμβριο σε μέσο ρυθμό περίπου 672.000 βαρελιών ημερησίως. Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται και οι μετακινήσεις φορτίων μεταξύ ευρωπαϊκών αγορών. Τα στοιχεία της Kpler δείχνουν επίσης ότι περίπου 1,31 εκατομμύριο τόνοι αεροπορικού καυσίμου μετακινήθηκαν από την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προς την Ευρώπη μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου. Από την ποσότητα αυτή, περίπου 1,14 εκατομμύριο τόνοι προήλθαν από τη Νότια Κορέα, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 87% του συνόλου.
Τι ισχύει με την Κύπρο
Παρά την εκτίμηση ότι η Ευρώπη συνολικά θα διαθέτει επαρκείς ποσότητες αεροπορικού καυσίμου τους επόμενους μήνες, τα μικρότερα αεροδρόμια είναι εκείνα που θα βρεθούν πρώτα αντιμέτωπα με πιθανές ελλείψεις σε περίπτωση νέων διαταραχών στις παραδόσεις.
Η εταιρεία αεροπορικών δεδομένων και αναλύσεων Cirium προειδοποιεί ότι μια νέα διακοπή ή καθυστέρηση στις προμήθειες θα επηρεάσει αρχικά τα μικρότερα αεροδρόμια, καθώς διαθέτουν συνήθως λιγότερους προμηθευτές, μικρότερες δυνατότητες αποθήκευσης και λιγότερες εναλλακτικές οδούς για την παράδοση καυσίμων.
Αυτό αφήνει τις περιφερειακές και τις εταιρείες που εκτελούν πτήσεις μικρών αποστάσεων με μικρότερο περιθώριο προσαρμογής σε περίπτωση προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Από πλευράς του ο Υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, Μιχαήλ Δαμιανός, εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Μιλώντας στη «Σημερινή», σημείωσε ότι «από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή μέχρι σήμερα, το Υπουργείο δεν έχει λάβει οποιοδήποτε αίτημα για αποδέσμευση αποθεμάτων καυσίμων. Η Κυπριακή Δημοκρατία διατηρεί τα προβλεπόμενα αποθέματα, στη βάση και των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων, και, με τα σημερινά δεδομένα, υπάρχει επάρκεια καυσίμων. Παρακολουθούμε στενά την κατάσταση και είμαστε έτοιμοι να ενεργήσουμε εάν και εφόσον χρειαστεί».
Η αμερικανική απειλή
Την ίδια ώρα, σε διπλωματικό αγώνα δρόμου για να αποτρέψει την επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ έχει επιδοθεί η ΕΕ, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να αναστείλει τις εξαγωγές για διάστημα 90 ημερών, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις αυξανόμενες τιμές στην αμερικανική αγορά.
«Η ΕΕ αντιμετωπίζει με ανησυχία την αναφορά ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να απαγορεύσουν τις εξαγωγές ντίζελ», δήλωσε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Olof Gill, σημειώνοντας ότι οποιαδήποτε διαταραχή «θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις και στις δύο πλευρές».
Όπως ανέφερε, βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές υψηλού επιπέδου μεταξύ της ΕΕ και της αμερικανικής κυβέρνησης, με τις Βρυξέλλες να ζητούν από τους στενούς εταίρους να διαβουλεύονται μεταξύ τους πριν λάβουν αποφάσεις που επηρεάζουν κοινές αγορές.
Ο Gill απέφυγε να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των συνομιλιών, ανέφερε όμως ότι υπάρχουν «ισχυρές φωνές» και στις ΗΠΑ που θεωρούν μια τέτοια απαγόρευση «πολύ κακή ιδέα».
Η ανησυχία στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς οι εισαγωγές αμερικανικού ντίζελ έχουν αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, καλύπτοντας μέρος των απωλειών που προκλήθηκαν από τις αναταράξεις στις αγορές καυσίμων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η ΕΕ εισάγει πλέον περισσότερο από το ήμισυ του ντίζελ της από τις ΗΠΑ, ενώ η κατάσταση έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω από τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Οι ΗΠΑ είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ παγκοσμίως και οι εξαγωγές τους έχουν καταγράψει νέα ρεκόρ μέσα στη χρονιά. Η απομάκρυνση σημαντικού όγκου αμερικανικού ντίζελ από τη διεθνή αγορά εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει νέες πιέσεις στις τιμές και στην παγκόσμια προσφορά.
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τραμπ δέχεται πιέσεις να λάβει μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων, οι οποίες αποτελούν πλέον πολιτικό πρόβλημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Η άνοδος των τιμών αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις επιπτώσεις του πολέμου που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο, καθώς και στις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων, οι οποίες έχουν περιορίσει την προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων από βασικές περιοχές παραγωγής.
Ρεπουμπλικάνοι από αγροτικές πολιτείες έχουν ζητήσει από την κυβέρνηση να παρέμβει, καθώς το υψηλό κόστος του ντίζελ επιβαρύνει σημαντικά τους αγρότες. Καταλυτική θεωρείται η παρέμβαση του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή της Αϊόβα, Chuck Grassley, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της απαγόρευσης, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλές τιμές του ντίζελ πλήττουν σοβαρά το εισόδημα των αγροτών.
Ωστόσο, η πρόταση προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην αμερικανική ενεργειακή βιομηχανία. Παραγωγοί καυσίμων προειδοποιούν ότι οποιοδήποτε βραχυπρόθεσμο όφελος στις τιμές θα μπορούσε να αντιστραφεί, οδηγώντας τελικά σε υψηλότερες τιμές όχι μόνο για το ντίζελ αλλά και για τη βενζίνη και τα αεροπορικά καύσιμα.
Η λογική πίσω από τις προειδοποιήσεις είναι ότι, εάν περιοριστούν οι εξαγωγές, τα αμερικανικά διυλιστήρια θα βρεθούν αντιμέτωπα με πλεονάζουσες ποσότητες ντίζελ. Σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσαν να μειώσουν την παραγωγή τους, γεγονός που θα επηρέαζε παράλληλα την παραγωγή βενζίνης και καυσίμων αεροσκαφών.
Από την άλλη, η ΕΕ έχει δεσμευθεί, στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, να επενδύσει 750 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα έως το 2028. Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι το ενεργειακό εμπόριο μεταξύ των δύο πλευρών είναι αμοιβαία επωφελές, ενώ παράλληλα διατηρούν τον μακροπρόθεσμο στόχο της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Πόσο θα επηρεάσει την Ευρώπη
Ειδικοί εξηγούν ότι το πρόβλημα στην αγορά πετρελαίου δεν εντοπίζεται σήμερα τόσο στην επάρκεια αργού πετρελαίου όσο στη δυνατότητα των διυλιστηρίων να το μετατρέψουν σε καύσιμα. Και από τα προϊόντα που παράγονται στα διυλιστήρια, οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονται στην αγορά του ντίζελ.
Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο έχει οδηγήσει εκτός αγοράς σημαντικό μέρος της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης, με το ποσοστό να διαφέρει ανάλογα με το προϊόν. Την ίδια ώρα, προβλήματα στην προσφορά καταγράφονται και στη Ρωσία.
Πέρυσι, η Ρωσία αντιπροσώπευε περίπου το 5% της παγκόσμιας προσφοράς ντίζελ. Οι επιθέσεις στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης, οι οποίες έχουν αυξηθεί τόσο σε αριθμό όσο και σε αποτελεσματικότητα, έχουν περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα της χώρας να εξάγει καύσιμα. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη λόγω της περιόδου συγκομιδής, κατά την οποία η ζήτηση για ντίζελ αυξάνεται σημαντικά.
Ακόμη και στο δυσμενέστερο σενάριο, το ερώτημα είναι κατά πόσον η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια τόσο σοβαρή κρίση όσο εκτιμούν ορισμένοι σχολιαστές.
Το βασικό στοιχείο είναι ότι το σημερινό πρόβλημα αφορά κυρίως τη διύλιση και όχι την παραγωγή αργού πετρελαίου. Η απελευθέρωση ποσοτήτων από τα στρατηγικά αποθέματα αργού, μετά την έναρξη της σύγκρουσης, έχει συμβάλει στον περιορισμό των επιπτώσεων.
Παράλληλα, όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι πλοία που παρακάμπτουν τον αποκλεισμό εξακολουθούν να μεταφέρουν μέσω των Στενών του Ορμούζ επαρκείς ποσότητες αργού πετρελαίου, ώστε να καλύπτεται η παγκόσμια ζήτηση.
Με απλά λόγια, το πρόβλημα αυτήν τη στιγμή αφορά περισσότερο τα καύσιμα παρά την επάρκεια αργού πετρελαίου. Η εικόνα, όμως, στην αγορά καυσίμων είναι διαφορετική, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς.
Τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ευρώπη, η κατανάλωση καυσίμων σε σχέση με το ΑΕΠ βρίσκεται σήμερα σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η διεθνής στροφή μακριά από τα ορυκτά καύσιμα αναμένεται, μάλιστα, να επιταχυνθεί περαιτέρω εξαιτίας του πολέμου στον Κόλπο.
Για την Ευρώπη, η μεγαλύτερη ενεργειακή εξάρτηση δεν αφορά τόσο το αργό πετρέλαιο ή τα καύσιμα όσο το φυσικό αέριο. Παρά τις δυσκολίες, φυσικό αέριο εξακολουθεί να φτάνει στην ευρωπαϊκή αγορά, μεταξύ άλλων, από τη Νορβηγία και τις ΗΠΑ.
Η Ευρώπη εισάγει περίπου το 95% του αργού πετρελαίου που χρειάζεται, όμως εισάγει μόλις περίπου το 10% του ντίζελ που καταναλώνει. Όσον αφορά τη βενζίνη, μάλιστα, η Ευρώπη είναι καθαρός εξαγωγέας.
Μια ενδεχόμενη απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ θα αποτελούσε επομένως σημαντική πρόκληση για την ευρωπαϊκή αγορά, αλλά όχι μια καταστροφική εξέλιξη.
Οι επιπτώσεις, πάντως, δεν θα ήταν ίδιες σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ενδέχεται να επηρεαστούν περισσότερο από τις μεταβολές στις τιμές και στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, μεταξύ άλλων επειδή έχουν καθυστερήσει σημαντικά να υλοποιήσουν ορισμένους από τους στόχους της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ.
Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις στις χώρες της περιοχής. Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα υπάρξουν πραγματικές ελλείψεις καυσίμων.