Παρακολουθήσεις: Aσπίδα ή υπερεξουσία;
Με τρία νομοθετήματα, η Kυβέρνηση ζητά ευρύτερες εξουσίες, προκαλώντας ισχυρές θεσμικές και πολιτικές αντιδράσεις
Με επίκληση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και της κρατικής ασφάλειας, η Κυβέρνηση προωθεί τρία αλληλένδετα νομοθετήματα που διευρύνουν την άρση τηλεπικοινωνιακού απορρήτου και ανοίγουν τον δρόμο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παρακολουθήσεις με γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα χωρίς προηγούμενο δικαστικό ένταλμα. Η συζήτηση στην Επιτροπή Νομικών ανέβασε ήδη πολιτική και θεσμική θερμοκρασία.
Δεν πρόκειται για μία ακόμη τεχνική τροποποίηση νόμου. Το πακέτο που βρίσκεται αυτές τις μέρες ενώπιον της Βουλής συνιστά μια συνολική απόπειρα αναδιάταξης του πλαισίου των παρακολουθήσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυβέρνηση δεν φέρνει μόνο αλλαγές στον νόμο για την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, αλλά συνδέει το νέο μοντέλο με την ΚΥΠ και με αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου 17 του Συντάγματος, δηλαδή της συνταγματικής διάταξης που κατοχυρώνει το απόρρητο της αλληλογραφίας και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας.
Το σημείο… τριβής
Η υπόθεση μπήκε σε φάση επιτάχυνσης μέσα στην εβδομάδα. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, το θέμα συζητήθηκε την Τετάρτη, 11 Μαρτίου, παρουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, του Αρχηγού Αστυνομίας και του Διοικητή της ΚΥΠ. Κατά τη συνέχεια της διαδικασίας έγινε κατ’ άρθρον συζήτηση και ορίστηκε έκτακτη συνεδρία για την Παρασκευή, 13 Μαρτίου, για τις τελικές τοποθετήσεις ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ και το ημερολόγιο της Βουλής κατέγραφε συνεδρία της Επιτροπής Νομικών την ίδια ώρα.
Το πιο βαρύ πολιτικά και θεσμικά στοιχείο του πακέτου είναι ότι δημιουργείται διπλή διαδρομή έγκρισης. Για τις ποινικές υποθέσεις, η λογική παραμένει ότι η Αστυνομία θα ζητά δικαστικό ένταλμα για άρση απορρήτου. Για τις εξαιρετικές, όμως, περιπτώσεις που συνδέονται με την ασφάλεια και την κυριαρχία της Δημοκρατίας, προτείνεται να μπορεί να δοθεί γραπτή έγκριση από τον Γενικό Εισαγγελέα χωρίς προηγούμενη δικαστική εμπλοκή. Αυτό είναι το σημείο που προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, ακριβώς επειδή μετακινεί το κλειδί της προληπτικής έγκρισης από τον δικαστή στον νομικό σύμβουλο του κράτους.
Η προτεινόμενη αυτή μετατόπιση δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Αντιθέτως, είναι ο πυρήνας της σύγκρουσης. Μέχρι σήμερα, το άρθρο 17 του Συντάγματος συνδέει την επέμβαση στο απόρρητο με δικαστικό έλεγχο. Γι’ αυτό και η Κυβέρνηση προχωρεί παράλληλα σε συνταγματική τροποποίηση: επειδή, χωρίς ρητή μεταβολή του συνταγματικού πλαισίου, η νέα εξουσία που επιχειρεί να δοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα θα προσέκρουε στο ισχύον καθεστώς προστασίας της ιδιωτικής επικοινωνίας.
Γιατί το θέλουν στη φαρέτρα τους Κυβέρνηση-Αστυνομία
Η Κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν κρύβει ότι θέλει πιο επιθετικό οπλοστάσιο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρουσίασε τα νομοσχέδια ως ουσιαστική απάντηση στην εγκληματική δράση, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης μίλησε με όρους επείγοντος για την ανάγκη να δοθούν μέσα στις κρατικές υπηρεσίες λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια της χώρας και για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Μάλιστα, στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής έγινε λόγος για «υπερόπλο», για ανάγκη ιχνηλάτησης κάθε παρακολούθησης και για αυστηρές ποινές σε περιπτώσεις παράνομης επιτήρησης.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η επιχειρηματολογία της Αστυνομίας και της ΚΥΠ. Ο Αρχηγός Αστυνομίας φέρεται να τόνισε ότι το νέο εργαλείο είναι κρίσιμο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος και για τη συγκέντρωση μαρτυρίας ικανής να σταθεί στο δικαστήριο. Ο δε Διοικητής της ΚΥΠ επέμεινε ότι χωρίς ταχύτητα και εμπιστευτικότητα δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν τρομοκρατικές ή άλλες εξωτερικές ασύμμετρες απειλές. Η επίκληση της κρατικής ασφάλειας δεν είναι, συνεπώς, διακοσμητική. Είναι η βασική αιτιολογία πάνω στην οποία χτίζεται η πιο αμφιλεγόμενη εξουσία του νομοσχεδίου.
Ποια αδικήματα μπαίνουν στο κάδρο
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη Βουλή, διευρύνεται και ο κατάλογος των σοβαρών αδικημάτων για τα οποία θα μπορεί να ζητείται άρση απορρήτου. Στις νέες κατηγορίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, φόνος και απόπειρα φόνου, εμπορία προσώπων, αδικήματα παιδικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τρομοκρατία, κατασκοπία, σοβαρά κυβερνοεγκλήματα, υποθέσεις παράνομης διακίνησης μεταναστών, αδικήματα ναρκωτικών και, έπειτα από εισηγήσεις που κατατέθηκαν στην Επιτροπή, η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι το κράτος ζητά πολύ ευρύτερο πεδίο χρήσης του μέτρου απ’ ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα.
Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι ότι, όσο πλαταίνει ο κατάλογος των αδικημάτων, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για αυστηρότερες ασφαλιστικές δικλίδες. Και εδώ ακριβώς γεννιούνται τα σοβαρά ερωτήματα. Αν η επέμβαση στο απόρρητο πρόκειται να γίνεται πιο συχνά, με περισσότερα αδικήματα και με εμπλοκή της ΚΥΠ, τότε το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποτελεσματικότητα, αλλά και ποιος ελέγχει τον ελεγκτή. Διότι το απόρρητο των επικοινωνιών δεν είναι απλό δικονομικό προνόμιο· είναι θεμελιώδες δικαίωμα και η σμίκρυνσή του δεν μπορεί να γίνεται με γενικές διαβεβαιώσεις περί καλών προθέσεων.
Η ένταση στην Επιτροπή Νομικών
Η σύγκρουση στη Βουλή δεν άργησε να πάρει και καθαρά πολιτικά χαρακτηριστικά. Στη συνεδρία της Παρασκευής, 13 Μαρτίου, ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών Νίκος Τορναρίτης επιδίωξε να προχωρήσει άμεσα η κατ’ άρθρον εξέταση των νομοσχεδίων, ώστε το πακέτο να φτάσει σύντομα στην Ολομέλεια. Ο Άριστος Δαμιανού και ο Ανδρέας Πασιουρτίδης από πλευράς ΑΚΕΛ αντέδρασαν, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής χρόνος μελέτης και ότι επιχειρείται βιαστική προώθηση ενός εξαιρετικά σοβαρού πλαισίου. Η αντιπαράθεση ξέφυγε από τα όρια της τυπικής διαδικασίας και έδειξε ήδη ότι το θέμα δεν θα περάσει αθόρυβα.
Η αντίδραση αυτή δεν είναι τυχαία. Υπάρχει ήδη η αίσθηση ότι η Κυβέρνηση θέλει να κλείσει τον κύκλο πριν από τη λήξη της παρούσας κοινοβουλευτικής περιόδου. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι στόχος είναι να περάσει το νομοθετικό πακέτο πριν από τη διάλυση της Βουλής ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου. Αυτό προσθέτει στη συζήτηση ένα ακόμη στοιχείο καχυποψίας: όχι μόνο τι αλλάζει, αλλά και με ποια ταχύτητα και υπό ποια πολιτική πίεση επιχειρείται ν’ αλλάξει.
Τι υπήρχε ήδη και γιατί επανέρχεται
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα των επικριτών είναι ότι η Κύπρος δεν ξεκινά από λευκό χαρτί. Ο τροποποιητικός νόμος του 2020 για την παρακολούθηση συνδιαλέξεων είχε ήδη θεσπίσει πλαίσιο λειτουργίας, είχε προβλέψει επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου-πελάτη, είχε θέσει εποπτικό ρόλο για Τριμελή Επιτροπή και είχε ορίσει ότι οι πάροχοι πρέπει να διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή και λογισμικό για επισύνδεση. Μάλιστα, ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι τίθεται σε ισχύ με τον διορισμό της προβλεπόμενης Τριμελούς Επιτροπής.
Με πιο απλά λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί χρειάζεται νέο πλαίσιο, αλλά και γιατί το προηγούμενο, που είχε ήδη θεσπιστεί, δεν λειτούργησε στην πράξη. Η Κυβέρνηση απαντά ότι το νέο σχέδιο έρχεται να καλύψει επιχειρησιακά και συνταγματικά κενά, να βάλει σαφέστερους κανόνες και να επιτρέψει στο κράτος ν’ αξιοποιήσει ένα εργαλείο που άλλες χώρες χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια. Ωστόσο, αυτή η απάντηση δεν κλείνει τη συζήτηση· αντιθέτως την ανοίγει ακόμη περισσότερο, διότι πλέον δεν εξετάζεται μια απλή βελτίωση, αλλά η επέκταση της κρατικής εξουσίας σε ένα από τα πιο ευαίσθητα πεδία δημοκρατικής προστασίας.
Υπάρχει, τέλος, και η ευρύτερη πολιτική αφήγηση, μέσα στην οποία τοποθετείται το νομοσχέδιο. Από τον Φεβρουάριο, το Προεδρικό είχε συνδέσει την προώθηση της αλλαγής και με εισηγήσεις της ομάδας του FBI που είχε βρεθεί στην Κύπρο για ζητήματα εγκληματικότητας. Σήμερα, η Κυβέρνηση προσθέτει στο επιχείρημα και την περιφερειακή αστάθεια, παρουσιάζοντας το νέο πλαίσιο ως ασπίδα απέναντι σε ένα πιο σκληρό και σύνθετο περιβάλλον απειλών. Όσο, όμως, ισχυρότερο παρουσιάζεται το επιχείρημα της ασφάλειας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η υποχρέωση του κράτους ν’ αποδείξει ότι δεν μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα.
Το πραγματικό διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι αν το κράτος χρειάζεται εργαλεία για να χτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία. Αυτό ελάχιστοι το αμφισβητούν. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: ποιος κρατά το κλειδί του απορρήτου, με ποιον έλεγχο, με ποιες εγγυήσεις και με ποια όρια. Εκεί θα κριθεί τελικά αν το νέο πακέτο είναι πράγματι θεσμική ενίσχυση ή αν ανοίγει μια επικίνδυνη ρωγμή ανάμεσα στην ασφάλεια και στις ελευθερίες που οφείλει να προστατεύει το ίδιο το κράτος.