Αναλύσεις

Από τη βρετανική συνενοχή στη συνολική διεκδίκηση

Δεν μπορεί η Ευρώπη να μιλά για «ασφάλεια» και ταυτόχρονα ν’ ανέχεται την κατοχή του 37% του εδάφους ενός κράτους-μέλους της.

Η πρόσφατη συζήτηση που άνοιξε στις Βρυξέλλες για το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων, προκαλώντας εμφανή νευρικότητα στο Λονδίνο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ιδωθεί ως ένα μεμονωμένο διπλωματικό επεισόδιο. Αποτελεί τον καθρέφτη μιας ιστορικής αδικίας που διαρκεί δεκαετίες και, ταυτόχρονα, την πρώτη πραγματική χαραμάδα ελπίδας για την ανατροπή των κατοχικών δεδομένων. Για να κατανοήσουμε όμως τη σημασία της σημερινής κινητικότητας, οφείλουμε ν’ ανασύρουμε την ιστορική αλήθεια από το σκοτάδι της διπλωματικής αβροφροσύνης.

Η Μεγάλη Βρετανία, ως πρώην αποικιακή δύναμη και εγγυήτρια χώρα, φέρει την κύρια ευθύνη για τη γέννηση και τη συντήρηση του κυπριακού προβλήματος. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το Λονδίνο εφάρμοσε με χειρουργική ακρίβεια τη στρατηγική τού «διαίρει και βασίλευε», δημιουργώντας και ενθαρρύνοντας συστηματικά τις τουρκικές βλέψεις πάνω στην Κύπρο. Στόχος δεν ήταν η ειρήνη, αλλά η υπονόμευση του αγώνα της απελευθέρωσης από τον αποικιακό ζυγό και η διατήρηση του στρατηγικού ελέγχου στο νησί μέσω της δημιουργίας μιας τεχνητής διαμάχης.

Το Κυπριακό δεν υπήρξε ποτέ μια απλή "διακοινοτική διαφορά"· υπήρξε το προϊόν μιας αποικιοκρατικής μεθοδολογίας, που χρησιμοποίησε την Άγκυρα ως μοχλό πίεσης κατά του κυπριακού Ελληνισμού. Η Τουρκία, με μια επιθετική και μεθοδευμένη ρητορική, κατάφερε να επιβάλει διεθνώς την πλάνη μιας εσωτερικής διένεξης δύο κοινοτήτων. Το τραγικό είναι ότι ο ίδιος ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υποκύπτοντας στις τουρκικές αξιώσεις, αυτοακυρώνεται και υποβιβάζει το αξίωμά του, δεχόμενος να παρακάθεται σε συνομιλίες με την υπόσταση του "κοινοτάρχη".

Με αυτήν την τακτική της αυτοϋποτίμησης υποσκάπτουμε μόνοι μας την κρατική μας οντότητα, προσφέροντας στην Τουρκία το άλλοθι να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και να εμφανίζεται προκλητικά ως τρίτος παρατηρητής αντί για τον διεθνή εγκληματία και εισβολέα.

Αυτό το καθεστώς της διπλωματικής αυτοχειρίας είναι που πρέπει, επιτέλους, ν’ αλλάξει. Το 1974, η βρετανική στάση πέρασε από τον στρατηγικό σχεδιασμό στην ενεργό συνενοχή. Παρότι το Λονδίνο ήταν πλήρως ενημερωμένο για την επικείμενη τουρκική εισβολή, επέλεξε την ένοχη σιωπή. Ως εγγυήτρια δύναμη, η Βρετανία είχε το δικαίωμα, αλλά πρωτίστως την ηθική και συμβατική υποχρέωση ν’ αποτρέψει τον παράνομο πόλεμο εναντίον ενός ανεξάρτητου κράτους-μέλους των Ηνωμένων Εθνών.

Αντ’ αυτού, παρακολούθησε παθητικά τον ακρωτηριασμό της Κύπρου, προδίδοντας τις δεσμεύσεις της. Από τότε μέχρι σήμερα, κάθε βρετανική «πρωτοβουλία» -από το Σχέδιο Γκιουνές μέχρι το Σχέδιο Ανάν- δεν στόχευε στη λειτουργικότητα του κράτους, αλλά στη διασφάλιση των δικών της προνομίων και των βρετανικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σήμερα, το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Η απόφαση του Προέδρου Χριστοδουλίδη να εμπλέξει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο θέμα των Βάσεων -κάτι που επί χρόνια εθεωρείτο "ταμπού"- ανάγκασε τον Βρετανό Πρωθυπουργό να σπεύσει σε επανειλημμένες επικοινωνίες με τη Λευκωσία. Η Βρετανία αντιλαμβάνεται πλέον ότι δεν μπορεί να καθορίζει μονομερώς το πλαίσιο σε μια περιοχή όπου η ΕΕ αναγνωρίζει την Κύπρο ως κρίσιμο πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας.

Αυτή η ανησυχία του Λονδίνου είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η "ευρωπαϊκοποίηση" είναι ο μόνος δρόμος που αποδίδει καρπούς. Ο ίδιος ο Πρόεδρος, όμως, οφείλει ν’ αντιληφθεί ότι αυτή η επιτυχής ανάμειξη της ΕΕ στο θέμα των Βάσεων αποτελεί τον προπομπό για το επόμενο, επιβεβλημένο βήμα: να θέσει πλέον επί της ιδίας βάσεως και με την ίδια αποφασιστικότητα να απαιτήσει από την ΕΕ ενεργό διαδικασία για τερματισμό της κατοχής και την αποκατάσταση της κυριαρχίας μας.

Αυτό το νέο περιβάλλον μάς προσφέρει μια ιστορική ευκαιρία: να θέσουμε το Κυπριακό εκεί που πραγματικά ανήκει, ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και κατάφωρης παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο έδαφος της ίδιας της Ευρώπης. Για πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια, η τουρκική ρητορική πείθει τη διεθνή κοινότητα ότι πρόκειται για μια εσωτερική διαφορά δύο κοινοτήτων.

Η δική μας σιωπή και η συνεχιζόμενη «νερόβραστη» διπλωματία του παρελθόντος ενθάρρυναν αυτήν την πλάνη. Είναι καιρός να καταγγελθεί το διεθνές έγκλημα της Τουρκίας με την ίδια ένταση που η ΕΕ καταγγέλλει την εισβολή στην Ουκρανία. Δεν ζητούμε χάρη από τους εταίρους μας· ζητούμε την εφαρμογή των αρχών και των κανόνων που η ίδια η Ένωση έχει θεσπίσει για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας των μελών της.

Δεν μπορεί η Ευρώπη να μιλά για «ασφάλεια» και ταυτόχρονα ν’ ανέχεται την κατοχή του 37% του εδάφους ενός κράτους-μέλους της. Δεν μπορεί να υπάρχει καμία αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, κανένα ευρωπαϊκό κονδύλι και καμία πολιτική διευκόλυνση προς την Άγκυρα, όσο ο κατοχικός στρατός παραμένει σε κυπριακό έδαφος, όσο ο εποικισμός αλλοιώνει δημογραφικά το νησί και όσο οι τουρκικές Βάσεις στα κατεχόμενα επεκτείνονται στρατιωτικά με drones, F16 και ναυτικές εγκαταστάσεις, απειλώντας ολόκληρη την ευρωπαϊκή νότια πτέρυγα.

Η Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 2026 αποτελεί το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί που είχαμε ποτέ στα χέρια μας. Αν η Κύπρος δεν αξιοποιήσει αυτό το ειδικό βάρος για να θέσει το ζήτημα της τουρκικής εισβολής και του εποικισμού ως απόλυτη ευρωπαϊκή προτεραιότητα, η ιστορική συγκυρία θα χαθεί ανεπιστρεπτί. Η επιτυχία στο θέμα των Βάσεων απέδειξε ότι η ΕΕ είναι έτοιμη να εμπλακεί, αρκεί η Λευκωσία να το ζητήσει με πολιτική αυτοπεποίθηση και θάρρος.

Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να περιμένουμε πρωτοβουλίες από εκείνους που δημιούργησαν το πρόβλημα. Τώρα είναι η στιγμή της διεκδίκησης. Τώρα είναι η στιγμή ν’ αξιώσουμε μια Κύπρο ελεύθερη, χωρίς προστάτες, χωρίς εγγυητές και χωρίς ξένους στρατούς κατοχής. Απαιτούμε η Κύπρος και οι Κύπριοι υπήκοοι ν’ απολαμβάνουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα, τις ίδιες ελευθερίες και την ίδια προστασία και ασφάλεια, όπως κάθε άλλος πολίτης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οτιδήποτε λιγότερο θα είναι μια συνθηκολόγηση με το άδικο, που η ιστορία δεν θα μας συγχωρήσει.

*Μόνιμος κάτοικος Μελβούρνης