Αναλύσεις

ΗΠΑ – Κίνα: Όψεις και ιαχές του νέου Ψυχρού Πολέμου

Γεωπολιτικοί τακτικισμοί, και από την άλλη μια οικονομική – εμπορική αλληλεξάρτηση τρισεκατομμυρίων δολαρίων, συνθέτουν το σκηνικό του ιδιάζοντος Ψυχρού Πολέμου που εξελίσσεται ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα

Ήπια στρατιωτικά ξεσπάσματα, εμπορικές κυρώσεις, οικονομικές «τρικλοποδιές», γεωπολιτικοί τακτικισμοί, και από την άλλη μια οικονομική – εμπορική αλληλεξάρτηση τρισεκατομμυρίων δολαρίων, συνθέτουν το σκηνικό του ιδιάζοντος ψυχρού πολέμου που εξελίσσεται ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα.

Τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ νιώθουν την ανάσα της Κίνας να τους «θολώνει» τις προοπτικές και να καθιστά βέβαιη την υποχώρησή τους από τη θέση της πρώτης παγκοσμίως οικονομίας. Ήδη εκθέσεις όπως αυτή του CEBR αναφέρουν ότι η «επέλαση» της Κίνας στην πρωτοπορία της παγκόσμιας οικονομίας επιταχύνθηκε λόγω πανδημίας και μέχρι τουλάχιστον το 2028, πέντε χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν, θα αντικαταστήσει τις ΗΠΑ.

Είναι η πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ειδικά μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, που η μονοκρατορία των ΗΠΑ αμφισβητείται και ουσιαστικά παύει να ισχύει. Είναι επίσης η πρώτη φορά που το κέντρο βάρους της παγκόσμιας παραγωγής και οικονομίας μεταφέρεται από τη Δύση στην Ανατολή. Η αντικατάσταση αυτή, όπως οι νόμοι της ιστορίας ορίζουν, δεν γίνεται αναίμακτα. Οι δύο «γίγαντες» έχουν μπει σε τροχιά ψυχροπολεμικής σύγκρουσης εδώ και καιρό. Και πλέον αυτή η σύγκρουση δεν είναι ψυχανέμισμα των αναλυτών, αλλά είναι η πραγματικότητα και μάλιστα δεδηλωμένη από Αμερικανούς και από Κινέζους αξιωματούχους.

Το «ορόσημο» και οι πρώτες ιαχές του νέου Ψυχρού Πολέμου

Ορόσημο στην ψυχροπολεμική σύγκρουση του 20ού αιώνα, μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, θεωρείται η ομιλία του Τσώρτσιλ το 1946 στο Fulton του Μισούρι. Εκεί ο πρωθυπουργός της Βρετανίας περιέγραψε γλαφυρά τον διαχωρισμό του πλανήτη σε δύο στρατόπεδα, με το «σιδηρούν παραπέτασμα» που κατέβηκε «από το Stettin στη Βαλτική, έως την Τεργέστη στην Αδριατική».

Όπως υπογραμμίζει ο επικεφαλής των αναλυτών για διεθνή ζητήματα των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν, αν θέλει κανείς να δει την ομιλία που σηματοδοτεί την έναρξη του νέου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ Αμερικής και Κίνας, μπορεί να ανατρέξει στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Τραμπ, τον Μάικ Πενς και στην ομιλία του στο Ινστιτούτο Hudson της Ουάσιγκτον τον Οκτώβριο του 2018. «Η Κίνα δεν θέλει τίποτα λιγότερο από το να ωθήσει τις ΗΠΑ από τον δυτικό Ειρηνικό. Αλλά θα αποτύχει. Δεν θα εκφοβιστούμε και δεν θα σταματήσουμε. Μια χώρα που καταπιέζει τον λαό της σπάνια σταματά εκεί», ανέφερε ο τέως Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.

Η ομιλία αυτή του Πενς, ωστόσο, αν και δίνει τον τόνο των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, δεν αποκαλύπτει επακριβώς το φάσμα και τον χαρακτήρα της σύγκρουσης. Γιατί μπορεί οι ανακατατάξεις και επιβολές ισχύος σε γεωπολιτικό επίπεδο να αποτελούν σημείο σύγκρουσης, αλλά δεν είναι το μόνο, δεν είναι αυθύπαρκτο και ως εκ τούτου δεν είναι ανεξάρτητο ζήτημα.

Το φάσμα της σύγκρουσης και οι κινέζικες ψυχροπολεμικές ιαχές

Πιο αποκαλυπτικός σε σχέση με το εύρος της αντιπαράθεσης ήταν ο Προέδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, στη φετινή ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, που φέτος διεξάγεται διαδικτυακά λόγω της πανδημίας. Εξάλλου, από το Φόρουμ του Νταβός πριν από τέσσερα χρόνια, ο Κινέζος Πρόεδρος προώθησε και πάλι τις εξωστρεφείς βλέψεις της χώρας του και τις επιδιώξεις για αναβαθμισμένο σε όλα τα επίπεδα, παγκόσμιο ρόλο.

Η προσφιλής τακτική του Σι Τζινμπίνγκ, είναι να τονίζει πως οι ΗΠΑ πρέπει να αποδεχτούν τις νέες πραγματικότητες και τους συσχετισμούς που συνιστούν απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, χωρίς όμως να λέει ξεκάθαρα ότι η Κίνα θα γίνει απόλυτος «Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη». Η επίκληση στην «πολυμέρεια» ως το μοντέλο που θα αντικαταστήσει τη μονοκρατορία των ΗΠΑ είναι συνεχής από το Πεκίνο, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο.

Ωστόσο, ακόμη και στο μοντέλο της πολυμέρειας και τις πολυπολικότητας, θα υπάρχει σαφώς μια παγκόσμια ιεραρχία. Αυτό λοιπόν που λέει με τον μειλίχιο τρόπο του ο κύριος Σι Τζινμπίνγκ είναι ότι, σύμφωνα με τους δείκτες της οικονομίας, της δημογραφίας, της στρατιωτικής ισχύς και της παραγωγικής ανάπτυξης, η Κίνα, σε αυτή την ιεραρχία, θα κατέχει την πρώτη θέση.

Στη φετινή του εισήγηση στο Φόρουμ του Νταβός, ο Κινέζος Πρόεδρος ήταν «ένα κλικ» πιο αποκαλυπτικός, λοιπόν. Ανέφερε χαρακτηριστικά, απευθυνόμενος προφανώς στη Δύση, και ειδικότερα στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους: «Η δημιουργία φατριών ή η κήρυξη ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, η απόρριψη, η απειλή ή ο εκφοβισμός των άλλων, η αναστάτωση των αλυσίδων προμηθειών ή οι κυρώσεις για να προκληθεί απομόνωση, το μόνο που θα επιτύχουν θα είναι να σπρώξουν τον κόσμο στη διαίρεση και ακόμη και στη σύγκρουση. Και η σύγκρουση θα μας οδηγήσει σε αδιέξοδο», προειδοποίησε ο Σι Τζινπίνγκ.

Οι αναφορές αυτές του Κινέζου Προέδρου έρχονται να επιβεβαιώσουν τις εντάσεις που υπάρχουν και εκδηλώνονται «ψυχροπολεμικά» σε επίπεδο γεωπολιτικό – στρατιωτικό και εμπορικό - οικονομικό. Είναι εξάλλου γνωστό ότι οι ΗΠΑ, σε μια προσπάθειά τους να περιορίσουν τον περιφερειακό (προς το παρόν τουλάχιστον) έλεγχο της Κίνας, έχουν έμμεσα ή άμεσα συνάψει ή αναβαθμίσει τις στρατιωτικές σχέσεις τους με χώρες της περιοχής όπως η Ινδία, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, δεν τα πολυκαταφέρνουν.

Η παρακαταθήκη της διακυβέρνησης Τραμπ

Η ιστορία θα καταγράψει πως η διακυβέρνηση Τραμπ σε ό,τι αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας κατέστησε σαφές ότι οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις συνδέονται άρρηκτα με το εμπορικό – οικονομικό μέτωπο των δύο χωρών. Η κυβέρνηση Τραμπ, ενώ έβλεπε πως χάνει, δεν μπορεί να διατηρεί τον απόλυτο γεωπολιτικό έλεγχο στον δυτικό Ειρηνικό και συγκεκριμένα στην Ταϊβάν και τη Νότια Σινική θάλασσα, επιδόθηκε σε μια σειρά κυρώσεων επί κινεζικών εταιρειών, που επισήμως αφορούσαν «θέματα εθνικής ασφαλείας» αλλά σίγουρα αντανακλούσαν και τις οικονομικές ανησυχίες των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί προσπαθούσαν και προσπαθούν να περιορίσουν με διάφορους τρόπους κινέζικους τεχνολογικούς κολοσσούς και να τους κρατήσουν μακριά από κρίσιμες υποδομές όπως τα 5G και κομβικές αλυσίδες εφοδιασμού τεχνολογικών προϊόντων. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τακτικής είναι οι κυρώσεις – αποκλεισμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ στην κινεζική εταιρεία Huawei.

Ωστόσο, αυτό το γεγονός έχει ως αποτέλεσμα οι κινεζικές εταιρείες να αναπτύσσουν παραγωγικές δράσεις σε τομείς που θα τους εξασφαλίσουν την αυτάρκειά τους και σίγουρα την «απεξάρτησή» τους από αμερικανικού ελέγχου τεχνολογικές εταιρείες.

Εν τω μεταξύ, την ίδια στιγμή η Κίνα, εκμεταλλευόμενη την αποδιοργάνωση των ΗΠΑ λόγω της πανδημίας αλλά και της αποσταθεροποιητικής κυβερνητικής μετάβασης, συνυπέγραψε με άλλες 14 χώρες της περιοχής, τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία του κόσμου, γνωστή ως RCEP. H συμφωνία μεταξύ των 15 χωρών δημιουργεί μια ενιαία αγορά 2,2 δισεκατομμυρίων καταναλωτών και με το συνολικό ΑΕΠ να ανέρχεται στα 26,2 τρισ. δολάρια. Μεταξύ άλλων και πέραν της Κίνας συμμετέχουν οι Νότια Κορέα, Αυστραλία, Ιαπωνία, Νέα Ζηλανδία, Ινδονησία, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες, Βιετνάμ, Καμπότζη, Λάος, Μπρουνέι και Μυανμάρ.

Υπενθυμίζεται, μάλιστα, ότι ο απερχόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ, απέσυρε τη χώρα του από τις συνομιλίες για εμπορική συμφωνία Ασίας-Ειρηνικού, γνωστή και ως Διατλαντική Συνεργασία Ειρηνικού (ΤΡΡ), τρεις μόλις ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2017, διευκολύνοντας τις διαδικασίες για την υπογραφή της RCEP.

Εμπορική σύγκρουση και αλληλεξάρτηση

Παρά τις πολυμέτωπες αντιπαλότητες, φαίνεται πως οι δύο «γίγαντες» διατηρούν παράλληλα και σχέσεις αλληλεξάρτησης.

Το 2020, οι εισαγωγές των ΗΠΑ από την Κίνα έφτασαν τα 393,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα έφτασαν τα 110 δισεκατομμύρια δολάρια. Υπογραμμίζεται ότι οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια καταβάλλουν μάλιστα προσπάθεια προκειμένου να μειώσουν το εμπορικό τους έλλειμμα έναντι της Κίνας. Είναι ενδεικτικό ότι το 2018, όπως αναφέρουν επίσημα στοιχεία που υπάρχουν στην κρατική σελίδα των ΗΠΑ census.gov/foreign-trade, οι κινεζικές εξαγωγές στην Αμερική ανήλθαν στα 539,2 δισεκατομμύριά δολάρια, ενώ οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα «μόλις» τα 102,3 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι κινεζικές άμεσες ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ το 2020 έφτασαν τα 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ αντιστοίχως αυτές των ΗΠΑ στην Κίνα τα 4,1 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για χαμηλούς αριθμούς αν αναλογιστεί κανείς πως το 2016 τα αντίστοιχα ποσά έφτασαν τα 46,45 δισεκατομμύρια για τις κινεζικές άμεσες επενδύσεις στις ΗΠΑ. Την ίδια χρονιά, οι αμερικανικές άμεσες επενδύσεις στην Κίνα ανήλθαν στα 12,92 δισεκατομμύρια δολάρια.

Σύμφωνα επίσης με το us-china-investment.org, το οποίο επικαλούνται και τα «Νέα» των Αθηνών, οι επενδύσεις venture capital είχαν ως κορυφαία χρονιά της δεκαετίας το 2018, όταν είχαμε 19,44 δισεκατομμύρια δολάρια τοποθετήσεων αμερικανικών venture capital στην Κίνα και αντίστοιχα 4,46 δισεκατομμύρια δολάρια κινεζικών στις ΗΠΑ.