Αναλύσεις

Τα Χριστούγεννα των εγκλωβισμένων: Διαιωνίζοντας τον Τρόπο μας

Η παρουσία των εγκλωβισμένων στην κατεχόμενη κυπριακή γη δεν είναι απλώς διατήρηση μιας κοινωνίας στις ρίζες της. Είναι συντήρηση της μνήμης, των προσλήψεων και, τελικά, του τόπου στις ιδιαίτερες διαστάσεις του, πριν από τη βίαιη αλλοίωση

Είναι δεδομένο ότι μετά το 1974 ο τόπος μας άλλαξε. Στις ελεύθερες περιοχές λόγω της περαιτέρω αστικοποίησης, των νέων συνηθειών, της ευρύτερης αλλαγής του περιβάλλοντος χώρου βάσει της δυτικής μετακένωσης στην κυπριακή πραγματικότητα. Στα κατεχόμενα εδάφη η αλλαγή έγκειται στη βιωματική σχέση του ανθρώπου με τον τόπο. Μπορεί το περιβάλλον να μην υπέστη τη ραγδαία αλλαγή των ελεύθερων περιοχών, ωστόσο άλλαξαν οι άνθρωποί του. Και αφού «ο τόπος εν ο άνθρωπος», η δημογραφική αλλοίωση επέφερε (μέσω της αμφίδρομης σχέσης ανθρώπου - χώρου) την αλλαγή του τοπίου. Τα δέντρα διυλίζονται αισθητικά πλέον ως «αάτς». Τα βουνά ως «νταά». Και η γη μας ως «βατάν».

Είναι (και) γι’ αυτόν τον λόγο που η επιμονή των εγκλωβισμένων μετουσιώνεται σε εθνική υπηρεσία. Η παρουσία τους στην κατεχόμενη κυπριακή γη δεν είναι απλώς διατήρηση μιας κοινωνίας στις ρίζες της. Είναι συντήρηση της μνήμης, των προσλήψεων και, τελικά, του τόπου στις ιδιαίτερες διαστάσεις του, πριν από τη βίαιη αλλοίωση. Οι 270 περίπου εγκλωβισμένοι που παρέμειναν στο Ριζοκάρπασο ετοιμάζονται και φέτος να τηρήσουν τα έθιμα των εορτών, διαιωνίζοντας έτσι έναν Τρόπο· τον Τρόπο των παππούδων μας, που διατηρείται κατ’ ουσίαν μέσα στον χρόνο.

Πριν από το 1974, τα Χριστούγεννα στο Ριζοκάρπασο ξεκινούσαν με τη γενική καθαριότητα των σπιτιών. Την παραμονή οι γυναίκες ζύμωναν και φούρνιζαν τις «γεννόπιττες», ετοιμάζοντας παράλληλα τη γέμιση για τη γαλοπούλα: (ρύζι ή πουργούρι, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, κανέλα, συκώτια γαλοπούλας. Τα παιδιά και οι άντρες γύριζαν τα σπίτια του χωριού και έψελναν τα κάλαντα (το «τραούδιν των Γεννών»). Το πρωί των Χριστουγέννων, μετά τον εκκλησιασμό ακολουθούσαν συναθροίσεις στις διάφορες οικίες, ενώ το απόγευμα πραγματοποιούνταν επισκέψεις στους εορτάζοντες. Λουκάνικα, ζαλατίνα, και «τιτσιρίες» ετοιμάζονταν από τον χοίρο που έσφαζαν την επομένη της εορτής, ενώ στα παιδιά προσφερόταν η ουροδόχος κύστη του ζώου ως υποκατάστατο της μπάλας [Πληροφορίες από τα έργα του Χρίστου Ν. Ταουσιάνη, «Λαογραφικά Ριζοκαρπάσου» (1970) και «Λαογραφικά σύμμεικτα Ριζοκαρπάσου» (2015)].

Μετά το 1974 έγινε προσπάθεια να μην αφεθούν τα έθιμα στη λήθη του χρόνου. Το κράτος προμήθευε στους εγκλωβισμένους χριστουγεννιάτικα εδέσματα, αλλά και τα χρειαζούμενα για να ετοιμάσουν οι ίδιοι τα παραδοσιακά εορταστικά είδη. Οι μαθητές μεταφέρονταν με λεωφορείο για να ψάλουν τα κάλαντα στους συγχωριανούς τους, ενώ μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων κατέστησαν ευκολότερες οι επισκέψεις των οικείων τους. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Παντελή, Κοινοτάρχη Ανάβρυσης Ριζοκαρπάσου, η τήρηση των εθίμων ήταν συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους των εγκλωβισμένων, σε μια προσπάθεια διατήρησης της παράδοσης στις πατρογονικές τους εστίες. Μπορεί η πανδημία του κορωνοϊού να κατέστησε απαγορευτικές ορισμένες από τις παραδοσιακές εκδηλώσεις, ωστόσο η Θεία Λειτουργία θα τελεστεί και φέτος. Το πρωί των Χριστουγέννων, στον ιερό ναό της Αγίας Τριάδας (καθώς στον Άγιο Συνέσιο τελούνται εργασίες συντήρησης), οι Ριζοκαρπασίτες θα μεταλάβουν ξανά την ελπίδα διά χειρός του πατρός Ζαχαρία και ακολούθως θα συναντηθούν με τα συγγενικά τους πρόσωπα.

Προφανώς οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις δεν βιώνονται με τον ίδιο τρόπο, όπως πριν από το 1974. Τίποτε δεν μπορεί να είναι ίδιο σε συνθήκες ανελευθερίας. Ο Δημήτρης Κοτσιεκκάς («Από πού είσαι», 2019), αποτυπώνει την πραγματικότητα αυτή γλαφυρά: «Εκεί, οι γιορτές δεν διαλαλούνται στους δρόμους και τα φωτοστόλιστα δέντρα δεν κοσμούν την πλατεία. Εκεί, στην τελευταία άκρη του νησιού, τα Χριστούγεννα λάμπουν αλλιώτικα κάθε μέρα που περνά προσμένοντας πάντα την Ανάσταση».

Στο ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας παραθέτει μαρτυρία της ερευνήτριας Νάσας Παταπίου για τον τρόπο με τον οποίο οι ντόπιοι βίωναν την εορταστική ατμόσφαιρα: «[Στο Ριζοκάρπασο] η φωτιά στο τζάκι είχε πραγματική θαλπωρή όχι μόνο για τη ζεστασιά που προσέφερε, όχι μόνο γιατί μοσχομύριζε ξύλο ελιάς ή αορατιάς, αλλά και γιατί κοντά στην εστία απολαμβάναμε τα μαγευτικά παραμύθια της μητέρας μας ή τις ιστορίες των καλικαντζάρων και των εξαποδώ, που μας ταξίδευαν σε άλλους κόσμους μαγευτικούς…». Μπορεί σήμερα οι τσιμινιές της Καρπασίας να μην περιβάλλονται από παιδιά και στη ζέστη τους να μη σμίγουν οι ιστορίες των μανάδων. Αλλά σε κάποια άλλα τζάκια, άλλα παιδιά θέλγονται από τις ιστορίες άλλων «κόσμων μαγευτικών»: Της Καρπασίας, της Αμμοχώστου, της Κερύνειας, της Μόρφου…