Αναλύσεις

Όταν τα νούμερα «ευημερούσαν»…

Μπήκαμε σε προεκλογικό κλίμα και όλοι οι εμπλεκόμενοι πετούν ατάκες, νούμερα και αρλούμπες απευθυνόμενοι (νομίζουν) σε αδαείς. Καλό είναι να μπαίνουν κάποια πράγματα στη θέση τους.


Ας δούμε επί τροχάδην την πρόσφατη οικονομική μας ιστορία.


Το δημόσιο χρέος της Κύπρου το 1995 (επί Γλαύκου Κληρίδη) ήταν στο 47,8% του ΑΕΠ. Μέχρι το 2002 ήταν στο 59,7%. Το 2003, επί Τάσσου Παπαδόπουλου, το δημόσιο χρέος ήταν 63,1% του ΑΕΠ και στο τέλος της θητείας του ήταν 53,5%. Το 2008 επί Δημήτρη Χριστόφια το δημόσιο χρέος ήταν 44,7% του ΑΕΠ και στο τέλος της θητείας του ήταν 79,3%. Το 2013 επί Νίκου Αναστασιάδη και με την ένταξή μας στο Μνημόνιο με την Τρόικα, το δημόσιο χρέος πήδηξε στο 102,2%. Το 2016 ανέβηκε στο 107,8% του ΑΕΠ και προχθές έπεσε κάτω από το 100% του ΑΕΠ.
Συνεισφορά καταθετών


Το κούρεμα καταθέσεων δεν λαμβάνεται υπόψη στο δημόσιο χρέος επειδή δεν ήταν δημόσιος δανεισμός, αλλά συνεισφορά ιδιωτικών κεφαλαίων για εξυγίανση τραπεζών. Αυτό το σημείο είναι πολύ σημαντικό να το κατανοήσουμε, ανεξάρτητα με το τι μπορεί να λέει ο κάθε αδαής ή κουτοπόνηρος πολιτικός. Το ποσό του κουρέματος (δυστυχώς) δεν μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτικά δημόσιο δανεισμό, επειδή με δημόσιο χρέος της τάξης του 80%, το συνολικό έλλειμμα χρημάτων που είχαμε, ανέβαζε το δημόσιο χρέος σε μη βιώσιμα επίπεδα (βλέπε Ελλάδα με 180% δημόσιο χρέος). Γι’ αυτό η λύση δυστυχώς ήταν να πάρουμε σαν Κράτος όσα μπορούσαμε μέσω μνημονίου, για να έχουμε ένα διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος και τα υπόλοιπα έπρεπε να βρεθούν με τη συνεισφορά καταθετών, ιδιωτών δανειστών προς τις τράπεζες και μετόχων.


Άρα ποιος έφταιγε; Οι τράπεζες ή η μη συνετή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών κατά την περίοδο 2008-2013; Η απάντηση είναι απλή. Αν υπήρχε συνετή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και το δημόσιο χρέος αρχές του 2013 ήταν στο 55% του ΑΕΠ αντί στο 80%, τότε το Κράτος θα μπορούσε να δανειστεί περισσότερα επειδή θα υπήρχε περιθώριο βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και να κρατικοποιήσει τις προβληματικές τράπεζες για να αποφευχθεί η συμβολή των καταθετών, των κατόχων αξιογράφων και των μετόχων.
Θα καταντούσαμε Ζιμπάμπουε


Όσον αφορά στους λάτρεις και νοσταλγούς της λίρας, που εισηγούνταν τότε την έξοδο από το ευρώ σαν λύση στα προβλήματά μας, λυπούμαι να υποδείξω πως με την υποτίμηση που θα είχε το νόμισμά μας, το κούρεμα όλων μας θα ήταν κάθετο, συνεχές και απεριόριστο με τις καταθέσεις μας να αγοράζουν όλο και πιο ακριβό συνάλλαγμα και τα προϊόντα να ακριβαίνουν συνεχώς. Θα καταντούσαμε Ζιμπάμπουε.


Δεδομένου ότι η «συνεισφορά καταθετών» ήταν στο τραπέζι τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2012 και αυτό μας το έλεγαν δημόσια χείλη, αλλά εμείς είτε δεν καταλαβαίναμε ή παίζαμε πελλόν, κακίζω τον Νίκο Αναστασιάδη που προφανώς συνεπαρμένος από την εκλογική του νίκη εκείνο το βράδυ, πέταξε το γνωστό «δεσμεύομαι για μη κούρεμα καταθέσεων», δίνοντας το δικαίωμα έκτοτε στον κάθε αχάπαρο του καναπέ να τον χλευάζει.
Αππωμένοι θεοί


Είναι σημαντικό όμως να δούμε και πώς οι τράπεζες κατάντησαν πρόβλημα που δεν του δίναμε σημασία.


Το 2001, επί Γλαύκου Κληρίδη, το μέγεθος των τραπεζών ανερχόταν στο 400% του ΑΕΠ. Το 2003 το μέγεθός τους περιορίστηκε περίπου στο 370%. Το 2004 επί Τάσσου Παπαδόπουλου ο τραπεζικός τομέας ήταν περίπου στο 380% και μέχρι το 2008 εκτινάχθηκε σχεδόν στο 690% του ΑΕΠ.


Με άλλα λόγια, η διακυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου μάς παρέδωσε ένα χαμηλό δημόσιο χρέος (53,5% του ΑΕΠ), αλλά και έναν υπερμεγέθη τραπεζικό τομέα (690% του ΑΕΠ). Ήταν αυτό ένα υγιές φαινόμενο; Σαφέστατα όχι. Η περίοδος 2004 - 2007 ήταν η τετραετία της πλασματικής ευμάρειας. Ήταν η περίοδος που όλοι μας μάθαμε να ζούμε με δανεικά και αγύριστα, που νομίζαμε πως γίναμε οι J.R. του Ντάλας, ήταν η περίοδος που οι τραπεζίτες ήταν αππωμένοι θεοί που έκαναν ό,τι ήθελαν χωρίς έλεγχο γειώνοντας και το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο. Το δε Κράτος αυτήν την περίοδο έκανε ηλιοθεραπεία και εισέπραττε χωρίς ιδιαίτερο κόπο δισεκατομμύρια από τις δεκάδες χιλιάδες μεταβιβάσεις ακινήτων, τους συνεπακόλουθους φόρους κεφαλαιουχικών κερδών και τον ΦΠΑ. Άρα δεν ήταν και ιδιαίτερη επιστήμη ο περιορισμός του δημοσίου χρέους.


Από το 2008 μέχρι τις αρχές του 2013 ο τραπεζικός τομέας ακούμπησε σχεδόν στο 850% του ΑΕΠ, οπότε και κλάταρε με τα γνωστά αποτελέσματα. Επίσης η διακυβέρνηση Δημήτρη Χριστόφια -όντας φιλολαϊκή (σικ)- μας παρέδωσε μετά από δεκαετίες συνθηκών πλήρους απασχόλησης μιαν ανεργία της τάξης του 16% και ουρές ατόμων σε κοινωνικά παντοπωλεία. Φυσικά οι ξένοι μετανάστες ήταν ιδιαίτερα ευτυχείς με τα εκατομμύρια εμάς των φορολογουμένων που ελάμβαναν σε άστοχα επιδόματα. Η δε οικονομία είχε μπει σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, βγήκαμε σαν χώρα από τις διεθνείς αγορές δανεισμού, μας ενέταξαν σε κατηγορία σκουπιδιών στις επενδυτικές βαθμίδες και γίναμε ένα διεθνές σούργελο. Και όλα αυτά ήταν τα λιγότερο τραγικά...
Στο χαμηλότερο σημείο


Περνώντας όλοι μια περίοδο χασκιάσματος, αρχίσαμε από το 2015 και μετά να βλέπουμε λίγο φως. Βγήκαμε από το Μνημόνιο (κακώς αν με ρωτάτε), το οποίο μέχρι κάποιο σημείο μάς επέβαλε ριζικές μεταρρυθμίσεις, μπήκαν σε πλήρη τάξη τα δημοσιονομικά φθάνοντας στο σημείο σήμερα με πλεονάσματα να αποπληρώνουμε και δημόσιο χρέος πέραν των αναπτυξιακών δαπανών, όχι μόνο δεν αυξήθηκαν οι φορολογίες, αλλά μειώθηκαν, η ανεργία έπεσε κοντά στο 10% και είναι πτωτική, επανήλθαμε στις διεθνείς αγορές δανεισμού, αναβαθμίστηκε η οικονομία μας φθάνοντας μιαν ανάσα από την επενδυτική βαθμίδα και τρέχει με ρυθμούς ανάπτυξης πέραν του 3,5%. Τα επιτόκια ιδιωτικού δανεισμού είναι στο χαμηλότερο σημείο στην ιστορία τους. Οι τράπεζες πρέπει να λύσουν το τεράστιο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων. Ο τουρισμός πάει πρίμα, ο κατασκευαστικός τομέας ανέκαμψε και συνεισφέρει τα μέγιστα στην οικονομία και η αγορά ακινήτων άρχισε να κινείται.


Είναι τα πράγματα καλύτερα; Είναι. Θα μπορούσαν να είναι καλύτερα; Οπωσδήποτε. Γιατί δεν είναι; Επειδή κάποιοι έχουν τη δική τους ατζέντα, που δεν συμβαδίζει απόλυτα με τη δική μας για πρόοδο.
ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΑΝΔΡΕΟΥ
MRICS,
CEO APS Andreou Property Strategy - Chartered Surveyors