Η φυγή που γίνεται σοφία
Στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, η ανάγκη για τήρηση απόστασης δεν αποτελεί άρνηση της κοινωνίας, αλλά εμπειρική αντίσταση στους κάθε λογής ρυθμούς και απαιτήσεις της. Η απόσυρση από το πεδίο των καθημερινών οχλήσεων δεν είναι παραίτηση· είναι ουσιαστική πράξη αναστοχασμού και αναπροσαρμογής. Ο άνθρωπος που έχει καταφέρει να αποκτήσει υψηλή συνειδητότητα που επιμετράται ως ποιοτική αξία, παρατηρεί ότι η συνεχής έκθεση σε ποικίλες συνθήκες που δεν συνάδουν με την προσωπική του εξέλιξη, απολήγει να οδηγεί στην φθορά. Έτσι, η τήρηση απόστασης λειτουργεί ως μέσο εξισορρόπησης και συγκρότησης, αντί ως ένδειξη αδυναμίας ή αδιαφορίας.
Η προσέγγιση του C. Wright Mills παρέχει ένα καίριο πλαίσιο για την κατανόηση αυτού του φαινομένου. Η διασύνδεση προσωπικής βιογραφίας και ιστορικών δομών όπως αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, καταδεικνύει ότι η μετατόπιση του δρώντα από τη δημόσια σφαίρα προς την εσωτερική αναζήτηση, δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντίθετα, συνοψίζει το αποτέλεσμα μιας μακράς και δύσβατης πορείας, που μπορεί να διαμορφώθηκε μέσα από κοινωνικές εντάσεις, ενάντιους κραδασμούς, τραυματικές διεκδικήσεις και αγώνες. Όταν πλέον αυτές οι δυνάμεις παύουν να παράγουν νόημα, η απόσυρση από το προσκήνιο δεν συνιστά εγκατάλειψη, αλλά προδιαγραφές αναθεώρησης των δεσμών ανάμεσα στον άνθρωπο ως δρώντα και το κοινωνικό του περιβάλλον.
Σε αυτό το σημείο, η έννοια του ikigai (生き甲斐) —η ιαπωνική ιδέα ενός κεντρικού σκοπού ζωής που προκύπτει από τη σύγκλιση επιθυμιών, ικανοτήτων και κοινωνικής προσφοράς— λειτουργεί ως πολύτιμο εργαλείο κατανόησης. Τούτο δεν αφορά μια αφηρημένη αναζήτηση ευτυχίας, όπως συνήθως ισχύει στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Πρόκειται για έναν σταθερό άξονα «άντωσης» και αυτοκατεύθυνσης. Συνεπάγεται την ικανότητα να διακρίνει κανείς όσα υπαγορεύονται από το κοινωνικό περιβάλλον και όσα ανταποκρίνονται στην προσωπική του ταυτότητα. Επομένως, η τήρηση απόστασης γίνεται απαραίτητη συνισταμένη∙ με την απουσία απόστασης από τον πολύ θόρυβο και τις όποιες (ενδεχόμενες) αχρείαστες συγκρούσεις, ο προσανατολισμός του ανθρώπου συχνά παραμένει ομιχλώδης.
Εδώ η συνδρομή του Erving Goffman, με τη διάκριση ανάμεσα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο της κοινωνικής δράσης, φωτίζει πώς διενεργείται τούτη η εσωτερική στροφή. Το προσκήνιο είναι ο χώρος όπου επιτελούνται οι κοινωνικοί ρόλοι, ενώ το παρασκήνιο προσφέρει συγκεκριμένο πεδίο για αναστοχασμό, επανατοποθέτηση και επαναπροσδιορισμό των πραγμάτων. Όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πλέον ότι ορισμένοι ρόλοι ή καταστάσεις έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, τότε η μετακίνηση προς το παρασκήνιο δεν εισηγείται υπαναχώρηση από την κοινωνική πραγματικότητα· εισηγείται τη φυγή για ανάταξη προτεραιοτήτων και ανασύνταξη (χαμένων) δυνάμεων. Εκεί στη γαλήνη του παρασκηνίου, ο άνθρωπος μπορεί να εστιάσει απερίσπαστος στον δικό του κεντρικό σκοπό ζωής, το σημείο όπου προσωπική ικανότητα, κοινωνική χρησιμότητα και εσωτερική αρμονία συναντώνται.
Η συνάρθρωση αυτών των στοιχείων —δηλαδή της απόστασης, της φυγής και του κεντρικού σκοπού— οδηγεί σε μια ώριμη μορφή κοινωνικής συμμετοχής και σχεσιακού ορίζοντα. Η φυγή μεταβάλλεται σε απεξάρτηση και επιλεκτική συμμετοχή: μια συμμετοχή που δεν υπαγορεύεται από εξωτερικές πιέσεις, αλλά από την επιθυμία για παράκαμψη της στασιμότητας, την προσήλωση στην προσφορά με ουσία και στην προσωπική ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, η απόσταση λειτουργεί ως φίλτρο, η φυγή ως μέθοδος αναπροσανατολισμού, και ο κεντρικός σκοπός ως πυρήνας που αναδιοργανώνει τη νέα προοπτική δράσης του ανθρώπου μέσα στον φυσικό, όπως και τον ψηφιακό κόσμο. Διότι η τεχνολογία, είναι πηγή που συνθέτει τα ρηξικέλευθα ερεθίσματα και προσλαμβάνουσες της «αδιάστατης επίδρασης», μιας αδιόρατης δύναμης που δεν περιορίζεται από τα συμβατικά όρια του χώρου και του χρόνου, έχοντας καταλυτική βαρύτητα για τα βιώματα της κοινωνικής εμπειρίας.
Κατά συνέπεια, η φυγή δεν περιγράφει μια τάση αυτοπεριθωριοποίησης, αλλά κυρίως μια διαδικασία που γίνεται σοφία. Είναι η ικανότητα να αποσύρεται κανείς από τις στείρες και άγονες πλευρές της κοινωνικής ζωής, ώστε να επιστρέψει σαφώς πιο ενδυναμωμένος και συνειδητοποιημένος ως προς τι διαλέγει να υπηρετήσει — και γιατί. Με αυτό τον τρόπο, η σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι δεν ακυρώνεται· ανατάσσεται γύρω από έναν κεντρικό σκοπό, όπου δεν επιβάλλεται από έξω, αλλά αναδύεται από το βάθος του εαυτού.
*Κοινωνιολόγος