Γιατί οι Κύπριοι δεν κάνουν παιδιά: ποιος πληρώνει, ποιος γεννά και πού πάνε τα χρήματα
Τα πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά, χωρίς ωστόσο να έχουν λάβει τη δημοσιότητα και τη σοβαρότητα που τους αναλογεί. Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου το 2024 αυξήθηκε στις 983 χιλιάδες, από 966 χιλιάδες το 2023. Είναι όμως κρίσιμο να γίνει σαφές ότι αυτή η αύξηση δεν σημαίνει ότι γεννήθηκαν περισσότερα παιδιά.
Το αντίθετο μάλιστα: γεννήθηκαν λιγότερα παιδιά. Η αύξηση του πληθυσμού οφείλεται κυρίως στο αυξημένο προσδόκιμο ζωής και στη γήρανση του πληθυσμού. Οι γεννήσεις μειώθηκαν αισθητά, από 10.241 το 2023 σε 9.766 το 2024 — γεγονός που αποτυπώνει καθαρά τη συνεχιζόμενη δημογραφική υποχώρηση.
Το πραγματικά κρίσιμο στοιχείο δεν είναι απλώς η μείωση των γεννήσεων, αλλά το ποιοι γεννούν λιγότερο. Οι γεννήσεις Κυπρίων μειώνονται σταθερά, από 6.573 το 2023 σε 6.111 το 2024. Αντίθετα, οι γεννήσεις αλλοδαπών συνεχίζουν ανοδικά. Το μήνυμα των αριθμών είναι σαφές: όπου υπάρχει ουσιαστική και σταθερή στήριξη, υπάρχουν γεννήσεις· όπου δεν υπάρχει, οι γεννήσεις καταρρέουν.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται πλήρως από τα επίσημα στοιχεία του Επιδόματος Τέκνου για την περίοδο 2012–2024, τα οποία κατατέθηκαν στη Βουλή μετά από ερωτήσεις των βουλευτών Προδρόμου Αλαμπρίτη και Σωτήρη Ιωάννου και απαντήθηκαν από τον Υπουργό Εργασίας. Οι Κύπριοι δικαιούχοι μειώθηκαν δραματικά: από 60.934 το 2012 σε μόλις 44.902 το 2024, δηλαδή πτώση περίπου 26%. Πρόκειται για μια συνεχή και δομική μείωση, η οποία επιταχύνεται μετά το 2018.
Την ίδια περίοδο, οι αλλοδαποί δικαιούχοι ακολουθούν αντίθετη πορεία. Από 8.571 το 2012 αυξήθηκαν σε 11.387 το 2024, καταγράφοντας άνοδο περίπου 33%. Το ποσοστό των αλλοδαπών στο σύνολο των δικαιούχων σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε δώδεκα χρόνια, από περίπου 12% σε σχεδόν 25%. Το επίδομα τέκνου έχει, πλέον, αλλάξει δημογραφικό χαρακτήρα, χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική δημόσια συζήτηση ή πολιτική επανεκτίμηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάλυση ανά μέγεθος οικογένειας. Στους Κύπριους, οι τρίτεκνες οικογένειες μειώθηκαν από 7.374 το 2012 σε 4.279 το 2024, ενώ οι πολύτεκνες οικογένειες συρρικνώνονται σταθερά σε όλες τις κατηγορίες. Με απλά λόγια, οι κυπριακές οικογένειες σπανίως ξεπερνούν πλέον τα δύο παιδιά.
Αντίθετα, στις αλλοδαπές οικογένειες καταγράφεται αύξηση ακόμη και στις τρίτεκνες και πολύτεκνες κατηγορίες. Η αναπαραγωγή των μεγάλων οικογενειών στην Κύπρο στηρίζεται πλέον δυσανάλογα σε αλλοδαπούς, όχι λόγω ατομικής ευθύνης, αλλά επειδή η υφιστάμενη πολιτική στήριξης λειτουργεί γι’ αυτούς ως ισχυρότερο κίνητρο, ιδιαίτερα για ανθρώπους που προέρχονται από χώρες με πολύ χαμηλότερα εισοδήματα και οι οποίοι ταυτόχρονα απολαμβάνουν δωρεάν εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Πρόσφατο σοβαρό περιστατικό στη Λάρνακα, με συμπλοκή αλλοδαπών έξω από αστυνομικό σταθμό και πυροβολισμούς μέρα μεσημέρι, λειτούργησε ως καμπανάκι κοινωνικής ανησυχίας. Όχι για να στοχοποιηθούν συλλογικά άνθρωποι, αλλά για να καταδειχθεί ότι η κοινωνική συνοχή δεν αντέχει πολιτικές που δημιουργούν και διαιωνίζουν βαθιές ανισορροπίες.
Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν επειδή «δεν υπάρχουν χρήματα». Οι συνολικές κρατικές δαπάνες για επιδόματα και παροχές προς οικογένειες με παιδιά ανέρχονται σε περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Μόνο για το 2024, περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ από το επίδομα τέκνου κατευθύνθηκαν σε αλλοδαπούς δικαιούχους. Αν συνυπολογιστούν και οι υπόλοιπες παροχές και εκπτώσεις που συνδέονται άμεσα με αυτό, η συνολική στήριξη προς αλλοδαπές οικογένειες ανέρχεται περίπου στα 85 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 25–30% των συνολικών δαπανών στήριξης των παιδιών.
Την ίδια ώρα, οι Κύπριοι πολύτεκνοι ζητούν στοχευμένες διορθώσεις περιορισμένου κόστους: διεύρυνση των δικαιούχων για τα μέλη τους, με κόστος μόλις 2–3 εκατομμύρια ευρώ για το επίδομα τέκνου και περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ για τη φοιτητική χορηγία.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικής στόχευσης. Η σημερινή πολιτική, με εισοδηματικά όρια και ύψος επιδομάτων και παροχών παγωμένα από το 2012, όχι μόνο αποτυγχάνει να στηρίξει τους Κύπριους που θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, αλλά λειτουργεί αποτρεπτικά. Τους στέλνει ένα αμείλικτο μήνυμα: ότι αν επιλέξουν να δημιουργήσουν μεγάλη οικογένεια, θα το κάνουν μόνοι τους, χωρίς την Πολιτεία στο πλευρό τους.
Για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η παρούσα κυβέρνηση έχει αρχίσει, έστω δειλά και με καθυστέρηση, να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση αποτελεί ένα πρώτο θετικό βήμα, καθώς για πρώτη φορά μετά το 2012 λαμβάνει πιο ουσιαστικά υπόψη τη μεσαία τάξη και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών σε συνάρτηση με το μέγεθος της οικογένειας. Πρόκειται για μια έμμεση αλλά σημαντική παραδοχή ότι το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα φτώχειας, αλλά με πολιτικές που δεν τιμωρούν την εργασία, την πρόοδο και την οικογενειακή ευθύνη.
Ωστόσο, όσο τα βήματα αυτά δεν συνοδεύονται από γενναία αναθεώρηση της στόχευσης των παροχών, το αποτέλεσμα θα παραμένει το ίδιο. Η στήριξη θα συνεχίσει να κατευθύνεται κυρίως σε πολύ χαμηλά εισοδήματα, αφήνοντας εκτός ένα μεγάλο μέρος των κυπριακών οικογενειών που θα μπορούσαν –υπό διαφορετικές συνθήκες– να προχωρήσουν στο δεύτερο, τρίτο ή και τέταρτο παιδί.
Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο:
Ο Κύπριος φορολογούμενος χρηματοδοτεί μια πολιτική που, στην πράξη, ενισχύει τις γεννήσεις αλλοδαπών και καθηλώνει τις γεννήσεις των Κυπρίων. Και όσο αυτή η στρέβλωση δεν διορθώνεται, το δημογραφικό πρόβλημα δεν θα επιλύεται — θα βαθαίνει, υπονομεύοντας το μέλλον της κοινωνίας και της χώρας.
*Μέλος της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων