Διπλωματία των τρυπανιών και των κανονιοφόρων…

Τα πλοκάμια της Λερναίας Ύδρας των Αθηνών και τα παιχνίδια του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Χαν - Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να προκύψει κρίση και γιατί Γερμανία και ΗΠΑ δεν θέλουν να δουν να παίρνει φωτιά η θάλασσα του Αιγαίου

Η Τουρκία θέτει εκ νέου σε εφαρμογή τη διπλωματία των τρυπανιών υπό τη σκιά του τουρκικού στόλου και της στρατηγικής των κανονιοφόρων. Με την πολιτική της αυτή, απειλεί να επιφέρει τρικυμία στην ανατολική Μεσόγειο και νέα κρίση στις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο. Στις 9 Αυγούστου, δηλαδή σε δύο ημέρες, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα ανακοινώσει επίσημα πού θα κινηθεί το τέταρτο γεωτρύπανο, που φέρει την ονομασία του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Χαν, στην ανατολική Μεσόγειο. Και είναι όλα ανοιχτά προς τα πού θα κατευθυνθεί. Από τα νότια της Κύπρου έως τα ανοιχτά του Καστελλόριζου και στον άξονα του τουρκολυβικού μνημονίου. Είναι θέμα πού θέλει να κτυπήσει και τι να προβάλει ο Ερντογάν. Εάν, δηλαδή, θα αμφισβητήσει την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή εάν θα αναδείξει τα λεγόμενα κυριαρχικά δικαιώματα του ψευδοκράτους που τελεί υπό την τουρκική κηδεμονία.

Ο ελληνικός σχεδιασμός και η αχίλλειος πτέρνα

Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη να ενεργήσει στη βάση του κωδικού Σχεδίου, Λερναία Ύδρα. Πρόκειται για σχεδιασμό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, που περιλαμβάνει διάφορα σενάρια προκλήσεων, από την απλή παρακολούθηση έως την αντιμετώπιση κατάστασης που αφορά έρευνα ή είσοδο τουρκικού σκάφους εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και απόπειρας για χρήση τρυπανιού. Το ζήτημα δεν είναι τι προβλέπει ένας σχεδιασμός, αλλά η πολιτική βούληση και οι διεθνείς συγκυρίες. Στο σκηνικό αυτό περιλαμβάνεται και η Κύπρος, υπό την έννοια ότι συνιστά τη αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού. Συνεπώς, τι θα συμβεί σε περίπτωση διάχυσης μιας κρίσης ή της περίπτωσης κατά την οποία οι Τούρκοι θα ενεργήσουν στα οικόπεδα που βρίσκονται εντός της κυπριακής ΑΟΖ;

Η περικύκλωση της ΑΟΖ…

Εάν λοιπόν η Τουρκία θέλει να αναδείξει τη σημασία του ψευδοκράτους ως διεθνούς οντότητας, θα στραφεί ακόμη και προς τον νότο, σε οικόπεδα που ανήκουν στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά τα οποία η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι βρίσκονται εντός της λεγόμενης ΑΟΖ του ψευδοκράτους. Δεν θα διστάσει η Άγκυρα, μαζί με την τουρκική, να υψώσει και τη σημαία του ψευδοκράτους. Η άλλη επιλογή που δεν αποκλείει την ανωτέρω, είναι η εξής: Η Τουρκία θα κινηθεί προς τα ανοικτά της Πάφου, όπου βρίσκεται η δική της υφαλοκρηπίδα, και στην περιοχή του Καστελλόριζου και του τουρκολυβικού μνημονίου, για να αποδείξει: 1. Την ισχύ του μνημονίου, και 2. Να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία. Σε κάθε περίπτωση οι κινήσεις αυτές είναι στη λογική μικρής, αφενός, εικόνας, δηλαδή της τουρκικής λίμνης που εκτείνεται από τη Μαρμαρίδα έως την Αλεξανδρέττα και καλύπτει τις βόρειες θάλασσες της Κύπρου και δη πλησίον του ακρωτηρίου του Αποστόλου Ανδρέα, το οποίο θεωρείται υψίστης στρατηγικής σημασίας. Αφετέρου, είναι ενταγμένες στη μεγάλη εικόνα της Γαλάζιας Πατρίδας, της οποίας τμήμα είναι ολόκληρη η Κύπρος. Εάν δει κάποιος τον χάρτη των τουρκικών διεκδικήσεων, θα αντιληφθεί ότι όχι μόνο περιορίζει την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 6%, αλλά, ταυτοχρόνως, την περικυκλώνει από όλα τα σημεία του ορίζοντα, σε περίπτωση ομοσπονδιακής λύσης.

Ισχυρό χαρτί και αχίλλειος πτέρνα

Το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Τουρκία. Και το ερώτημα αυτό είναι συναφές: Α) Με τις δυνατότητες, από τη μια, της Ελλάδας, και, από την άλλη, της Κύπρου. Β) Με τις διεθνείς εξελίξεις σε συνάρτηση με τα συμφέροντα που θέλει να εξυπηρετήσει η Άγκυρα με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Σε αυτές τις εξελίξεις προστίθεται και το τουρκικό εσωτερικό σκηνικό ενόψει εκλογών, που παραπέμπει στην ακόλουθη λογική: Ο Ερντογάν δεν πρόκειται να προβεί σε κινήσεις οι οποίες θα του προκαλέσουν κόστος. Και αυτό, διότι, η αντιπαράθεση με την Ελλάδα και την Κύπρο και δη στον τομέα της ενέργειας όπου επενδύει, είναι το ισχυρό του χαρτί, ενόψει των εκλογών, αφού τα θέματα της οικονομίας, που ήταν άλλοτε η αιχμή του δόρατός του στο παρελθόν, τώρα μετατρέπονται σε αχίλλειο πτέρνα. Συνεπώς, δεν θα βγάλει το γεωτρύπανο για να αυτοκτονήσει, αλλά για να πωλήσει τσαμπουκά, ώς το σημείο εκείνο που δεν θα ρισκάρει να τα χάσει όλα. Δηλαδή, θα επιδιώξει να εμφανίσει, και δη εσωτερικά, την ενέργειά του ως άλλη μια νίκη.

Γερμανικά και αμερικανικά συμφέροντα

Θεωρητική αποτροπή θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Και εξηγούμε: Πρώτον, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η ΕΕ θέλουν ταραγμένα νερά και κρίση στο Αιγαίο. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η Τουρκία γνωρίζει ότι έχει πλήρη κυριαρχία στη θάλασσα, αλλά και κάτι άλλο: Η Κυβέρνηση θα δεχθεί διαμαρτυρόμενη μια νέα ταπείνωση. Διότι, δεν διαθέτει αποτροπή. Στο Αιγαίο λοιπόν: α) Η Γερμανία, ως η κινητήρια δύναμη της ΕΕ, που πλήττεται από τα ενεργειακά αντίμετρα της Μόσχας, ουδόλως θα ήθελε μια κρίση στο Αιγαίο. Γιατί; Διότι η Ελλάδα είναι κράτος μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης. Ο αντίκτυπος μιας τέτοιας κρίσης επί των αγορών και του ευρώ θα είναι σημαντικός και θα επηρεάσει ακόμη πιο αρνητικά την ήδη βεβαρημένη οικονομική κατάσταση στην ΕΕ και δη στη Γερμανία. Δεν ήταν τυχαία η επίσκεψη της Γερμανίδας Υπουργού των Εξωτερικών Αναλένας Μπέρμποκ την περασμένη βδομάδα στην Ελλάδα και την Τουρκία και η σαφής θέση της για τον σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στη λογική ότι: Τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι σύνορα της ΕΕ. Από μια κρίση Ελλάδας - Τουρκίας δεν θα τσακιστούν μόνον οι οικονομίες αμφοτέρων των χωρών, αλλά θα επηρεαστεί ολόκληρη η Ευρώπη, που αντιμετωπίζει οξεία προβλήματα πληθωρισμού και βρίσκεται μπροστά στο φάσμα της ύφεσης, αφού οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, από τις οποίες τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις εξαρτώνται, τελούν υπό τον έλεγχο της Ρωσίας, η οποία χειραγωγεί τις τιμές. β) Οι ΗΠΑ ουδόλως θα ήθελαν να δουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ να τινάζεται στον αέρα, λόγω της τουρκικής επιθετικότητας. Επί τούτου, όμως, εγείρεται το εξής ερώτημα: Για να πάμε σε στρατιωτική κρίση, σημαίνει ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αποφασισμένες για τους δικούς τους λόγους να το πράξουν. Η πρωτοβουλία κινήσεων ανήκει στην Άγκυρα. Ας προσέξουμε, λοιπόν, το εξής: Επειδή οι ΗΠΑ δεν θέλουν να τιναχθεί η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ στον αέρα, ουδόλως σημαίνει ότι θα τραβήξουν το αφτί της Τουρκίας και δεν θα ζητήσουν από την Ελλάδα αυτοσυγκράτηση, ασχέτως εάν η άλλη πλευρά παραβιάσει την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή τις λεγόμενες αμφισβητούμενες περιοχές. Συνεπώς, το γεγονός ότι η Γερμανία και οι ΗΠΑ δεν θέλουν κρίση, δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις θα στραφούν προς την Άγκυρα ή μόνο προς αυτήν. Εξαρτάται πώς η Ελλάδα συμπεριφέρεται στο παρασκήνιο. Κατά πόσο, δηλαδή, έχει ξεκαθαρίσει ότι, εάν παραβιαστεί η δική της υφαλοκρηπίδα ή δικά της ζωτικά – κυριαρχικά δικαιώματα, θα απαντήσει ακόμη και στρατιωτικά. Σίγουρο είναι ότι οι Αμερικανοί δεν θα ήθελαν να ανοίξει μέτωπο μεταξύ «συμμάχων», διότι έχουν ήδη ανοικτό μέτωπο στην Ουκρανία και δεν θα ήθελαν «ενδοσυμμαχικό ζήτημα» που θα επιφέρει συνθήκες αποσταθεροποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία μπορεί να προκύψει κλιμάκωση της έντασης, που θα μετατραπεί σε κλιμακούμενη κρίση μεταξύ της Κίνας και της Ταϊβάν.

Η λογική και το χειρότερο σενάριο…

Σημαντικό είναι και το εξής ερώτημα: Θα φτάσει ο Ερντογάν στα άκρα ή θα βρει εκείνη τη φόρμουλα που θα προκαλέσει μεν, αλλά θα μείνει στα όρια των αμφισβητούμενων περιοχών, για να το εμφανίσει ως νίκη χωρίς να μπει σε κρίση; Η πρώτη παράμετρος είναι το θέμα των F-16. Εάν προχωρήσει σε κρίση, τότε χάνει τα F-16 και, αν χάσει την κρίση, θα χάσει την εξουσία και θα κινδυνεύσει και ο ίδιος. Θα τον περάσουν από δίκη. Το επικίνδυνο και για τον Ερντογάν και για την Ελλάδα είναι η στάση της τουρκικής αντιπολίτευσης, η οποία έχει πιο σκληρές θέσεις από τον Τούρκο Πρόεδρο, αφού, ούτε λίγο, ούτε πολύ, τον αποκαλεί δειλό, επειδή δεν έχει αρπάξει ακόμη ένα με δύο ελληνικά νησιά. Τονίζει, μάλιστα, ότι, αν το πράξει, θα τον στηρίξει, ενώ, στο Κυπριακό, η θέση των Κεμαλιστών είναι σαφής: Κακώς διαπραγματεύεται ο Ερντογάν, διότι, γι’ αυτούς, το Κυπριακό έχει κατ΄ ελάχιστον κλείσει το 1974. Η λογική λέει ότι ο Ερντογάν θα υιοθετήσει μια τακτική η οποία, χωρίς κρίση, θα του δίνει τη δυνατότητα, και διεθνώς και εσωτερικά, να ισχυρίζεται ότι πετυχαίνει τους στόχους του. Η στρατηγική, πάντως, λέει ότι ο αμυνόμενος, δηλαδή Κύπρος και Ελλάδα, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το χείριστο σενάριο, για να μπορούν να βρίσκουν τρόπους αποτροπής.

Τα σύνορα της ΕΕ και τα ΜΟΕ

Στην Κύπρο τα πράγματα είναι πιο εύκολα για την Τουρκία. Διότι, δεν έχουμε δυνάμεις αντίδρασης. Εάν μπει σε οικόπεδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στον νότο και αν κατεβάσει τρυπάνι το Αμνπτούλ Χαμίντ Χαν, πώς θα ενεργήσει η Κυβέρνηση; Θα διενεργήσει πόλεμο; Όχι, βέβαια. Ακόμα κι αν θέλει, δεν μπορεί. Και κανείς δεν τον θέλει. Και ας μην σπεύσει κάποιος να ισχυριστεί, όπως το έπραξε λανθασμένα ο Πρόεδρος, ότι, επειδή δεν έχουμε ναυτικό, δεν έχουμε πρόβλημα. Ότι όλα είναι μέλι γάλα… Οι κρίσεις αποφεύγονται όταν έχεις αξιόπιστη αποτροπή και ο αντίπαλός σου γνωρίζει ότι το κόστος από τη δράση του θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος. Όμως, όταν δεν έχεις αποτροπή, τότε καταπίνεις τον εξευτελισμό και χάνεις κυριαρχικά δικαιώματα, συν το ότι οδηγείσαι προς καθεστώς προτεκτοράτου. Όπως έχουμε ήδη καταγράψει, η Γερμανίδα Υπουργός Εξωτερικών είπε ότι τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι σύνορα της ΕΕ και δικά της. Ειδικώς η Λευκωσία, τι έπραξε; Δηλαδή, πώς χρησιμοποιεί διπλωματικά και νομικά αυτήν τη στιγμή τη σαφή θέση της Γερμανίας για να προβάλει την κατοχή της Κύπρου συνδέοντάς την με την κρίση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, την οποία Ρωσία ο δυτικός κόσμος τιμωρεί; Η Λευκωσία αντιδρά με τα ΜΟΕ, τα οποία εξελίσσονται σε μπούμερανγκ. Γιατί; Διότι, όπως ενθυμείστε, όταν ο ΥπΕξ, I. Κασουλίδης, έλεγε ότι τα δικά του ΜΟΕ, στα οποία προσέφερε την Τύμπου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στα ζητήματα της χωριστής κυριαρχίας, τόνιζε ταυτοχρόνως ότι δεν ήταν take it or leave it. Με άλλα λόγια, ήταν έτοιμος να συζητήσει και ανάλογες προτάσεις από την τουρκική πλευρά. Και όταν αυτές ήρθαν στην πρακτική εφαρμογή των δύο κρατών, έτρεχε να σβήσει τις φωτιές στον ΟΗΕ, δηλαδή εντός του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, που ο ίδιος άναψε.

Η διπλωματική αποτροπή και το εμπάργκο

Η πολιτική της Κυβέρνησης είναι αδιέξοδη στο Κυπριακό και αποτυχημένη στην ενέργεια και στα ζητήματα της ασφάλειας. Διότι, δεν κατάφερε να επιτύχει:

  1. Μορφή υποτυπώδους αυτοδύναμης άμυνας. 2. Συμμαχίες στην πράξη και όχι στα χαρτιά. Αυτό σημαίνει στρατηγικό σχεδιασμό με προϋπόθεση την αξιοπιστία, τη διάθεση πόρων και την επένδυση μέσω συνεργασιών για τη μεταφορά τμημάτων των πολεμικών βιομηχανιών από άλλες φιλικές χώρες , όπως η Σερβία και το Ισραήλ, για να συμμετέχουμε αποτελεσματικά στην PESCO. Και, αυτό, μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με την επιστράτευση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων στον συναφή, με το θέμα, τομέα της τεχνολογίας. 3. Τη συμμετοχή στη Στρατηγική Πυξίδα μαζί με την Ελλάδα και με άλλα κράτη της περιοχής που δεν ανήκουν στην Ε.Ε. Εάν η Τουρκία θέλει να λάβει μέρος, θα πρέπει να σεβαστεί τα σύνορα της ΕΕ, όπως λέει η Γερμανίδα Υπουργός Εξωτερικών, με αρχή, την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Εάν η Τουρκία συνεχίσει την πολιτική της, σαφώς θα πρέπει να επιβληθεί στρατιωτικό εμπάργκο από την Ευρώπη ανάλογο με εκείνο που επιβάλλουν οι ΗΠΑ για τα F-16 και F-35. 4. Απόφαση από την ΕΕ της αυτόματης ενεργοποίησης του άρθρου 42,7 της ΕΕ, που αναφέρει ότι, εάν κράτος μέλος της ΕΕ δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος, τα υπόλοιπα τού προσφέρουν στήριξη, ακόμη και στρατιωτική.

Τροφοδότηση της επιθετικότητας

Τα ανωτέρω συνιστούν βασικούς πυλώνες αποτροπής εντός της ΕΕ, υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση κρίσης, το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό και πολιτικό ή αρχών, αλλά διακύβευσης των συμφερόντων της ίδιας της ΕΕ, που θα πληγούν από την Τουρκία. Αληθές είναι ότι

δεν οικοδομείται αποτροπή με τα ΜΟΕ. Το αντίθετο συμβαίνει. Τροφοδοτείται η επιθετικότητα. Επί μακρόν τονίζαμε ότι η ΕΕ πρέπει να αντιληφθεί ότι, εάν η Τουρκία προκαλέσει επεισόδιο στην Ελλάδα ή στην Κύπρο, το πρόβλημα, ειδικώς τώρα από οικονομικής άποψης, θα στραφεί προς την ΕΕ και δη προς τη Γερμανία. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η Γαλάζια Πατρίδα έχει ως στόχο τον έλεγχο των εναέριων και θαλάσσιων οδών της ενέργειας και του εμπορίου από και προς το Σουέζ υπέρ των τουρκικών συμφερόντων, στη λογική της αναθεωρητικής πολιτικής της Άγκυρας, τμήμα της οποίας είναι η Κύπρος. Αυτά, σιγά σιγά, κυρίως λόγω της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και των ιστορικών συγκυριών, έγιναν αρχικά αντιληπτά από τη Γαλλία και τώρα από τη Γερμανία, ακόμη και από τις ΗΠΑ. Στη Λευκωσία, βεβαίως, έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να καλύπτουν την αποτυχία τους με τα ΜΟΕ…