Αναλύσεις

Η χαμένη αίγλη της δημοσιογραφίας

Είναι καιρός πια η δημοσιογραφία και οι εργαζόμενοί της να επανακτήσουν επάξια την αίγλη που έχουν χάσει προ καιρού
«Είναι βρόμικη δουλειά η δημοσιογραφία». Αυτά ήταν τα λόγια ενός έμπειρου ταξιτζή, ο οποίος μου έπιασε την κουβέντα κατά τη διάρκεια της κούρσας μια μέρα. «Οι δημοσιογράφοι σήμερα πρέπει να είναι του συστήματος για να επιτύχουν - να λένε άλλα, να σκέφτονται άλλα και να κάνουν άλλα. Είναι ελεεινοί», μου είπε. Και αναρωτιόμουν εγώ πότε αυτό το επάγγελμα, ένα από τα ωραιότερα και πιο σημαντικά, κατάντησε να θεωρείται υποδεέστερο, μη κερδοφόρο και «βρόμικο». Ένα γκράφιτι σε χώρα της Ευρώπης έγραφε πως μια δημοκρατία είναι μόνο τόσο καλή όσο και οι δημοσιογράφοι της.


Κι όμως, σήμερα όλοι σχεδόν συμφωνούν πως η δημοσιογραφία ανά τον κόσμο έχει καταχαρακωθεί. Και δεν είναι μόνο λόγο της ανόδου των κοινωνικών μέσων, των ιστολογίων και της ευρείας χρήσης του διαδικτύου, όπου όλοι νιώθουν πως έχουν την ευχέρεια να γράφουν (για) τα πάντα. Είναι και επειδή η ποιότητα της δημοσιογραφίας έχει μειωθεί σημαντικά. Όταν κείμενα που δημοσιεύονται είναι κακογραμμένα, με ελλιπή πληροφόρηση, ανορθόγραφα, και χωρίς καθόλου σύνταξη, πώς θα δώσει η δημοσιογραφία το καλό παράδειγμα στις μάζες;
Μια από τις βασικές αρχές της δημοσιογραφίας είναι πως θα προβάλλει την αλήθεια υπό την όποια της μορφή με τρόπο καθαρό και απλό στους πολίτες. Χωρίς να ισοπεδώνει αξίες, ούτε να παίρνει θέση υπέρ ή ενάντια ενός θέματος. Θα έπρεπε να είναι έτσι - η απλή, λιτή και απέριττη αλήθεια. Υπάρχουν τόσοι δημοσιογράφοι που θυσιάζουν την ίδιά τους τη ζωή για αυτήν ακριβώς την αρχή - του δικαιώματος του πολίτη στη σωστή ενημέρωση. Το 2013 σκοτώθηκαν τουλάχιστον 70 δημοσιογράφοι εν ώρα καθήκοντος, ενώ μόνο τους τρεις πρώτους μήνες του 2014 έχουν σκοτωθεί ήδη 15. Ένα επάγγελμα για το οποίο τα άτομα ρισκάρουν τη ζωή τους θα έπρεπε να αξίζει σεβασμό. Αλλά, όπως σε όλα, ο σεβασμός είναι κάτι που κερδίζεται.
Υπάρχει τόση πολλή κακή δημοσιογραφία σήμερα, που σε μεγάλο βαθμό αναιρεί την όση καλή ακόμη υπάρχει. Και όταν ο κόσμος πιο πολύ ενδιαφέρεται για τους «σελέμπριτις», για τους ηθοποιούς και τους τραγουδιστές, αναπόφευκτα η δημοσιογραφία περνάει σε κατώτερο επίπεδο και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι πια έχουν γίνει μέλος ενός επαγγέλματος που χαίρει χαμηλής εκτίμησης. Βέβαια, δεν βοηθάει και το γεγονός πως η δημοσιογραφία ανήκει πλέον στα επαγγέλματα όπου ο εργαζόμενος δουλεύει σκληρά, χωρίς ωράριο, χωρίς αργίες και υπερωρίες, και πληρώνεται ψίχουλα.


Και επιπρόσθετα, οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι συχνά περιφρονούνται. Για παράδειγμα, σε υψηλόβαθμες συναντήσεις όπως αυτές του Eurogroup και του ECOFIN, όπου μαζεύεται η ελίτ των κυβερνήσεων, οικονομικών οργανισμών και φορέων για συζητήσεις και διασκέψεις, οι δημοσιογράφοι είναι αυτοί που περνάνε δωδεκάωρα στο κέντρο Τύπου, προσπαθώντας να μεταδώσουν στον κόσμο με τρόπο απλό και κατανοητό τι ακριβώς συμβαίνει.


Συχνά όμως αντιμετωπίζουν ανεπαρκή χώρο, αδύναμη σύνδεση στο διαδίκτυο, ακόμη και έλλειψη φαγητού. Αντιμετωπίζονται σαν κατώτερη κάστα, όπως πολλοί εργαζόμενοι άλλωστε, ή τουλάχιστον όσοι δεν έχουν να επιδείξουν ένα φανταχτερό τίτλο για να απολαμβάνουν και την ανάλογη πολυτέλεια που τον συνοδεύει. Αν ο σκοπός της δημοσιογραφίας είναι να αποκαλύπτει για παράδειγμα σκάνδαλα διαφθοράς, τότε ιδανικά θα έπρεπε και η ίδια να είναι καθαρή από αυτά. Το κακό όνομα βγαίνει από το κακό παράδειγμα. Και είναι καιρός πια η δημοσιογραφία και οι εργαζόμενοί της να επανακτήσουν επάξια την αίγλη που έχουν χάσει προ καιρού.
ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΔΟΥΛΑΜΗ