Αναλύσεις

Η δημόσια σφαίρα ως αντικείμενο λεηλασίας

Η διαφθορά πλέον στον κυπριακό και ευρύτερο ελλαδικό γεωγραφικό χώρο, έχει προ πολλού πάψει να εκπλήσσει. Εκείνο μάλιστα που συγκλονίζει περισσότερο, είναι η πλέρια άνεση με την οποία διενεργείται είτε εκδηλώνεται, το απύθμενο θράσος, το δεδομένο «τουπέ», η σχεδόν αυτονόητη βεβαιότητα ότι «έτσι είναι ή οφείλουν (sic) να είναι τα πράγματα». Τούτη η στάση, έχει εγκαθιδρύσει την αντίληψη μιας ελλαδικής και κυπριακής δημόσιας σφαίρας, που αντί να βιώνεται ως αποτέλεσμα οργανωμένης συλλογικότητας, κοινωνείται ως αντικείμενο λεηλασίας. Οι καταβολές του φαινομένου, δεν συστήνουν συγκυριακή ούτε σύγχρονη παθογένεια όπως νομίζεται ή θεωρείται από τις απλουστευτικές ερμηνείες που συχνά προβάλλονται στον δημόσιο λόγο. Ανάγονται πρωτίστως σε ιστορικοπολιτικά και ακολούθως σε κοινωνικοπολιτισμικά αίτια.

Συνοπτικά, κατά τις περιόδους της Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, η σχέση των ανθρώπων με την εκάστοτε εξουσία υπαγορευόταν από μια νοοτροπία δουλικής υποταγής ή άτυπης συναλλαγής, ένεκα του διαιωνιζόμενου καθεστώτος υπηκοότητας. Το καθεστώς τούτο, παρά τους όποιους αγώνες και θυσίες ενσωματώθηκε οργανικά ως κοινωνική εμπειρία στα δύο ανολοκλήρωτα κράτη που προέκυψαν στην Ελλάδα και την Κύπρο, εφόσον δεν συγκροτήθηκαν ποτέ ως φορείς οργανωμένης συλλογικότητας με μηχανισμούς αυτάρκειας, ήθος ελευθερίας και ανάλογα συμπαγείς ζυμώσεις. Αντίθετα, τα δύο κράτη συγκροτήθηκαν υπό τύπον οριοθετημένων τσιφλικιών ή φέουδων, όπου οι άνθρωποι ως κοινωνικοί δρώντες ανέκαθεν τα (μετα)χειρίζονταν (κατα)χρηστικά. Διότι ανεξαρτήτως κοινωνικής διαστρωμάτωσης, πολιτειακών θεσμών και ιεραρχικών δομών, κατά πλειοψηφία εμπέδωσαν το γεγονός να κινούνται ως υπήκοοι με όρους κοινωνικής ιδιωτείας, να χρησιμοποιούν το κράτος, να το ιδιοποιούνται κατακερματισμένα για προσωπικό όφελος, αλλά σπανίως να το συνδιαχειρίζονται ως πολίτες με όρους πολιτικής παράδοσης υπό την προϋπόθεση ενός γενικού καλού.

Ως αποτέλεσμα, από γενιά σε γενιά αναπαράγονται συγκεκριμένες κοινωνικές στάσεις και συναφείς πρακτικές, που δυσχεραίνουν (αν δεν καθιστούν εντελώς αδύνατη) την μετάβαση από την υπηκοότητα στην πολιτότητα. Ο υπήκοος, προσαρμόζεται και υπολογίζει επιτηδευμένα, αποφεύγει το κόστος της ευθύνης και αναζητά προστασία ως παθητικά εξαρτώμενος. Συνιστά αποκομμένο ιδιώτη από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, καρπώνεται το σύστημα δίχως να το αμφισβητεί ή να επιθυμεί οποιαδήποτε μεταβολή του. Εκ διαμέτρου αντίθετα, ο πολίτης συμμετέχει ισότιμα, αποφασίζει και υλοποιεί πράξεις, ελέγχει και αναλαμβάνει ευθύνη ως ενεργό μέλος μιας πολιτικής κοινότητας. Όταν κυριαρχεί η πρώτη κατάσταση, τότε η δημόσια σφαίρα μεταβάλλεται καθολικά σε ιδιωτική σφαίρα, σε επιλεκτική «ιδιωτική λέσχη», σε τεμάχιο ιδιοχρησίας, αντί για συνδεδεμένη πολιτική κοινότητα. Στο περιβάλλον αυτό ευνοείται η ανάδυση των εκάστοτε τυχοδιωκτών, όπου κανονικοποιείται ως αναστημένη μορφή «κοτζαμπασισμού» από το παρελθόν, με τωρινά όμως χαρακτηριστικά. Επομένως, τόσο οι «ισχυροί» όσο και οι «θεσίτες» δεν υπερέχουν κατ’ ανάγκην λόγω ικανότητας, αλλά μάλλον διότι εκμεταλλεύονται τεχνηέντως τις αδυναμίες μεμονωμένων ατόμων, κοινωνικών και άλλων ομάδων, τα πλέγματα συμφερόντων που υπάρχουν. Με τον ίδιο τρόπο η δημόσια σφαίρα λειτουργεί ως πεδίο κατάκτησης, ενώ η ιδιωτική σφαίρα διατηρεί μια δουλική συναλλαγή μαζί της. Στη θέση της κοινωνικής εμπιστοσύνης, εγκαθίσταται μια επιτηδευμένη ισορροπία συμφερόντων. Οι κλίκες λειτουργούν ως άτυποι μηχανισμοί εξουσίας με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά συμμοριών, παράλληλα η διαφθορά συγχωνεύεται ως θέσμια πρακτική, και το θράσος παύει να στιγματίζεται, ενώ και τα τρία εκλαμβάνονται περίπου ως προαπαιτούμενα για επιτυχία.

Η συνθήκη αυτή διαπερνά εγκάρσια όλες τις κοινωνικές δομές. Στον δημόσιο τομέα, η λογική της εξυπηρέτησης υποχωρεί μπροστά στην κατοχύρωση και τη συγκέντρωση προνομίων. Στον ιδιωτικό τομέα, η καινοτομία υποτάσσεται στην πρόσβαση και τη διασύνδεση. Στην σκάλα της οικονομίας, η δημιουργία πλούτου συναρτάται με την εγγύτητα και πρόσβαση σε μηχανισμούς εξουσίας. Πιο χαρακτηριστικά, στην παιδεία η καλλιέργεια κοινωνικής μόρφωσης και ευθύνης, υποχωρεί έναντι δεξιοτήτων προσαρμογής και στείρων γνώσεων, στον ακαδημαϊκό χώρο η πρωτότυπη αυθεντικότητα και αναζήτηση της αλήθειας μάλλον σκιάζεται από ιδεολογικά φληναφήματα και λογικές επιβίωσης ή δικτύωσης, τα Μέσα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, αντί να λειτουργούν ως οχυρό διαφάνειας, πολλές φορές μετατρέπονται σε φορείς ατζέντας ή θυροφύλακες. Κατά συνέπεια, η πραγματικότητα (κατα)τεμαχίζεται, ο αποδέκτης τελικά κουράζεται, αποστασιοποιείται και σιωπά. Τούτη η σιωπή, λειτουργεί αθόρυβα ως έμμεση αποδοχή.

Κοινωνιολογικά μιλώντας, η συγκεκριμένη κατάσταση μπορεί να αναλυθεί μέσω των θεωριών της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και των μηχανισμών αμοιβαίας ανταλλαγής, καθότι η κατάσταση αυτή δεν επιβάλλεται αποκλειστικά «από πάνω», αλλά ταυτόχρονα αναπαράγεται καθημερινά «από μέσα». Οι σχέσεις βασίζονται σε κοινωνικές προσδοκίες, άτυπες συμβάσεις και δίκτυα που αναπαράγουν διαρθρωτικές ανισότητες. Κι όμως, κατά το όντως ελληνικό κάπου εξακολουθούν να επιμένουν φιλότιμα αντιπαραδείγματα. Μικρές κοινότητες και οργανώσεις πολιτών που αποδεικνύουν ότι η συμμετοχή μπορεί να αλλάξει τις κοινωνικές δομές και ότι η συλλογική ευθύνη μπορεί να γίνει και προσωπική υπόθεση. Εκπαιδευτικοί που προάγουν ανοιχτή γνώση, δημοσιογράφοι που υπερασπίζονται την αλήθεια, επιχειρηματίες που επιλέγουν διαφάνεια έναντι «συνοπτικών διαδικασιών», καταδεικνύουν ότι εναλλακτική πορεία υπάρχει. Το κράτος και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να νοηθεί ως έργο κοινοπραξίας παρά ως περιστασιακό «λάφυρο». Η τακτική συμμετοχή στα κοινά, μπορεί να γίνει διαρκής πράξη, παρά να μένει ως σύνθημα.

Η υπέρβαση, ωστόσο, δεν είναι ανώδυνη. Προϋποθέτει μετατόπιση στάσης. Δηλαδή έκθεση, συνέπεια, σύγκρουση και ανασύνθεση. Η μετάβαση από τον ιδιώτη στον πολίτη, συνεπάγεται κόστος προσωπικό, επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό. Η αδράνεια όμως συμβάλλει στην κοινωνική στασιμότητα και την αυξητική τάση μιας ήδη «νομιμοποιημένης» διαφθοράς. Η ενίσχυση της θεσμικής διαφάνειας και του ουσιαστικού ελέγχου, η καλλιέργεια παιδείας πολιτότητας που υπερβαίνει την απλή προσαρμογή, καθώς και η στήριξη μικρών, ενεργών πυρήνων συμμετοχής σε τοπικό και κοινωνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου αξιοποίησης της τεχνολογίας, μπορούν να λειτουργήσουν ως αναγκαίοι όροι μεταστροφής. Δίχως αυτή τη μετατόπιση, το θράσος θα συνεχίσει να παρουσιάζεται ως ικανότητα, οι κλίκες ως «δίκτυα», οι σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες ως «άτρωτοι» και η διαφθορά ως παγιωμένος νόμος. Τελικό αποτέλεσμα; Tο ελλαδικό και κυπριακό κράτος δεν θα συνεχίζουν να είναι απλώς αδύναμα ώστε να συναγωνιστούν τα πιο αναπτυγμένα. Θα είναι διαθέσιμα σε όποιον τυχοδιώκτη επιδιώκει να τα λυμαίνεται όπως συμβαίνει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Και όταν το κράτος δεν ανήκει στους πολίτες, καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια να ανήκει σε εκείνους που προλαβαίνουν να το λεηλατήσουν.

*Κοινωνιολόγος