Αναλύσεις

Στα ύψη τα διαζύγια στην Ευρώπη - Το αόρατο «κόστος» για τα παιδιά

Η ψυχολογική πίεση και η ανασφάλεια που βιώνουν οι ανήλικοι μετά τον χωρισμό των γονιών

Τα τελευταία πενήντα χρόνια, το διαζύγιο έχει καταγραφεί ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κοινωνικά φαινόμενα διεθνώς. Από τη δεκαετία του 1970 έως τις αρχές του 2000, το ακαθάριστο ποσοστό διαζυγίων -δηλαδή οι ετήσιες λύσεις γάμου ανά 1.000 κατοίκους- σχεδόν διπλασιάστηκε, ενώ η αναλογία διαζυγίων προς γάμους δείχνει ότι σε αρκετές χώρες το ενδεχόμενο ένας γάμος να λήξει με διάλυση ξεπερνά το 50%.

Η ευρωπαϊκή εικόνα

Η Ευρώπη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανόδου. Από το 1964 μέχρι το 2023, το ποσοστό διαζυγίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 0,8 σε 2,0 ανά 1.000 κατοίκους, ενώ οι γάμοι μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ. Στις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, περίπου οι μισοί γάμοι καταλήγουν σε διαζύγιο, στο Ηνωμένο Βασίλειο το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 41%, ενώ στη Γερμανία αγγίζει το 39%. Ακόμη υψηλότερη είναι η εικόνα στις σκανδιναβικές χώρες, όπου 45-50% των ζευγαριών χωρίζουν (Σουηδία ~50%).

Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά: στη Ρωσία, το 74% των γάμων οδηγούνται σε διαζύγιο και στην Ουκρανία το 71%. Στον αντίποδα, πιο συντηρητικές κοινωνίες, όπως η Ρουμανία, καταγράφουν χαμηλότερη συχνότητα (~22%). Παράλληλα, κράτη που επέτρεψαν το διαζύγιο μόλις τις τελευταίες δεκαετίες -όπως η Ιταλία (1970), η Ισπανία (1981), η Ιρλανδία (1996) και η Μάλτα (2011)- γνώρισαν αργότερη αλλά ραγδαία άνοδο. Σήμερα, η Πορτογαλία κατέχει την πρωτιά στην Ευρώπη με 92-94% των γάμων να λήγουν, ενώ στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 85%.

Συγκρίσεις με άλλες περιοχές

Στη Βόρεια Αμερική, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν κορύφωση τη δεκαετία του 1980 με 5 διαζύγια ανά 1.000 κατοίκους, αλλά σήμερα το ποσοστό έχει μειωθεί σε 2,3. Παρά ταύτα, περίπου 42-45% των γάμων καταλήγουν σε διάλυση, ποσοστό παρόμοιο με του Καναδά (48%). Στην Ασία, οι διαφοροποιήσεις είναι ακραίες: η Νότια Κορέα και η Κίνα κινούνται γύρω στο 40-47%, ενώ η Ιαπωνία περιορίζεται στο 35%. Στον αντίποδα, η Ινδία καταγράφει μόλις 1% των γάμων που λήγουν επίσημα, με ακαθάριστο ποσοστό διαζυγίων 0,1 ανά 1.000 κατοίκους – ένα από τα χαμηλότερα παγκοσμίως.

Το αόρατο κόστος για τα παιδιά

Πίσω όμως από τους αριθμούς βρίσκονται οι ψυχολογικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα στα παιδιά. Γι’ αυτές μιλά στη «Σημερινή» η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Ράνια Μιχαηλίδου.

Ο χωρισμός των γονιών αποτελεί μιαν από τις πιο κρίσιμες στιγμές για ένα παιδί, το οποίο συχνά βιώνει έντονη συναισθηματική αναστάτωση και σύγχυση. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορούν οι γονείς, μέσα από τις δικές τους δυσκολίες, να διασφαλίσουν το συμφέρον και την ψυχική υγεία του παιδιού· πότε και πώς πρέπει να ζητήσουν βοήθεια και ποιοι είναι οι κίνδυνοι από τη χρήση του παιδιού ως μέσου πίεσης μεταξύ των γονιών.

Η κ. Ράνια Μιχαηλίδου εξηγεί ότι ο χωρισμός ενός ζευγαριού είναι πάντοτε μια δύσκολη διαδικασία. Όταν όμως υπάρχουν παιδιά, οι συνέπειες είναι πολύ πιο βαθιές και περίπλοκες. Αρκετές φορές παροτρύνει γονείς να δουλέψουν τη σχέση τους, εάν πραγματικά υπάρχει κάποιο ενδεχόμενο να επιλύσουν τα προβλήματά τους. Όταν όμως έχει δημιουργηθεί συναισθηματική απόσυρση ή και αποσύνδεση, τότε πλέον είναι πολύ δύσκολο. Το σώμα τούς «μιλάει», αφού έχει φτάσει σε εξάντληση, σε ασυνείδητο επίπεδο, και δεν μπορούν πια να προσπαθήσουν ξανά.

Η θέση του παιδιού ανάμεσα σε δύο γονείς που συγκρούονται, είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια του χωρισμού, είναι αρκετά τραυματική και ψυχοφθόρα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας πιο έντονα αρνητικός «πυροδότης» οδηγεί το παιδί να δημιουργεί εξάρτηση από τον έναν γονέα περισσότερο, ενώ σε άλλες μπορεί ν’ αναπτυχθεί θυμός με την ερώτηση: «Γιατί να ανεχόταν ο ένας από τους δύο γονείς (συνήθως η μητέρα) και να άφησε το παιδί του σε τόσο δύσκολες συνθήκες;». Αυτό, σύμφωνα με την κ. Μιχαηλίδου, τα παιδιά το αντιλαμβάνονται αργότερα, πιο ξεκάθαρα, στη ζωή τους.

Η ίδια σημειώνει ότι παίζει καθοριστικό ρόλο στη μεσολάβηση και την υποστήριξη της οικογένειας, ειδικά όταν οι διαφωνίες επηρεάζουν το παιδί. Στόχος της είναι να διασφαλίσει ότι το παιδί θα παραμείνει σε ένα περιβάλλον που θα του προσφέρει ασφάλεια και συναισθηματική σταθερότητα. Μέσω της ψυχολογικής παρέμβασης, βοηθούνται οι γονείς να επικοινωνήσουν καλύτερα, να κατανοήσουν τις ανάγκες του παιδιού και ν’ αποφύγουν την έκθεσή του σε συγκρούσεις. Παράλληλα, αξιολογεί τυχόν ψυχολογικές επιπτώσεις που έχουν ήδη προκύψει και προσφέρει στήριξη τόσο στο παιδί όσο και στους γονείς.

Το παιδί που μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς αντιπαράθεσης βιώνει σημαντικό ψυχολογικό στρες. Μπορεί να αισθάνεται ανασφάλεια, άγχος, ενοχές και σύγχυση. Συχνά θεωρεί ότι φταίει το ίδιο για τις συγκρούσεις, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του «διαμεσολαβητή». Η συνεχής έκθεση σε οικογενειακές συγκρούσεις αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών, όπως κατάθλιψη, επιθετικότητα ή ακόμη και σχολική αποτυχία.

Η κ. Μιχαηλίδου έχει συναντήσει περιπτώσεις όπου τα παιδιά, ιδίως τα κορίτσια, υιοθετούν ρόλους που δεν τους ανήκουν. Πολλά παίρνουν τον ρόλο της πρώην συζύγου ή ακόμη και της μητέρας, ειδικά όταν υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας στην οικογένεια. Αυτό οδηγεί σε φόβο μήπως «χάσουν» τον πατέρα τους και πυροδοτεί ανταγωνιστική σχέση με τη μητέρα. Αντίστοιχα, τα αγόρια μπορεί να προσκολληθούν στον ρόλο του πατέρα, ειδικά όταν υπάρχουν μικρότερα αδέλφια, φτάνοντας στο σημείο να επιβάλλονται ή να ασκούν έλεγχο, κυρίως προς τη μητέρα. Σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση αυτή γίνεται κτητική, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν στη μητέρα να βγει χωρίς τη δική τους έγκριση ή να απορρίπτουν κάθε πιθανό νέο σύντροφο.

Ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του παιδιού συχνά βιώνει έντονα συναισθήματα απώλειας, θλίψης, θυμού και αδυναμίας. Η μειωμένη επαφή μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ταυτότητας, ψυχολογική φθορά και αντιδραστικές συμπεριφορές. Για τον λόγο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας να υπάρχει ψυχολογική υποστήριξη και για τους δύο γονείς, ώστε να διατηρηθούν υγιείς σχέσεις. Τα παιδιά, ιδιαίτερα σε μικρότερες ηλικίες, μπορεί να βιώσουν έντονη συναισθηματική σύγχυση και εξάρτηση από τον γονέα που είναι παρών. Εκδηλώνουν τη δυσκολία τους με ανησυχία στο σχολείο, αντίδραση στους κανόνες ή έντονες συναισθηματικές εκδηλώσεις. Οι έφηβοι συνήθως εκδηλώνουν θυμό ή αποστασιοποίηση, με αντιδραστικές συμπεριφορές και υιοθέτηση ταυτοτήτων που δεν τους ανήκουν. Αυτό τους κάνει πιο επιρρεπείς σε παραβατικότητα, δυσκολία να θέσουν όρια και απώλεια εσωτερικής σταθερότητας.

Η στάση των γονιών κατά τον χωρισμό είναι καθοριστική. Όταν χωρίζουν με σεβασμό και χωρίς βία, το παιδί προσαρμόζεται πιο ομαλά. Αντίθετα, όταν υπάρχει ένταση και υποτίμηση, η ψυχή του παιδιού πληγώνεται βαθιά. Το παιδί εισπράττει τη σύγκρουση ως δική του ευθύνη ή απειλή και αναπτύσσει δυσκολία στην οριοθέτηση, ενώ αργότερα μπορεί να ελκύει κακοποιητικές ή ασταθείς σχέσεις.

Η γονική αποξένωση, όπως αναφέρει η κ. Ράνια Μιχαηλίδου, είναι μια κατάσταση στην οποία ένας γονέας επηρεάζει το παιδί ώστε ν’ απομακρυνθεί συναισθηματικά από τον άλλον. Αυτό συμβαίνει με αρνητικά σχόλια, άρνηση επαφής ή παρουσίαση του άλλου ως επικίνδυνου ή αδιάφορου. Το παιδί προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του, παγιδευμένο σε δίλημμα. Αυτή η κατάσταση αποτελεί τραύμα και μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοπεποίθηση, δυσκολία στην οριοθέτηση και κακοποιητικές σχέσεις στο μέλλον.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον έντασης και αποξένωσης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν δυσκολίες στην ψυχική τους ανάπτυξη. Στην ενήλικη ζωή παρατηρείται χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία εμπιστοσύνης, φόβος εγκατάλειψης ή επαναλαμβανόμενα μοτίβα δυσλειτουργικών σχέσεων. Έχουν μάθει να μη μιλούν, να καταπιέζουν τις ανάγκες τους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να θέσουν όρια και να νιώθουν φόβο έκθεσης.

Παράλληλα, η κ. Μιχαηλίδου επισημαίνει ότι η επανασύνδεση με έναν γονέα που έχει αποξενωθεί δεν είναι εύκολη, αλλά είναι εφικτή. Χρειάζεται γνήσια πρόθεση, συναισθηματική συνέπεια, υπομονή και σεβασμός στα όρια του παιδιού, ενώ συχνά η βοήθεια ειδικού είναι αναγκαία.

Δυστυχώς, υπάρχουν κενά στο σύστημα προστασίας. Όπως σημειώνει, αυτό συχνά εστιάζει μόνο στη νομική επιμέλεια, λείπει εξειδικευμένη ψυχολογική παρέμβαση στα αρχικά στάδια, οι κοινωνικές υπηρεσίες δρουν καθυστερημένα και τα σχολεία δεν έχουν πάντα τα μέσα να στηρίξουν τα παιδιά. Η προστασία του παιδιού δεν είναι απλώς θέμα επιμέλειας, αλλά ψυχικής φροντίδας και πρόληψης.

Σε περιόδους χωρισμού, το πιο σημαντικό που μπορεί να προσφέρει ένα ζευγάρι στο παιδί του είναι συναισθηματική σταθερότητα και ξεκάθαρα μηνύματα αγάπης. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει ότι δεν ευθύνεται για τον χωρισμό, ότι παραμένει αγαπημένο και από τους δύο γονείς και ότι δεν χρειάζεται να διαλέξει «στρατόπεδο». Χρειάζεται να νιώθει συναισθηματική ασφάλεια, να έχει δικαίωμα να αγαπά και τους δύο χωρίς ενοχές.

Η κ. Ράνια Μιχαηλίδου απευθύνει μήνυμα στους γονείς που χρησιμοποιούν το παιδί ως μέσο πίεσης: «Αν πραγματικά αγαπάτε το παιδί σας, αφήστε τον πόνο σας στην άκρη όταν το πλησιάζετε. Δεν φταίει εκείνο. Προστατέψτε το από εσάς τους ίδιους. Μην του φορτώνετε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να καταλάβει, ούτε να πολεμήσει. Δώστε του το δικαίωμα να σας αγαπά και τους δύο, χωρίς όρους, χωρίς εκβιασμούς».

Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι το πιο σημαντικό που μπορούν να προσφέρουν οι γονείς είναι η συναισθηματική τους διαθεσιμότητα και η ενωμένη στάση τους απέναντι στο παιδί, ακόμα κι αν δεν είναι πια μαζί. «Ο χωρισμός δεν χρειάζεται να είναι τραύμα, μπορεί να είναι και μια νέα αρχή, αν γίνει με αγάπη και υπευθυνότητα. Τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς· χρειάζονται γονείς που τα αγαπούν άνευ όρων και βάζουν το καλό τους πάνω από τις προσωπικές τους διαφορές».