Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η δημιουργία της «κακής» τράπεζας

Από τη μια, η μείωση στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων και στα οικογενειακά εισοδήματα πιθανόν να οδηγήσει σε νέα αύξηση των ΜΕΔ και από την άλλη, με το σημερινό επενδυτικό περιβάλλον πωλήσεις πακέτων δανείων ίσως αναβληθούν ή τύχουν επαναδιαπραγμάτευσης με σκοπό τη μείωση της τιμής πώλησης

Η κατάσταση με την πανδημία του κορωνοϊού και οι ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις σχετικά με την εξυπηρέτηση των δανείων επανάφερε τη συζήτηση για τη δημιουργία «κακής τράπεζας» στην Ευρωζώνη, με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κακής, με την έννοια ότι θα μεταφερθούν σε αυτήν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, απαλλάσσοντας τους ισολογισμούς τους από αυτά.

Η συζήτηση αυτή πηγάζει από δύο ενδεχόμενες συνέπειες της τωρινής κατάστασης, με κύριο χαρακτηριστικό της την αδρανοποίηση επιχειρηματικών και παραγωγικών μονάδων. Από τη μια, η μείωση στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων και στα οικογενειακά εισοδήματα πιθανόν να οδηγήσει σε νέα αύξηση των ΜΕΔ και από την άλλη, με το σημερινό επενδυτικό περιβάλλον πωλήσεις πακέτων δανείων ίσως αναβληθούν ή τύχουν επαναδιαπραγμάτευσης με σκοπό τη μείωση της τιμής πώλησης.

Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου σχήματος και η αξία με την οποία θα μεταφερθούν σε αυτό τα δάνεια από το τραπεζικό ίδρυμα είναι δύο ζητήματα τα οποία πρέπει να εξεταστούν πριν προχωρήσει ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η δημιουργία εθνικών «κακών τραπεζών» με τη χρηματοδότηση του κράτους θα δημιουργήσει ένα σοβαρό επιπρόσθετο βάρος στα δημόσια οικονομικά, εφόσον θα γίνει με την έκδοση χρέους (το οποίο θα αποπληρωθεί μέσα από τις εισπράξεις των δανείων που θα έχουν μεταφερθεί στην κακή τράπεζα και από τα χρήματα των φορολογουμένων).

Εναλλακτική λύση χρηματοδότησης είναι η εξεύρεση ιδιωτικών κεφαλαίων, όμως γίνεται αντιληπτό ότι τέτοιοι οργανισμοί έχουν ως κύρια προτεραιότητά τους το κέρδος, οπότε θα πιέσουν τις αξίες μεταφοράς των δανείων στην κακή τράπεζα όσο πιο χαμηλά γίνεται. Οι μειωμένες τιμές μεταφοράς των δανείων, όμως, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν σημαντικές ζημιές στους λογαριασμούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων την ώρα της αποαναγνώρισής τους, με αποτέλεσμα να υπάρξει αρνητικός αντίκτυπος στους δείκτες κεφαλαίων τους.

Ενδεχομένως η παροχή κρατικών εγγυήσεων στην κακή τράπεζα να αύξανε την αξία του σχήματος αυτού και κατ’ επέκτασιν την τιμή πώλησης των μετοχών / μεριδίων του σε ιδιωματικά κεφάλαια, αλλά και πάλι θα πρέπει να αξιολογηθεί ο πιθανός μελλοντικός αντίκτυπος στα δημόσια οικονομικά και ιδιαίτερα στο δημόσιο χρέος.

Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να εφαρμοστεί μια πιο ευέλικτη μετοχική δομή του συγκεκριμένου σχήματος με τη συμμετοχή των τραπεζών. Να υπολογιστεί η αρχική αξία του (ανά μετοχή ή μερίδιο) και τα τραπεζικά ιδρύματα να μεταφέρουν δάνεια και σε αντάλλαγμα να λαμβάνουν μετοχές / μερίδια της κακής τράπεζας (οι κρατικές εγγυήσεις θα ενίσχυαν την αξία τέτοιων μεριδίων για σκοπούς υπολογισμού της κεφαλαιακής επάρκειας).

Στην Ιρλανδία η εταιρεία διαχείρισης, μέσω των δανείων που μεταφέρθηκαν, είχε ανακτήσει μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, επιχειρηματικά ακίνητα, κατοικίες και συμμετοχές σε εταιρείες. Κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία που ανακτήθηκαν πωλήθηκαν στην υφιστάμενη κατάστασή τους και άλλα συντηρήθηκαν, ολοκληρώθηκαν (αν ήταν υπό κατασκευή) και μετά πωλήθηκαν σε τρίτους. Νοείται πως οι ανακτήσεις αυτές γίνονταν στις περιπτώσεις που ο δανειολήπτης δεν μπορούσε να αποπληρώσει τη δόση του.

Κύρια συστατικά επιτυχίας μιας τέτοιας προσπάθειας είναι η σωστή δομή και διοίκηση και οι διαφανείς διαδικασίες. Πέραν των αναδιαρθρώσεων και της διαχείρισης των δανείων η κακή τράπεζα καλείται να διαθέτει εξειδικευμένο τμήμα διαχείρισης / ανάπτυξης / ολοκλήρωσης κατασκευής ακινήτων με σκοπό την πώλησή τους και τη δημιουργία δυνατότητας αποπληρωμής του κράτους ή των ιδιωτών επενδυτών, ανάλογα με το πώς έτυχε αρχικής χρηματοδότησης.

Υπάρχει η πιθανότητα κάποιος δανειολήπτης, μετά τη βελτίωση των εισοδημάτων του, να έχει τη δυνατότητα πλήρους αποπληρωμής του δανείου που κατέχει στην κακή τράπεζα και δανειοδότησής του εκ νέου από τραπεζικό ίδρυμα της χώρας. Αυτό είναι θεμιτό, προϋποθέτει συνεργασία τραπεζών και Φορέα και ενδεχομένως να ήταν μια καλή σκέψη στο να δίνεται κάποιας μορφής κίνητρο στους δανειολήπτες για να προχωρούν σε τέτοιες διευθετήσεις.

Η δημιουργία κακής τράπεζας σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί δύσκολο εγχείρημα, όχι τόσο τεχνικά αλλά πολιτικά. Το μεγαλύτερο ενδεχομένως ζήτημα σε μια τέτοια προσπάθεια είναι ο τρόπος χρηματοδότησής της. Η έκδοση ευρωομολόγων είναι μια πιθανή λύση, αλλά όλοι έχουμε δει κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Eurogroup (κατά την οποία υπήρξε συζήτηση για τα μέτρα που θα λαμβάνονταν προς αναχαίτιση των αρνητικών συνεπειών από την εξάπλωση του κορωνοϊού) την άρνηση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η δημιουργία μιας κακής τράπεζας με τον σωστό σχεδιασμό μπορεί να προσφέρει θετικά στο πρόβλημα των ΜΕΔ. Ωστόσο, αν δεν αξιολογηθούν σωστά τα ζητήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ενδεχομένως να υπάρξουν αρνητικές συνέπειες τόσο στα δημόσια οικονομικά, όσο και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Οι τιτλοποιήσεις είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν Ιταλία και Ελλάδα για αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ. Το σχέδιο «Ηρακλής» στην Ελλάδα αφορά τις τιτλοποιήσεις των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων (εφόσον αυτές θα μεταφέρονται σε ειδικά εταιρικά οχήματα), με το κράτος να παρέχει εγγυήσεις στους επενδυτές που θα αγοράζουν χρηματοοικονομικά προϊόντα που θα εκδίδονται από τα «οχήματα» αυτά. Φυσικά προκύπτουν ζητήματα για το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους, αν δηλαδή θα μπορέσει να αποπληρώσει οποιεσδήποτε ζημιές στους επενδυτές, αλλά και με ποιον τρόπο θα αυξηθεί το δημόσιο χρέος.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα χρηματοοικονομικά προϊόντα είναι εξασφαλισμένα με τα δάνεια τα οποία θα μεταφερθούν (μεταφέρονται σε χαμηλές αξίες), οπότε αν γίνει σωστά η διαχείρισή τους, δεν θα απαιτηθεί οποιαδήποτε πληρωμή από το ελληνικό κράτος.

Υπάρχουν δύο ουσιαστικά μορφές τιτλοποιήσεων, η παραδοσιακή και η σύνθετη. Στην πρώτη περίπτωση, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα προχωρεί στη μεταφορά / μεταβίβαση δανείων ή άλλων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων σε εταιρικό όχημα ειδικού σκοπού ή διαχειριστή πιστωτικών ανοιγμάτων. Μετά τη μεταβίβαση, η εταιρεία ειδικού σκοπού προχωρεί σε έκδοση τίτλων προς επενδυτές, με εξασφάλιση τα δάνεια, για την άντληση κεφαλαίων. Μέσα από τη συγκεκριμένη μορφή τιτλοποιήσεων, οι τραπεζικές διευκολύνσεις αποαναγνωρίζονται από τους ισολογισμούς του τραπεζικού ιδρύματος κατά τη μεταφορά τους.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο πιστωτικός κίνδυνος μεταβιβάζεται στην εταιρεία ειδικού σκοπού ή σε διαχειριστή μέσω παραγώγων (derivatives) ή εγγυήσεων, χωρίς να αλλάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Με απλά λόγια, το τραπεζικό ίδρυμα συνάπτει συμφωνίες, σύμφωνα με τις οποίες αποφασίζεται η αξία του δανείου και μετέπειτα τυχόν ζημιές (π.χ. καταγραφή επισφαλειών) τις επωμίζεται διαχειριστής, ο οποίος επωφελείται την ίδια στιγμή και από οποιαδήποτε κέρδη (π.χ. οι ταμειακές ροές από την αποπληρωμή του δανείου είναι μεγαλύτερες από την αξία που έχει καθοριστεί).

Γίνεται αντιληπτό ότι στη δεύτερη περίπτωση η διαδικασία είναι πιο πολύπλοκη και συμπεριλαμβάνει την υπογραφή εξειδικευμένων συμβάσεων. Σημειώνεται ότι η αποαναγνώριση των πιστωτικών διευκολύνσεων από τον ισολογισμό της τράπεζας, και με βάσει τα λογιστικά πρότυπα, θα γίνει μόνο αν οι όροι των εξειδικευμένων αυτών συμβάσεων είναι ξεκάθαροι και οποιοιδήποτε κίνδυνοι και οφέλη που αφορούν τη χρηματοπιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζονται «έμμεσα» στην εταιρεία ειδικού σκοπού ή στον διαχειριστή.

Υποστηρίξτε τη