Αναλύσεις

Πώς η Κίνα κερδίζει από τον πόλεμο στην Ουκρανία – Το παράθυρο ευκαιρίας για την Ανατολική Μεσόγειο

Σφίγει ο ενεργειακός κλοιός κατά Ρωσίας - Στο στόχαστρο ο «Σκιώδης Στόλος»

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε την Πέμπτη νέες κυρώσεις σε 41 επιπλέον πλοία που ανήκουν στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» της Ρωσίας, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των πλοίων υπό κυρώσεις σε 600.

Τα συγκεκριμένα πλοία υπόκεινται πλέον σε απαγόρευση πρόσβασης σε ευρωπαϊκά λιμάνια καθώς και σε απαγόρευση παροχής ευρέος φάσματος ναυτιλιακών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Συμβούλιο της ΕΕ, τα μέτρα στοχεύουν δεξαμενόπλοια εκτός ΕΕ που χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη του πλαφόν τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο, για τη στήριξη του ρωσικού ενεργειακού τομέα, για τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού, αλλά και για τη διακίνηση κλεμμένων ουκρανικών σιτηρών και πολιτιστικών αγαθών.

Η Ρωσία συνεχίζει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα των ορυκτών καυσίμων. Από την έναρξη της πλήρους εισβολής, στις 24 Φεβρουαρίου 2022, έχει εξαγάγει ορυκτά καύσιμα αξίας περίπου 958 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 68% αφορά πετρέλαιο, το 20% φυσικό αέριο και το 12% άνθρακα, σύμφωνα με το πρόγραμμα Russia Fossil Tracker.

Ο «Σκιώδης Στόλος» αποτελείται από εκατοντάδες παλαιά δεξαμενόπλοια, συχνά ανασφάλιστα ή κακοσυντηρημένα, που πλέουν υπό σημαίες τρίτων χωρών και λειτουργούν με περιορισμένη διαφάνεια, δυσχεραίνοντας την εφαρμογή και επιβολή των διεθνών κυρώσεων. Με τις νέες αποφάσεις, η ΕΕ επιδιώκει να πλήξει ένα από τα βασικά εργαλεία της Μόσχας για τη διατήρηση των ενεργειακών της εξαγωγών και των πολεμικών της εσόδων.

Πιέσεις από Βρετανούς

Στην ίδια γραμμή, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε νέο πακέτο 24 κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με επίκεντρο τον ενεργειακό τομέα και τις αλυσίδες στρατιωτικού εφοδιασμού, εντείνοντας την πίεση στη ρωσική πολεμική οικονομία. Στο στόχαστρο τίθενται για πρώτη φορά τέσσερεις μεγάλες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες -Tatneft, Russneft, NNK-Oil και Rusneftegaz Group- οι οποίες αντιστοιχούν σε περίπου 10% των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και ενισχύουν σημαντικά τα κρατικά έσοδα της Μόσχας. Παράλληλα, οι κυρώσεις πλήττουν δίκτυα παράκαμψης μέσω Κεντρικής Ασίας και παράνομους εμπόρους, μεταξύ των οποίων και τον δισεκατομμυριούχο έμπορο πετρελαίου Μουρτάζα Αλί Λακάνι. Το Λονδίνο επισημαίνει ότι τα ρωσικά έσοδα από το πετρέλαιο έχουν μειωθεί άνω του 25% σε ετήσια βάση, ενώ τα μέτρα επεκτείνονται και σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού για πυρομαχικά. Ο Υφυπουργός Κυρώσεων Στίβεν Ντάουτι τόνισε ότι η Βρετανία θα συνεχίσει να εντείνει την πίεση με στόχο να οδηγηθεί το Κρεμλίνο σε διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη στην Ουκρανία.

Η προειδροποίηση Πούτιν

Από την πλευρά του ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη κατάσχεση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έθετε σε κίνδυνο τα διεθνή αποθεματικά κορυφαίων πετρελαιοπαραγωγών χωρών που τηρούν χρυσό και συνάλλαγμα στην Ευρωζώνη, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Μιλώντας σε ετήσια συνέντευξη Τύπου, χαρακτήρισε μια τέτοια κίνηση «ληστεία» και υποστήριξε ότι θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη στο ευρώ και τη σταθερότητα της Ευρωζώνης. Οι δηλώσεις έγιναν στον απόηχο της απόφασης των ηγετών της ΕΕ να χρηματοδοτήσουν την Ουκρανία με δανεισμό ύψους 90 δισ. ευρώ για την επόμενη διετία, επιλέγοντας τελικά να μην αξιοποιήσουν άμεσα τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Ο ρόλος της Κίνας

Πάντως οι Δυτικές κυρώσεις έχουν αναγκάσει τη Ρωσία να στραφεί σε μεγάλο βαθμό προς την Κίνα για να στηρίξει την οικονομία της κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, αυτή η «σανίδα σωτηρίας» έρχεται με ένα σημαντικό κόστος για τη Μόσχα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί συνολικά υπέρ της Κίνας, καθώς έχει περιορίσει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών της Ρωσίας και την έχει καταστήσει οικονομικά και στρατηγικά εξαρτημένη από το Πεκίνο. Παρά τις εκκλήσεις της Δύσης προς την Κίνα να συμβάλει στον τερματισμό του πολέμου, το Πεκίνο δεν δείχνει ιδιαίτερη βιασύνη, καθώς αποκομίζει σημαντικά οφέλη από τη διεθνή απομόνωση της Μόσχας.

Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη ήταν ο βασικός ενεργειακός εταίρος της Ρωσίας. Μετά τη ρήξη ΕΕ–Ρωσίας, η Κίνα εξελίχθηκε σε κομβικό αγοραστή ρωσικών ορυκτών καυσίμων, εξασφαλίζοντάς τα σε χαμηλότερες τιμές, έως και 23% φθηνότερα σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές αγορές. Η Ρωσία, σχεδόν αποκλεισμένη από την Ευρώπη, έχει μετατραπεί σε προμηθευτή πρώτων υλών για την Κίνα, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ του Πεκίνου.

Παράλληλα, οι Δυτικές κυρώσεις και η αποχώρηση ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιρειών από τη ρωσική αγορά επέτρεψαν στην Κίνα να καλύψει το κενό: οι πωλήσεις κινεζικών αυτοκινήτων στη Ρωσία αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ η Κίνα αναδείχθηκε σε μεγαλύτερο εξαγωγέα μπύρας προς τη ρωσική αγορά. Σε στρατιωτικό επίπεδο, η ενίσχυση της συνεργασίας, όπως οι κοινές ασκήσεις αντιπυραυλικής άμυνας, υπογραμμίζει τη στενότερη -αλλά άνιση- σχέση των δύο χωρών.

Η αυξανόμενη αυτή εξάρτηση έχει οδηγήσει τη Ρωσία σε ρόλο «κατώτερου εταίρου», με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόθεση της Μόσχας να παραχωρήσει πρόσβαση σε κοιτάσματα σπάνιων γαιών και άλλων πρώτων υλών, με αντάλλαγμα κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές. Δηλώσεις κορυφαίων Ρώσων αξιωματούχων επιβεβαιώνουν ότι η χώρα είναι πλέον διατεθειμένη να λειτουργήσει ως βάση πόρων για την κινεζική οικονομία.

Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο διατηρεί ουδέτερη στάση στο Ουκρανικό, αποφεύγοντας να στηρίξει ανοιχτά τους ρωσικούς στόχους, ενώ εκμεταλλεύεται οικονομικά την κατάσταση. Η Κίνα δεν έχει ισχυρό κίνητρο να πιέσει για άμεσο τέλος του πολέμου, καθώς επωφελείται από την αδυναμία της Ρωσίας.

Η Μόσχα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην εξάρτησή της από την Κίνα και στην επιθυμία της να εξομαλύνει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, εμφανίζεται στρατηγικά στριμωγμένη. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα αναμένεται να συνεχίσει να κεφαλαιοποιεί τη ρωσική αδυναμία, βλέποντας τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ευκαιρία επέκτασης της επιρροής της με χαμηλό κόστος.

Η ευκαιρία της Ανατολικής Μεσογείου

Σε γενικό πλαίσιο, οι Δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας έχουν αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο ενεργειακό περιβάλλον, ανοίγοντας σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απώλεια περίπου 40% των προμηθειών φυσικού αερίου της ΕΕ από τη Ρωσία ενίσχυσε την ενεργειακή ανασφάλεια και κατέστησε επιτακτική τη διαφοροποίηση πηγών, αναβαθμίζοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής.

Η Ανατολική Μεσόγειος διαθέτει εκτιμώμενα αποθέματα περίπου 80 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδιών, με βασικές ανακαλύψεις σε Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο και Λίβανο. Η Αίγυπτος λειτουργεί ως περιφερειακός κόμβος LNG, αυξάνοντας σημαντικά τις εξαγωγές προς την Ευρώπη, ενώ το Ισραήλ έχει καταστεί καθαρός εξαγωγέας φυσικού αερίου. Η Κύπρος επιδιώκει έναρξη παραγωγής έως το 2027, με τη στήριξη μεγάλων ενεργειακών εταιρειών. Παράλληλα, έργα όπως ο αγωγός EastMed και ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος Ελλάδας–Ουκρανίας εντάσσονται στη στρατηγική απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο.

Την ίδια στιγμή, η ευνοϊκή δυναμική συνοδεύεται από έντονες γεωπολιτικές προκλήσεις, με την Τουρκία να αμφισβητεί ΑΟΖ και να παραμένει εκτός του Eastern Mediterranean Gas Forum. Παρά τις εντάσεις, οι επενδύσεις συνεχίζονται, με τις ΗΠΑ, την ΕΕ και περιφερειακούς παίκτες να βλέπουν την Ανατολική Μεσόγειο ως κρίσιμο πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισορροπίας.