«Bloody Sunday»: Μισός αιώνας μετά τη ματωμένη Κυριακή των Ιρλανδών
Τα θύματα της βρετανικής καταστολής, οι πρώτες αντιδράσεις, η επίσημη απολογία έπειτα από τέσσερεις δεκαετίες και οι κυπριακοί παραλληλισμοί
Το ιστορικό
Έπειτα από πολλές εξεγέρσεις διά μέσου των αιώνων (που από τον 18ον αιώνα προσέλαβαν και εθνικό χαρακτήρα) και κατόπιν του αγγλο-ιρλανδικού πολέμου της περιόδου 1919-1921, σχηματίστηκε το ιρλανδικό κράτος. Ωστόσο, βάσει της υπογραφείσας συμφωνίας, από το κράτος εξαιρέθηκαν 6 από τις 32 ιρλανδικές κομητείες στη Βόρεια Ιρλανδία, που παρέμειναν υπό τη διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η συγκεκριμένη εξέλιξη προκάλεσε διχογνωμία μεταξύ των Ιρλανδών εθνικιστών και ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος. Το πρόβλημα παραμένει μέχρι τις μέρες μας υπαρκτό, με πολλούς Ιρλανδούς να θεωρούν την ανεξαρτησία ημιτελή χωρίς τις 6 κομητείες του Βορρά.
Ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός [IRA], με τις διάφορες μορφές που έλαβε μετά τη δεκαετία του 1920, οργανώθηκε πολλές φορές ενόπλως μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, διεκδικώντας τον τερματισμό της βρετανικής Διοίκησης στη Β. Ιρλανδία. Πέραν του ένοπλου κινήματος, όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 εγκαινιάστηκε πολιτική εκστρατεία. Συνεπεία διαφόρων πολιτικο-κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, οι Καθολικοί της Β. Ιρλανδίας παρουσιάστηκαν πιο απαιτητικοί ως προς τη διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων (που βάσει του θεσμικού πλαισίου εν πολλοίς στερούνταν). Σε αυτό το πλαίσιο, το 1967 ιδρύθηκε η οργάνωση Northern Ireland Civil Rights Association [NICRA] με στόχο τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις και την κατάργηση των θεσμικών διακρίσεων κατά των Καθολικών. Αντιδρώντας στις κινητοποιήσεις των ρεπουμπλικανών - Καθολικών Ιρλανδών (που ζητούσαν ανεξαρτησία ολόκληρης της Ιρλανδίας από το Ηνωμένο Βασίλειο), οι Ενωτικοί - Προτεστάντες (υποστηρικτές της διατήρησης της Ένωσης Β. Ιρλανδίας–Βρετανίας) αναδιοργανώθηκαν και πραγματοποιούσαν τις δικές τους εκδηλώσεις.
Η αντίδραση Βρετανών και Ενωτικών της Β. Ιρλανδίας προκάλεσε τη συσπείρωση των Καθολικών της περιοχής στη βάση ενός συστήματος ετεροπροσδιορισμού. Οι τελευταίοι, σταδιακά επεδείκνυαν μεγαλύτερη υποστήριξη στο κίνημα της NICRA και προσανατολίζονταν σε πιο μαχητική μορφή αγώνα. Τον Οκτώβριο του 1968, η επίθεση αστυνομικών δυνάμεων στην περιοχή του Ντέρυ [Derry/Londonderry] κατά διαδηλωτών υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων επέφερε κλιμάκωση και προσέδωσε στο κίνημα μεγαλύτερη δυναμική. Την πρωτοχρονιά του επόμενου έτους οργανώθηκε μεγάλη πορεία από το Μπέλφαστ στο Ντέρυ, ενώ την ίδια χρονιά, με πρόσχημα την καταστολή των εντεινόμενων ταραχών, βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις επέδραμαν στις συγκεκριμένες δύο περιοχές της Β. Ιρλανδίας. Περαιτέρω, η φυλάκιση εκατοντάδων οπαδών του ρεπουμπλικανικού κινήματος τον Αύγουστο του 1971 επιδείνωσε την κατάσταση. Μέσα σε αυτήν την τεταμένη ατμόσφαιρα, το ρεπουμπλικανικό κίνημα στην περιοχή της Β. Ιρλανδίας ενισχύθηκε, λαμβάνοντας εκ νέου χαρακτήρα ενόπλων συγκρούσεων. Για να γίνει πιο κατανοητή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της περιόδου σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τη μελέτη του Mark Ryan («War & peace in Ireland», 1994), εντός του 1972 στη Β. Ιρλανδία σκοτώθηκαν 467 άτομα.
Σε μιαν από τις κινητοποιήσεις αυτές της NICRA, λοιπόν, με συμμετοχή περίπου 10.000 διαδηλωτών και υπό την ατμόσφαιρα που περιγράφηκε πιο πάνω, στις 30 Ιανουαρίου 1972 στρατιωτικές δυνάμεις άνοιξαν απρόκλητα πυρ κατά του άοπλου συγκεντρωμένου πλήθους στο Ντέρυ, επιφέροντας τον θάνατο 14 ατόμων (οι 13 σκοτώθηκαν την ίδια μέρα, ενώ ένα θύμα εξέπνευσε λίγους μήνες αργότερα εξαιτίας των τραυμάτων του). Είχαν προηγηθεί πετροπόλεμος και περιορισμένες συγκρούσεις των διαδηλωτών με τις Δυνάμεις Ασφαλείας. Η μέρα έμεινε γνωστή ως μια ακόμα «Ματωμένη Κυριακή» για τους Ιρλανδούς (καθώς είχαν προηγηθεί και άλλες παρόμοιες θλιβερές Κυριακές).
Το 1998 συστάθηκε ερευνητική επιτροπή για διερεύνηση των γεγονότων, κατόπιν πρωτοβουλίας του Βρετανού Πρωθυπουργού Tony Blair. Διεξήχθη τότε δωδεκάχρονη έρευνα, που κόστισε περίπου 191 εκατομμύρια λίρες, ενώ το πόρισμα εκδόθηκε σε δέκα τόμους (5.000 σελίδες). Βάσει των ευρημάτων κανένας από τους νεκρούς δεν έφερε όπλο, ούτε είχαν προειδοποιηθεί πριν από την έναρξη των πυροβολισμών. Το πόρισμα οδήγησε τον Πρωθυπουργό David Cameron να προβεί σε επίσημη απολογία τον Ιούνιο του 2010 εκ μέρους της Κυβέρνησης και της χώρας. Η απολογία αφορούσε στην «αδικαιολόγητη και αναίτια» δολοφονία των 14 διαδηλωτών, καθώς «η Κυβέρνηση είναι εν τέλει υπεύθυνη για τη συμπεριφορά των ενόπλων δυνάμεων» (βλ. τις σχετικές πληροφορίες στην «Guardian»: «Bloody Sunday report: David Cameron apologises for 'unjustifiable' shootings», 15 Ιουνίου 2010).
Αντιδράσεις
Η «Ματωμένη Κυριακή» προκάλεσε τη μαζικοποίηση του κινήματος υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων. Ο Mark Ryan εξηγεί ότι, ενώ στις πρώτες διαδηλώσεις της NICRA συμμετείχαν μερικές εκατοντάδες, τα αιματηρά γεγονότα του Ντέρυ έβγαλαν στους δρόμους 30.000 άτομα (και μάλιστα υπό καθεστώς στρατιωτικής επιτήρησης εκ μέρους των Βρετανών). Τα επεισόδια, όμως, είχαν μιαν ακόμα συνέπεια: Νομιμοποίησαν την ένοπλη δράση του Provisional IRA, που το 1969 αποσχίστηκε από τον IRA (γνωστό κατόπιν ως Official IRA) και παρουσιαζόταν πλέον ως η μόνη δύναμη που μπορούσε να προστατέψει τους Καθολικούς της Β. Ιρλανδίας από την αυθαιρεσία και τη βία Βρετανών και Ενωτικών.
Πέραν των συνεπειών που έγιναν κατανοητές σε βάθος χρόνου, οι άμεσες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν ήταν έντονες. Σημειώνεται, για παράδειγμα, ότι τρεις ημέρες μετά τα γεγονότα, στις 2 Φεβρουαρίου, η βρετανική Πρεσβεία στο Δουβλίνο πυρπολήθηκε από διαδηλωτές. Παράλληλα, στη Β. Ιρλανδία οργανώθηκαν στάσεις εργασίας, αλλά και μια μεγάλη πορεία Καθολικών στην πόλη Νιούρυ [Newry] (6 Φεβρουαρίου), παρά την απαγόρευση που επιβλήθηκε από την Κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, στην πορεία του Νιούρυ, που έγινε στη μνήμη των θυμάτων της «Ματωμένης Κυριακής», συμμετείχαν πέραν των 20.000 διαδηλωτών, ενώ Βρετανοί στρατιώτες και αστυνομικοί υπάλληλοι επόπτευαν τη διαδικασία με τη βοήθεια τεθωρακισμένων και ελικοπτέρων. Την ίδια περίοδο ο Provisional IRA άρχισε εκστρατεία αντιποίνων. Τις αμέσως επόμενες μέρες καταγράφηκε ο φόνος ενός Βρετανού στρατιώτη στο Μπέλφαστ, ενώ εκρήξεις βομβών σημειώθηκαν στην ίδια περιοχή, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν αστυνομικοί υπάλληλοι αλλά και πολίτες. Στα τέλη Φεβρουαρίου ο Official IRA ανέλαβε την ευθύνη για έκρηξη στους στρατώνες Aldershot του Λονδίνου (αρχηγείο Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών), από την οποία σκοτώθηκαν επτά άτομα. Από πλευράς ιρλανδικής κυβέρνησης εκφράστηκε αίτημα για απόσυρση των βρετανικών στρατευμάτων από τις περιοχές των Καθολικών της Β. Ιρλανδίας.
Ως σημαντική (σε συμβολικό επίπεδο) αντίδραση καταγράφεται η επίθεση της Ιρλανδής βουλευτή Bernadette Devlin έναντι του Βρετανού Υπουργού Εσωτερικών Reginald Maudling. Στην κοινοβουλευτική συζήτηση, που ακολούθησε τα γεγονότα, η βουλευτής (που υπήρξε μάρτυρας όσων διεπράχθησαν στο Ντέρυ), είχε εξοργιστεί με την προσπάθεια της βρετανικής Κυβέρνησης να μετατοπίσει τις ευθύνες στους διαδηλωτές. Υπερασπιζόμενη την αλήθεια, χαστούκισε τον Υπουργό Εσωτερικών εντός του Κοινοβουλίου. Το εν λόγω περιστατικό αποτυπώθηκε σε πολλές κυπριακές εφημερίδες βάσει αναμετάδοσης πληροφοριών ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων. Στη «Χαραυγή» της 9ης Φεβρουαρίου 1972, μάλιστα, στη σελίδα «Η γωνιά της γυναίκας», η πράξη της Bernadette Devlin επιδοκιμαζόταν θερμά. Υπό τον τίτλο «Μπράβο Μπερναντέτ», επιμελήτρια της σελίδας έγραφε: «Η θαρραλέα νεαρή Ιρλανδέζα Μπερναντέτ Ντέβλιν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν η πιο μαχητική βουλευτίνα του κόσμου. Μέσα στη Βρεττανική Βουλή είχε το θάρρος να σηκωθεί να χαστουκίσει τον Άγγλο Υπουργό Εσωτερικών όταν αυτός προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη δολοφονία των 13 Ιρλανδών πατριωτών από τους Βρεττανούς στρατιώτες. Η Μπερναττέτ, μια νεαρή κοπέλλα, έχει εκατομμύρια θαυμαστές, κυρίως νέους, σ’ όλον τον κόσμο, ακριβώς για την θαρραλέα στάση της και τον αγώνα της για τα δικαιώματα της πατρίδας της, της Ιρλανδίας». Επιπροσθέτως, στα μέσα Φεβρουαρίου 1972, στον κυπριακό Τύπο αναδημοσιεύθηκε άρθρο της εν λόγω Ιρλανδής πολιτικού με τίτλο «Η μόνη λύσις για την Ιρλανδία: Να φύγη ο αγγλικός στρατός». Στην πρόταξη του άρθρου τοποθετείτο έναντι του επιχειρήματος περί αποδιοργάνωσης σε περίπτωση αποχώρησης των βρετανικών στρατευμάτων από την περιοχή: «Θα μας ερωτήσουν: Τι θα γίνη εάν φύγη [ο βρετανικός στρατός]; Το ερώτημα όμως απέβη αηδιαστικόν μετά την σφαγήν του Λοντοντέρρυ, εις τας 30 Ιανουαρίου. Διότι το θέμα δεν είναι ποιον θα προστατεύσουν τα βρεττανικά στρατεύματα, αλλά ποιος θα μας προστατεύση από αυτά».
Σημειώνουμε, επίσης, τις έντονες ανησυχίες που εξέφρασε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon μετά τα γεγονότα στη Β. Ιρλανδία, καθώς προκλήθηκε ένταση μεταξύ δύο «χωρών φίλων των ΗΠΑ». Η συγκεκριμένη δήλωση προκάλεσε την αντίδραση της «Χαραυγής» (2 Φεβρουαρίου 1972). Το εκφραστικό όργανο του ΑΚΕΛ, στην ευρύτερη αντι-ιμπεριαλιστική λογική που χαρακτήριζε την Αριστερά της περιόδου, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για μομφές κατά του δυτικού στρατοπέδου: «…εάν απαρέσουν στον Αμερικανό Πρόεδρο οι βιαιότητες στη Βόρειο Ιρλανδία, τι έχει, άραγε, να πει για τις βιαιότητες που, επί μια ολόκληρη δεκαετία κλιμακώνονται στην Ινδοκίνα; Κατά ποια λογική οι “πράσινοι μπερέδες” στο Βιετνάμ είναι καλύτεροι από τους Βρεττανούς αλεξιπτωτιστές;». Στο ίδιο πνεύμα, σε επιστολή του στην εφημερίδα ο Κυριάκος Κακκουλλής, από το Καϊμακλί Λευκωσίας, έγραφε την επόμενη μέρα ψέγοντας την υποκρισία: «Αυτό δεν λέγεται απλώς κυνισμός, αλλά πρόκληση προς την διεθνή κοινή γνώμη, βλασφημία ενάντια στα ανθρωπιστικά αισθήματα της ανθρωπότητας γενικά. Διότι τα ίδια δράματα διαδραματίζονται και στο Βιετνάμ, το Λάος, την Καμποτία, με υπεύθυνο τον κ. Νίξον. […] Όλοι οι άνθρωποι ξαίρουν πως και στις δυο περιπτώσεις – Βορείου Ιρλανδίας και Ινδοκίνας – οι στυλοβάτες του λεγομένου “ελευθέρου κόσμου” σφαγιάζουν και ερημώνουν τους λαούς γιατί αγωνίζονται για την ελευθερία τους για νάναι ανεξάρτητοι νοικοκύρηδες στις χώρες τους».
Κυπριακοί παραλληλισμοί
Παραλληλισμοί μεταξύ Ιρλανδίας και Κύπρου διατυπώθηκαν στον κυπριακό Τύπο ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η βρετανική κυριαρχία στις δύο περιοχές (αφορούσα σε περιπτώσεις ευρωπαϊκών και χριστιανικών πληθυσμών) και το αίτημα των γηγενών πληθυσμών για μεταπολίτευση καθόρισε τη συγκεκριμένη θεώρηση εκ μέρους των Κυπρίων. Από το 1892, όταν στην εφημερίδα «Ευαγόρας» ο Νομικός Θεοφάνης Θεοδότου χαρακτήριζε την Κύπρο ως «Ιρλανδία εν Ανατολή», μέχρι το 1981, όταν ο «Κήρυκας» δημοσίευε άρθρο υπό τον τίτλο «Ιρλανδία: Η συνταγή της Κύπρου», εντοπίζεται πλειάδα παρόμοιων παραλληλισμών στα κυπριακά έντυπα. Έτσι και η περίπτωση της «Ματωμένης Κυριακής» χρησίμευσε στους συντάκτες του νησιού ως ευκαιρία για συγκρίσεις και διατύπωση αναλογιών.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1972, ο «Φιλελεύθερος», σε μια προφανή προσπάθεια σύνδεσης των εξελίξεων της Ιρλανδίας με το κυπριακό παρελθόν, εξέφραζε πικρία και αγανάκτηση για τη διαχρονική βρετανική πολιτική: «Έπρεπε να χυθή τόσον αίμα διά να αντιληφθούν οι Εργατικοί ηγέται της Βρετανίας, ότι η πολιτική της διχοτομήσεως απέτυχεν και ότι πρέπει αύτη να επανορθωθή διά της ενοποιήσεως της Ιρλανδίας; Βεβαίως, “κάλλιον αργά παρά ποτέ”, αλλά έχομεν την εντύπωσιν ότι το πάθημα της Ιρλανδίας δεν πρόκειται να γίνη ευκόλως μάθημα. Διότι υπάρχουν αρκετά παρόμοια παθήματα που δεν έγιναν μάθημα».
Την ίδια περίοδο ο γιατρός και αρχηγός του Δημοκρατικού Εθνικού Κόμματος, Τάκης Ευδόκας, επιχειρούσε στην εφημερίδα «Γνώμη» (27 Φεβρουαρίου 1972) να εξηγήσει τη σημασία του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Οι εξελίξεις, λοιπόν, στην Ιρλανδία χρησιμοποιήθηκαν προς επίρρωση των επιχειρημάτων του: «Η μη εφαρμογή της αρχής της αυτοδιαθέσεως στην περίπτωση της Ιρλανδίας ωδήγησε στη δημιουργία δύο Ιρλανδιών με τα γνωστά αιματηρά αποτελέσματα που συνεχίζονται ακόμη. Όπως στην Ιρλανδία έτσι και στην Κύπρο η Αγγλία δεν σεβάστηκε την αρχή της αυτοδιαθέσεως και καταλήξαμε στο σημερινό χάος».
Κλείνουμε το αφιέρωμα στη «Ματωμένη Κυριακή» με την προειδοποίηση της «Χαραυγής», της 4ης Φεβρουαρίου 1972: «Η αναταραχή, ασφαλώς, θα κοπάσει όταν η βρεττανική συντηρητική κυβέρνηση συνειδητοποιήσει ότι οι σφαίρες και τα “αιματηρά Σαββατοκυρίακα” δεν ανακόπτουν τον αγώνα ενός λαού, αποφασισμένου να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας του. Πέρα από αυτό, τα διαδραματιζόμενα, σήμερα, στην Ιρλανδία αποτελούν μια καυτή εμπειρία για τον κυπριακό λαό, μια συνεχή υπόμνηση τού τι μας περιμένει εάν κάποιο τεχνητό σύνορο διαχωρίζει και την δική μας νήσο σε Βόρειο και Νότιο Κύπρο…».