Αναλύσεις

Κλίμα τοξικότητας και εργασιακό περιβάλλον: Η αντιεπαγγελματική φθορά της ευσυνειδησίας

«Αφιερωμένο σε μια φίλη που εργάζεται άοκνα και αθόρυβα».

Το εργασιακό περιβάλλον όπως συμβαίνει και με άλλα κοινωνικά σκηνικά, αποτελεί εξίσου μικρογραφία της ευρύτερης κοινωνίας, όπου εμπεδώνονται ιεραρχικές δομές και κατά συνέπεια διαστρωματωμένες σχέσεις, πρότυπα συμπεριφοράς, συλλογικές αντιλήψεις και προσωπικές ταυτότητες. Κάθε δημόσιος και ιδιωτικός οργανισμός (ανα)συγκροτείται και λειτουργεί μέσα από συγκεκριμένους τρόπους διαρρύθμισης, εφαρμόζοντας επίσημους και ανεπίσημους κανόνες, μηχανισμούς αναγνώρισης ή αποκλεισμού. Όταν τούτη η μικρογραφία όμως διέπεται από ανακυκλωνόμενο αυταρχισμό, καθεστώς ανασφάλειας και έλλειψη σεβασμού, πέρα από την εργασιακή δυσφορία, σταδιακά επισύρει και την απώλεια του επαγγελματισμού, με την αγένεια να προβάλλεται σαν ειλικρίνεια, την επιθετικότητα σαν δυναμισμό, την υπέρμετρη πίεση σαν υποχρέωση και την νεκρική σιωπή απέναντι στην κάθε λογής αυθαιρεσία σαν ωριμότητα. Με την σειρά της, η συλλογική ανοχή μετατρέπεται σε μηχανισμό (ανα)παραγωγής ή αύξησης υφιστάμενων αντιεπαγγελματικών χαρακτηριστικών, ενώ η καθημερινότητα στην εργασία θυμίζει κακοφορμισμένη παράσταση (που θα στιχουργούσε κι ο ποιητής). Με άλλα λόγια, όλοι αντιλαμβάνονται τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα οξύμωρα (προ)σχήματα που εμπεδώνονται στο εργασιακό περιβάλλον, όμως εξακολουθούν να υποκρίνονται απαρέγκλιτα τον ρόλο τους. Ο αυθαίρετος καταδεικνύεται σαν παραγωγικός, ο αδιάφορος σαν ψύχραιμος και ο μέτριος σαν ασφαλής επιλογή. Έπειτα, η «χοντροκομμένη γλώσσα» τέτοιου κακογραμμένου σεναρίου, μάλλον εγκωμιάζει την πραγματικότητα ως έχει παρά να την αφορίζει.

Εδώ η σκέψη του Georg Simmel (Γερμανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, 1858-1918) προσφέρει μια χρήσιμη ερμηνευτική προοπτική. Το κοινωνικό γίγνεσθαι συνιστά μια δυναμική διαδικασία η οποία εξυφαίνεται μέσα από (δια)κυμαινόμενες αλληλεπιδράσεις, συνεργασίες, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις. Αντίστοιχα, το κλίμα τοξικότητας δεν συνιστά αποκλειστικά γνώρισμα ορισμένων προσώπων, αλλά «διαχέεται» μέσα από καθημερινές πρακτικές που συστήνουν τη γενικότερη οργανωσιακή κουλτούρα οποιουδήποτε εταιρικού φορέα. Ένα ειρωνικό σχόλιο, μια δημόσια απαξίωση ή υπερβολική αντίδραση, μπορεί να εκλαμβάνονται ως ασήμαντα γεγονότα, όμως με την συνεχή τους επανάληψη συνθέτουν «μόνιμες προδιαγραφές» των εργασιακών σχέσεων που εκτυλίσσονται. Έπειτα, η συσσώρευση ενδόμυχης καχυποψίας γεννά αισθήματα αποξένωσης, που ακολούθως οδηγούν στην απώλεια εμπιστοσύνης με κεντρικό άξονα την έκφραση επιθετικότητας, κυριότερα για λόγους αυτοπροστασίας. Η (ανα)παραγόμενη σύγκρουση, όπου κατά τον Simmel ενδεχομένως μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά υπό κάποιες προϋποθέσεις, τελικά οδηγείται σε αντιπαλότητα επικράτησης και αναπόφευκτα συνδέεται το εξουσιαστικό κομμάτι της ιεραρχικής δομής.

Επιπρόσθετα, μέσα από τον ιδεότυπο της νομιμοποίησης του Max Weber (Γερμανός κλασικός κοινωνιολόγος και στοχαστής, 1864-1920), επιβεβαιώνεται η σημασία των θεσμικών ρόλων, όπως και των κανόνων που τους διέπουν. Όταν η ιεραρχική θέση συγχέεται με την άκρατη προσωπική επιβολή, τότε η αξιολόγηση μετατρέπεται σε μηχανισμό φόβου, η πειθαρχία σε απαίτηση υποταγής, η εξουσία αυτή καθαυτή σε προνόμιο ασυδοσίας. Τότε η κατ’ ευφημισμό λεγόμενη ισονομία, εφαρμόζεται επιλεκτικά ή κατά το δοκούν στο εργασιακό περιβάλλον, εφόσον απαιτείται αυτοσυγκράτηση από τους υφισταμένους ή τους «δεκτικούς», ενώ οι υπερβολές των προϊστάμενων ή των «νταήδων», αντιμετωπίζονται με εξαιρετική επιείκεια. Σε τέτοιες συνθήκες μάλιστα, η μετριότητα τυγχάνει και θεσμικής προστασίας, εφόσον δεν αποτελεί πρόβλημα η απουσία ικανοτήτων, αλλά η επιβράβευση της συμμόρφωσης σε βάρος της επάρκειας. Άλλως πως, ο εργαζόμενος που δεν αμφισβητεί ή δεν αντιστέκεται θεωρείται κατάλληλος, ενώ εκείνος που διαθέτει γνώση και πρωτοβουλία με κριτική σκέψη, αντιμετωπίζεται ως «προβληματικό στοιχείο». Κατά συνέπεια, η αδικημένη ικανότητα γίνεται ένα από τα πλέον ανεκδιήγητα δεδομένα οργανωσιακής παρακμής.

Το θεωρητικό σχήμα περί ανομίας που διατύπωσε ο Emile Durkheim (Γάλλος κοινωνιολόγος, 1858-1917), φωτίζει τη συντελούμενη τούτη διάβρωση. Όταν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά και οι θεσμικές αρχές υποχωρούν μπροστά στις προσωπικές επιδιώξεις, δυναμιτίζεται η κοινή αντίληψη περί δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα η αυθαιρεσία να μεταβάλλεται σε κανονικότητα και η αξιοκρατία σε διακηρυκτική υποχρέωση. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφύεται και η κοινωνική ιδιωτεία ως έκφραση της αποσύνδεσης του ατομικού συμφέροντος από τη συλλογική ευθύνη. Όπως έχουμε σημειώσει και άλλοτε (https://shorturl.at/NXitY), κάτω από ανάλογες προϋποθέσεις η δημόσια σφαίρα αντί να υπηρετεί το κοινό αγαθό, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο λεηλασίας, όπου θεσμικές αρμοδιότητες, κοινοί πόροι και θέσεις ευθύνης, μετατρέπονται σε μέσα προσωπικής ή ιδεολογικής επικράτησης, όπου η ιδιοτέλεια περιβάλλεται τον μανδύα της θεσμικότητας και η ευσυνειδησία αντιμετωπίζεται ως παρασιτική εξαίρεση. Ως απόρροια, η μετριότητα συγκροτεί δίκτυα αμοιβαίας προστασίας (κλίκες), ενώ η επίκληση του δημόσιου συμφέροντος μπορεί κάλλιστα να συγκαλύπτει την ιδιωτική του οικειοποίηση. Επομένως πρόκειται για μια βαθύτερη αντιστροφή αξιών, όπου το συλλογικό αγαθό ιδιωτικοποιείται στην πράξη, ενώ συγχρόνως η ιδιοτέλεια παρουσιάζεται ως δημόσια προσφορά.

Στη μετανεωτερική εργασιακή πραγματικότητα όπου απουσιάζει και η κοινωνική μόρφωση, το κλίμα τοξικότητας αποκτά πιο σύνθετες μορφές, ενόσω χαρακτηριστικά όπως τη διαρκή ευελιξία, την παντοτινή διαθεσιμότητα και την ατομική ευθύνη, προβάλλονται σαν αυτο(α)νόητες επαγγελματικές αρετές. Έτσι, η γενικότερη οργανωσιακή δυσλειτουργία μεταφέρεται στις πλάτες του εργαζομένου, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί μόνος την ανασφάλεια και την εξάντληση. Παράλληλα, η ψηφιακή επιτήρηση και οι απρόσωποι δείκτες αποδοτικότητας, μπορούν να προβάλλουν την υπέρμετρη πίεση ως τεχνολογική ή οικονομική αναγκαιότητα. Μέσα από τούτη την αλήθεια, ανθίζει και ευδοκιμεί ως παραφυάδα η επιστημονικοφάνεια. Συνεργάτες περιβάλλουν τις απόψεις τους με τεχνική ορολογία και επίφαση τεκμηρίωσης, υπηρετώντας εναλλάξ προσωπικές ή ιδεολογικές σκοπιμότητες. Η επίκληση της επιστήμης μετατρέπεται σε κοινωνικό κύρος (επίσης κατά την βεμπεριανή προσέγγιση), ενώ η ουσιαστική γνώση, υποχωρεί αναφανδόν μπροστά στην επικοινωνιακή διαχείριση της επάρκειας. Παράπλευρη τραγική ειρωνεία είναι ότι διάφοροι οργανισμοί που διακηρύσσουν την αριστεία, μπορεί να επιβραβεύουν εκείνους που υποκρίνονται πειστικότερα την επιστημονικότητα.

Η Arlie Russell Hochschild (Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, 1940), διατυπώνοντας την έννοια της συναισθηματικής εργασίας, ανέδειξε τις απαιτήσεις διαχείρισης των συναισθημάτων στους επαγγελματικούς ρόλους που αγγίζουν τα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας. Σε ένα κλίμα τοξικότητας, ο εργαζόμενος καλείται να παραμένει ευγενικός όταν υποτιμάται, ψύχραιμος όταν αδικείται και αποδοτικός όταν εξαντλείται. Η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό βίωμα και στην ελεύθερη έκφραση προξενεί εσωτερική φθορά. Η προσωπική ευθύνη μπορεί να μην καταργείται, αλλά ούτε μπορεί να αποσυνδεθεί από το άμεσο ή έμμεσο κοινωνικό περιβάλλον από το οποίο επηρεάζεται, καθότι άνθρωποι ευσυνείδητοι και συνεργατικοί, ενδέχεται σταδιακά να γίνουν αμυντικοί, κακότροποι, δύσπιστοι, σιωπηλοί ή απόμακροι. Η φθορά δεν αφορά πλέον μόνο την επαγγελματική τους πορεία, αλλά και την ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη τους, λόγω συνεχούς και ενίοτε επιτηδευμένης αδικίας. Οποιαδήποτε πρόθεση για διαχείριση του κλίματος τοξικότητας όμως, απαιτεί πρωτίστως θεσμική λογοδοσία, διαφανείς διαδικασίες και ουσιαστικό σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Συνεπάγεται δομημένη οργανωσιακή κουλτούρα, όπου αποκρυσταλλώνει τη συνεργασία από την υποταγή, την επιστημονική τεκμηρίωση από την επίφαση γνώσης, τη δημόσια ευθύνη από την ιδιοτελή διαχείριση της ιεραρχικής δομής.

Καταλήγοντας, όπως έγραψε κάποτε ο Φρίντριχ Σίλερ (Γερμανός φιλόσοφος και ιστορικός, 1759-1805), «ενάντια στη βλακεία, ακόμη και οι θεοί αγωνίζονται μάταια» και το εργασιακό περιβάλλον δεν αποτελεί καθόλου εξαίρεση. Ίσως μάλιστα το αόρατο κόστος ενός διαμορφωνόμενου κλίματος τοξικότητας, να μην είναι το προϊόν και η επιβολή της μετριότητας, αλλά η “a priori” εξουσία που της εκχωρείται και η νεκρική σιωπή που τη νομιμοποιεί, με όλα τα συνοδά αποτελέσματα.

*Κοινωνιολόγος