Καθηλωμένα σε γηροκομεία 300 άτομα με αναπηρίες
Το κράτος αναζητεί ακόμη λύσεις και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας
Σε στέγες ηλικιωμένων βρίσκονται άνθρωποι με αναπηρίες από την ηλικία των 19 ετών, καθώς η απουσία κατάλληλων δομών τούς στερεί τη δυνατότητα να ζουν σε ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους. Την ίδια ώρα, η νομοθεσία του 1991 και οι πολυετείς καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό του πλαισίου αναδεικνύουν τα σοβαρά κενά στην ανεξάρτητη διαβίωση και την εξατομικευμένη φροντίδα.
Άνθρωποι με αναπηρίες, αυτισμό ή ψυχικές παθήσεις αναγκάζονται να διαμένουν σε δομές που δεν είναι σχεδιασμένες για τις ανάγκες τους. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Σ», σε ορισμένες περιπτώσεις συγκατοικούν ακόμη και στο ίδιο δωμάτιο με ηλικιωμένους που πάσχουν από άνοια ή αλτσχάιμερ, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την ποιότητα της φροντίδας, την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, περίπου 300 άτομα με αναπηρίες φιλοξενούνται σε στέγες ηλικιωμένων σε ολόκληρη την Κύπρο, εκ των οποίων περίπου 150 έχουν ψυχικές παθήσεις. Οι διαφορετικές ανάγκες τους απαιτούν εξειδικευμένη υποστήριξη, την οποία δεν είναι δεδομένο ότι μπορεί να προσφέρει μια δομή σχεδιασμένη πρωτίστως για ηλικιωμένους.
Από την ηλικία των 19 ετών
Σύμφωνα με την πρόεδρο της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων, Θέμιδα Ανθοπούλου, τα παραδείγματα αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες των φιλοξενουμένων και στο περιβάλλον στο οποίο καταλήγουν να ζουν. Άτομα ηλικίας 19, 20 ή 30 ετών, με νοητικές ή άλλες αναπηρίες, βρίσκονται σε δομές όπου φιλοξενούνται άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές ανάγκες φροντίδας.
Κρίσιμο ερώτημα αποτελεί και το κατά πόσον οι συγκεκριμένες δομές διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό, τις υποδομές, τις θεραπευτικές και κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και τα εξατομικευμένα προγράμματα που χρειάζεται κάθε φιλοξενούμενος.
Όπως υποστηρίζει, ένας νέος ενήλικας με αυτισμό ή σοβαρή νοητική αναπηρία μπορεί να χρειάζεται συστηματική υποστήριξη για την επικοινωνία, την αυτοεξυπηρέτηση, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Ένα άτομο με ψυχική πάθηση ενδέχεται να χρειάζεται διαφορετικού τύπου υποστήριξη, θεραπευτική παρακολούθηση και ένα περιβάλλον που ενισχύει την κοινωνική επανένταξη. Αντίστοιχα, ένας ηλικιωμένος με προχωρημένη άνοια μπορεί να απαιτεί συνεχή επίβλεψη και εξειδικευμένη φροντίδα λόγω της κατάστασής του.
Όταν όλες αυτές οι διαφορετικές ανάγκες καλούνται να καλυφθούν στο πλαίσιο μιας κοινής δομής, χωρίς την κατάλληλη οργάνωση και στελέχωση, τίθεται ζήτημα ουσιαστικής επάρκειας της φροντίδας.
Υπογράμμισε ότι το κράτος οφείλει να δημιουργήσει εξατομικευμένες υπηρεσίες, αντί να αντιμετωπίζει την τοποθέτηση σε μια υφιστάμενη στέγη ως λύση για κάθε περίπτωση που δεν μπορεί να υποστηριχθεί στο οικογενειακό περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν πρόκειται για νέους ανθρώπους που έχουν μπροστά τους δεκαετίες ζωής. Η διαμονή σε μια δομή ακατάλληλη για τις ανάγκες τους ενδέχεται να περιορίσει τις ευκαιρίες για ανάπτυξη δεξιοτήτων, προσωπική εξέλιξη, κοινωνικές σχέσεις και συμμετοχή στην κοινότητα.
Ένας φροντιστής για 25 ενοίκους
Ακόμη ένα σημαντικό ζήτημα είναι η αναλογία προσωπικού και φιλοξενουμένων. Σύμφωνα με όσα ανέφερε η πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει αναλογία μέχρι και ενός φροντιστή για 25 άτομα. Η ίδια υπογράμμισε ότι ορισμένοι άνθρωποι με σύνθετες και σοβαρές αναπηρίες χρειάζονται εξατομικευμένη υποστήριξη, η οποία μπορεί να φτάνει ακόμη και στη συνεχή φροντίδα ένας προς έναν.
Η φροντίδα ενός ανθρώπου με υψηλό βαθμό εξάρτησης δεν εξαντλείται στην παροχή τροφής, στην καθαριότητα ή στην επίβλεψη. Μπορεί να απαιτεί βοήθεια στην επικοινωνία, υποστήριξη στην κινητικότητα, διαχείριση συμπεριφορικών δυσκολιών, τήρηση θεραπευτικών οδηγιών και δραστηριότητες που ενισχύουν την αυτονομία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε στέγη ηλικιωμένων αδυνατεί να προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες, αλλά ότι η καταλληλότητα της δομής και η επάρκεια του προσωπικού πρέπει να αξιολογούνται σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες κάθε ενοίκου.
Η συζήτηση αφορά, επομένως, τόσο τη δημιουργία νέων δομών όσο και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η φροντίδα. Η ΚΥΣΟΑ ζητά εξατομικευμένες παροχές, ενώ η ανάγκη για επαρκή στελέχωση, κατάλληλη εκπαίδευση και εξειδικευμένες υπηρεσίες αναδεικνύεται ως βασικό στοιχείο της συζήτησης.
Νόμος του 1991 και νέες καθυστερήσεις
Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των στεγών ηλικιωμένων και αναπήρων παραμένει σε μεγάλο βαθμό βασισμένο στη νομοθεσία του 1991, ενώ οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της συζητούνται εδώ και περίπου μία δεκαετία, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία που θα οδηγούσε στην κατάθεση νέου νομοσχεδίου.
Σύμφωνα με το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, βρίσκεται σε εξέλιξη καταγραφή των προβλημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας. Η σύνταξη του τροποποιητικού νομοσχεδίου δεν έχει ακόμη αρχίσει, ενώ το χρονοδιάγραμμα μετατέθηκε για το 2027.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το τι θα μεσολαβήσει μέχρι την εφαρμογή ενός νέου πλαισίου. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος προϋποθέτει κατάλληλες δομές, εκπαιδευμένο προσωπικό, επαρκή χρηματοδότηση και συγκεκριμένο σχέδιο μετάβασης για τους ανθρώπους που σήμερα φιλοξενούνται σε στέγες ηλικιωμένων. Σύμφωνα με την ΚΥΣΟΑ, η αλλαγή του νόμου αποτελεί αναγκαίο βήμα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της, καθώς χωρίς τις αντίστοιχες υπηρεσίες υπάρχει ο κίνδυνος οι υφιστάμενες πρακτικές να συνεχιστούν ακόμη και υπό ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο.
Καμπανάκι από την Επίτροπο Διοικήσεως
Σημειώνεται ότι σε έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εισηγήθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες να εντοπίσουν και να καταγράψουν τα άτομα με αναπηρίες που διαμένουν σε στέγες ηλικιωμένων και να καταρτίσουν σχέδιο για τη μετακίνησή τους σε κατάλληλα πλαίσια διαβίωσης.
Η παρέμβαση ακολούθησε απροειδοποίητες επισκέψεις λειτουργών του Γραφείου της Επιτρόπου σε ιδιωτικές στέγες ηλικιωμένων στη Λεμεσό και την Πάφο, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2025 αντίστοιχα. Κατά τις επισκέψεις εξετάστηκαν οι χώροι διαμονής, οι κοινόχρηστοι χώροι και οι προσωπικοί και ιατρικοί φάκελοι των ενοίκων, ενώ διερευνήθηκαν και αναφορές συγγενών για τις συνθήκες διαμονής και τη μεταχείριση των ανθρώπων που φιλοξενούνταν εκεί.
Η σημασία της έκθεσης βρίσκεται στο γεγονός ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πρόβλημα κοινωνικής πολιτικής ή διαχείρισης των διαθέσιμων θέσεων φιλοξενίας, αλλά και ως ζήτημα προστασίας των δικαιωμάτων των ανθρώπων που ζουν στις συγκεκριμένες δομές. Η καταγραφή των περιπτώσεων και ο σχεδιασμός της μετακίνησης σε κατάλληλα πλαίσια διαβίωσης καθιστούν αναγκαία την παρακολούθηση της εφαρμογής των συστάσεων, ώστε να διαπιστωθεί πόσοι άνθρωποι έχουν καταγραφεί, ποια εξατομικευμένα σχέδια απαιτούνται και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υλοποίησή τους.
Καταγγελίες για κακοποίηση και ελλείψεις στην εποπτεία
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας, Δήμος Αντωνίου, αναφέρει ότι το 2024 καταγράφηκαν περίπου 270 αναφορές κακομεταχείρισης ή κακοποίησης ηλικιωμένων, από τις οποίες 15 αφορούσαν επίσημα περιστατικά σε στέγες, έναντι 11 το 2023.
Υποστήριξε ότι αρκετές οικογένειες διστάζουν να κατονομάσουν συγκεκριμένες δομές, φοβούμενες πιθανές συνέπειες για τους συγγενείς τους που εξακολουθούν να διαμένουν εκεί. Επισήμανε επίσης τις δυσκολίες διερεύνησης περιστατικών σε περιπτώσεις ανθρώπων με άνοια, οι οποίοι ενδέχεται να μην είναι σε θέση να περιγράψουν με σαφήνεια όσα έχουν βιώσει.
Το κόστος της ανεξάρτητης διαβίωσης
Η δημιουργία κατάλληλων δομών απαιτεί πόρους και η αντιμετώπιση του προβλήματος θα χρειαστεί δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, ενώ παράλληλα οι υπηρεσίες πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε ατόμου.
Ανάλογα με τις ανάγκες, οι λύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν μικρές υποστηριζόμενες κατοικίες, κοινοτικές δομές, υπηρεσίες προσωπικής βοήθειας και εξειδικευμένα προγράμματα για ανθρώπους που χρειάζονται αυξημένη ή συνεχή φροντίδα. Δεν υπάρχει μία ενιαία λύση που να ανταποκρίνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Απαιτείται αξιολόγηση κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, σε συνεργασία με τον ίδιο, την οικογένειά του όπου αυτό είναι κατάλληλο και τους επαγγελματίες που τον υποστηρίζουν.
Το ίδιο σημαντική είναι η στήριξη των οικογενειών. Όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες υπηρεσίες, το βάρος της φροντίδας μεταφέρεται συχνά στους συγγενείς, οι οποίοι ενδέχεται να μην έχουν τους οικονομικούς πόρους ή τις απαραίτητες γνώσεις για να καλύψουν σύνθετες ανάγκες. Η έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης επιβαρύνει τις οικογένειες και περιορίζει τις δυνατότητές τους να εξασφαλίσουν την κατάλληλη φροντίδα για τους ανθρώπους τους.